Εὐλογημένη, εἰρηνική κατά Θεόν, χαριτοφόρα καί καρποφόρα ἡ ἱερά καί κατανυκτική περίοδος τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς.

Ἀρχίζει ἀπό τήν αὐριανή ἡμέρα, τήν Καθαρά Δευτέρα, τό «στάδιον τῶν ἀρετῶν» τῆς ἁγίας περιόδου τῶν φωτοποιῶν Νηστειῶν. Ἕξ ἑβδομάδες τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς καί μία, ἡ ἀκροτελεύτιος, ἡ καί σπουδαιοτέρα καί ἱερωτέρα, ἡ τῆς Ἁγίας καί
Μεγάλης Ἑβδομάδος.

«Ἀγαθόν προσευχή μετά νηστείας καί ἐλεημοσύνης καί δικαιοσύνης» διαβάζομεν εἰς τό βιβλίον τοῦ Τωβίτ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Ὁ Μέγας Βασίλειος, ἀναφερόμενος εἰς τήν νηστείαν, λέγει : «Βλέπεις τί κάμνει ἡ νηστεία ̇ καί νόσους θεραπεύει καί ρεύματα σωματικά ξηραίνει καί δαίμονας ἐκβάλλει, καί τόν νοῦν λαμπρότερον καθιστᾶ καί καρδίαν καθαράν καί σῶμα ἁγιασμένο (ἀπεργάζεται) καί εἰς τόν Θρόνον τοῦ Θεοῦ παρουσιάζει τόν ἄνθρωπον.

Μεγάλη δύναμις ἡ νηστεία καί μεγάλα κατορθώματα γίνονται δι’ αὐτῆς». «Ἀληθής δέ νηστεία, ἡ τῶν κακῶν ἀλλοτρίωσις, ἐγκράτεια γλώσσης, θυμοῦ ἀποχή, ἐπιθυμιῶν χωρισμός, καταλαλιᾶς, ψεύδους καί ἐπιορκίας ̇ ἡ τούτων ἔνδεια, νηστεία ἐστίν, ἀληθής καί εὐπρόσδεκτος».
Αὐτά καί ἄπειρα ἄλλα ἔχουν λεχθῇ ἀπό τόν Σωτῆρα μας Ἰησοῦν Χριστόν, τούς Ἁγίους Ἀποστόλους καί τούς Ἁγίους καί Θεοφόρους Πατέρας τῆς Ἁγίας ἡμῶν Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας διά τήν νηστείαν, τήν ἀξίαν καί τήν δύναμίν της, ἀλλά καί διά τά πολλά ὀφέλη, τά ὁποῖα ἀποκομίζομεν δι’ αὐτῆς. Ἐκεῖνο, ὅμως, τό ὁποῖο ἀποδυναμώνει καί ἀχρηστεύει τήν νηστεία εἶναι ἡ ὑποκρισία καί ὁ ὑποκριτικός τρόπος, μέ τόν ὁποῖο μερικές φορές γίνεται. Δι’ αὐτόν τόν λόγον μᾶς εἶπε εἰς τό σημερινό Εὐαγγελικό Ἀνάγνωσμα τῆς Κυριακῆς τῆς Τυρινῆς ὁ Θεῖος Διδάσκαλος Ἰησοῦς Χριστός: «Ὅταν δέ νηστεύητε, μή γίνεσθε ὥσπερ οἱ ὑποκριταί σκυθρωποί…». Διότι οἱ ὑποκριταί ἀλλοιώνουν τά πρόσωπά τους καί ἐπιδεικτικά παίρνουν τήν ὄψι καί τήν ἔκφρασι ἀνθρώπου καταβεβλημένου ἀπό τάς στερήσεις, διά νά φανοῦν εἰς τούς ἀνθρώπους ὅτι νηστεύουν καί τοιουτοτρόπως εἰσπράττουν καθ’ ὁλοκληρίαν τήν ἀμοιβή τους ἀπό τούς ἐπαίνους τῶν ἀνθρώπων.

Προηγουμένως, εἰς τό ἴδιο κεφάλαιο, τό ἕκτο κεφάλαιο τοῦ κατά Ματθαῖον Ἁγίου Εὐαγγελίου, ὁ Κύριος καί Θεός μας λέγει τά ἴδια καί διά τήν ἐλεημοσύνην καί τήν προσευχήν, τίς δύο αὐτές μεγάλες ἀρετές τοῦ πιστοῦ Χριστιανοῦ, οἱ ὁποῖες ἀχρηστεύονται καί καταντοῦν ἄκαρπες καί ἀτελεσφόρητες, ὅταν γίνωνται μέ ὑποκριτικό καί ἐπιδεικτικό τρόπο. «Ὅταν ποιῇς ἐλεημοσύνην μή σαλπίσῃς ἔμπροσθέν σου, ὥσπερ οἱ ὑποκριταί
ποιοῦσιν…». Οἱ ὑποκριταί κάμνουν δημοσίως τήν ἐλεημοσύνην των εἰς τίς συναγωγές καί τούς δρόμους διά νά δοξασθοῦν ἀπό τούς ἀνθρώπους καί τοιουτοτρόπως λαμβάνουν ἐξ ὁλοκλήρου τήν ἀμοιβή τους, πού εἶναι ὁ ἔπαινος τόν ὁποῖον ἐπεδίωξαν καί ἔλαβον ἀπό τούς ἀνθρώπους. Καί διά τήν προσευχήν τά ἴδια συνέστησεν ὁ Κύριος : «Καὶ ὅταν προσεύχῃ, οὐκ ἔσῃ ὥσπερ οἱ ὑποκριταί». Ἀρέσει εἰς αὐτούς νά στέκονται ὄρθιοι στίς συναγωγές καί στίς γωνίες τῶν πλατειῶν καί νά προσεύχωνται διά νά τούς βλέπουν οἱ ἄνθρωποι καί ἔτσι παίρνουν ἐδῶ εἰς τήν γῆν ὁλόκληρον τόν μισθόν τους ἀπό τούς ἐπαίνους τῶν ἀνθρώπων.

Εἰς τό σημεῖον αὐτό θεωρῶ χρήσιμον καί ἐπωφελές νά ἴδωμεν τί λέγει διά τούς ὑποκριτάς καί τό προσωπεῖο, τήν μάσκα τους, ὁ μέγας ἀνατόμος τῆς ψυχῆς ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος.

«Καί ἐδῶ εἶναι ὁλοφάνερο εἰς τούς περισσοτέρους, ὅτι δέν εἶναι αὐτό πού φαίνονται, ἀλλά φέρουν προσωπεῖο, τήν μάσκα τῆς ὑποκρισίας» (Ε.Π.Ε. 34,616). «Μέσα τους δέν ἔχουν τίποτε.

Ἁπλῶς ἔχουν τό προσωπεῖο, τήν μάσκα τῆς εὐλαβείας καί φαίνονται σεμνοί. Εἶναι ἔρημοι ἔργων ἀγαθῶν» (Ε.Π.Ε. 19, 300). «Χρησιμοποιοῦν τήν ὑποκρισία καί εἰσάγουν ἄλλα δόγματα.

Μετασχηματίζονται σέ ἀποστόλους Χριστοῦ» (Ε.Π.Ε. 19, 586). «Ἐκεῖνοι ἄλλοι ἦσαν καί ἄλλοι φαίνονταν. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἔχει πάντοτε τό φρόνημα, ὅτι δέν κάνει κάτι, διά νά ἀποσπάσῃ τήν δόξα ἐκ μέρους τῶν ἀνθρώπων, καί ὅτι δέν κρύβει τίποτε σχετικό μέ τόν ἑαυτό του» (Ε.Π.Ε.
19, 590). «Ἐξωτερικά μόνον οἱ ἄνθρωποι αὐτοί παρουσιάζονται μέ τήν προβιά τοῦ προβάτου» (ἐνῷ «ἔσωθεν εἶναι λύκοι ἅρπαγες») (Ε.Π.Ε. 19, 614).

«Ἐπειδή μερικοί γνωρίζουν, σημειώνει σέ ἄλλο σημεῖο ὁ ἱερός Χρυσόστομος, ὅτι μέ ἄλλο τρόπο δέν θά γίνουν εὐπρόσδεκτοι, φοροῦν τό προσωπεῖο (τήν μάσκα) τῆς ἀληθείας καί παίζουν παραπλανητικό θέατρο. Λέγουν ὅτι δέν παίρνουν χρήματα. Χρήματα δέν παίρνουν, ἀλλά παίρνουν κάτι περισσότερο ̇ καταστρέφουν ψυχές. Ἄν καί τό ὅτι δέν λαμβάνουν χρήματα, καί αὐτό δέν εἶναι ἀλήθεια. Παίρνουν, ἀλλά τό κρύβουν …

Ἐξωτερικά μόνο παρουσιάζονται μέ τήν προβιά τοῦ προβάτου» (Αὐτόθι).

«Φοβούμεθα τόν θάνατον σάν τά παιδιά, καί δέν φοβούμεθα τήν ἁμαρτία. Τά μικρά παιδιά, ἐνῶ φοβοῦνται τά προσωπεῖα (τίς μάσκες), δέν φοβοῦνται τή φωτιά. Καί ἐμεῖς φοβούμεθα τόν θάνατο, πού εἶναι εὐκαταφρόνητο προσωπεῖο καί δέν φοβούμεθα τήν ἁμαρτία, πού εἶναι ὄντως φοβερό πρᾶγμα καί ὡς φωτιά κατατρώγει τήν συνείδησί μας» (Ε.Π.Ε. 32, 114).

Ἀγαπητοί μου Ἀδελφοί καί Συλλειτουργοί,
Ἀδελφοί μου Χριστιανοί,

Εἴδατε ὅτι καί στίς τρεῖς αὐτές ὑψηλές χριστιανικές ἀρετές, τήν νηστεία, τήν ἐλεημοσύνη καί τήν προσευχή, πού ἀποτελοῦν τρία ἀπό τά πολυτιμότερα θεῖα χαρίσματα καί κοσμήματα τοῦ ὀρθοδόξου πιστοῦ, ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός ἐφιστᾷ τήν προσοχή καί τήν πνευματική μας ἐγρήγορσι οὕτως, ὥστε νά ἀποφύγωμεν τήν ἐμπλοκή μας εἰς τά δόκανα τῆς ὑποκρισίας καί τῆς αὐτοπροβολῆς. Μέ αὐτόν τόν τρόπο, δηλαδή μέ τήν εὐάρεστη εἰς τόν Θεόν διπλῆ νηστεία, τήν σωματική καί τήν πνευματική, μέ τήν θεάρεστη ἐλεημοσύνη καί μέ τήν θεοφιλῆ προσευχή, θά ὠφεληθοῦμε ψυχικά πρωτίστως ἐμεῖς, ἀλλά καί οἱ ἄνθρωποι τοῦ περιβάλλοντός μας. Οὕτως ἐχόντων δέ τῶν πραγμάτων δέν θά δυνηθῇ ἡ βδέλλα τῆς ὑποκρισίας καί τῆς αὐτεπιδείξεως νά ἀπομυζήσῃ τήν χάριν, πού ἀποστάζουν οἱ τρεῖς αὐτές βασικές καί ἀπαραίτητες διά τόν ἀφοσιωμένο χριστιανό ἀρετές καί πνευματικές ἐνασχολήσεις.

Τά ἀρνητικά παραδείγματα τοῦ Φαρισαίου τῆς παραβολῆς καί τῶν Γραμματέων καί Φαρισαίων, τῶν ὑποκριτῶν, ἀλλά καί τά θετικά καί ἀξιομίμητα πρότυπα τοῦ Τελώνη, τοῦ Ἀσώτου υἱοῦ, τῆς Ὁσίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας, τῆς ἀλειψάσης τόν Κύριον μύρῳ πόρνης γυναικός καί τοῦ εὐγνώμονος ληστοῦ, τά ὁποῖα συναντοῦμε εἰς τήν ἱεράν καί κατανυκτικήν περίοδον τοῦ Τριῳδίου, μᾶς βοηθοῦν τά μέγιστα νά ἀποστρέψωμε τό πρόσωπόν μας ἀπό τά ὑποκριτικά πρόσωπα καί προσωπεῖα καί νά ἐπικεντρώσωμε τό βλέμμα καί τήν προσοχή μας εἰς τά γνήσια ὑποδείγματα καί πρότυπα μετανοίας.

Ὅταν μέ τήν Χάριν τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ ἀποκτήσωμε τά θεῖα δῶρα τῆς εὐπρόσδεκτης εἰς τόν Θεόν νηστείας, τῆς θεοδίδακτης ἐλεημοσύνης καί τῆς θεοποιοῦ προσευχῆς, πού ἀποτελοῦν καί τρία ἀπό τά πλέον δραστικά καί ἀποτελεσματικά πνευματικά ὅπλα κατά τοῦ διαβόλου καί τῶν πονηρῶν πνευμάτων, τότε ἐξοβελίζονται ἀπό τήν ψυχήν καί τήν καρδίαν μας τά σκεύη τοῦ πονηροῦ, πού εἶναι ἡ ὑποκρισία, τό
προσωπεῖο καί ἡ τάσις πρός μεγαλαυχίαν καί αὐτοπροβολήν.

Ἀκούσαμε σήμερα εἰς τούς Αἴνους τῆς Κυριακῆς τῆς Τυρινῆς τόν ἀκόλουθο ὑπέροχο ὕμνο, ὁ ὁποῖος ἀναφέρεται εὔγλωττα εἰς τό προκείμενον στάδιον τῶν ἀρετῶν καί τά ἀγωνιστικά παλαίσματα τῆς ἁγίας αὐτῆς περιόδου :

«Τὸ στάδιον τῶν ἀρετῶν ἠνέωκται ̇ οἱ βουλόμενοι ἀθλῆσαι εἰσέλθετε, ἀναζωσάμενοι τὸν καλὸν τῆς Νηστείας ἀγῶνα ̇ οἱ γὰρ νομίμως ἀθλοῦντες, δικαίως στεφανοῦνται ̇ καὶ ἀναλαβόντες τὴν πανοπλίαν τοῦ Σταυροῦ, τῷ ἐχθρῷ ἀντιμαχησώμεθα, ὡς τεῖχος ἄρρηκτον κατέχοντες τὴν Πίστιν, καὶ ὡς θώρακα τὴν προσευχήν, καὶ περικεφαλαίαν τὴν ἐλεημοσύνην ̇ ἀντὶ μαχαίρας τὴν νηστείαν, ἥτις ἐκτέμνει ἀπὸ καρδίας πᾶσαν κακίαν. Ὁ ποιῶν ταῦτα, τὸν ἀληθινὸν κομίζεται στέφανον, παρὰ τοῦ Παμβασιλέως Χριστοῦ, ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῆς Κρίσεως».

Ἀδελφοί μου,
Εἶναι γνωστόν ὅτι ὁ σύγχρονος κόσμος ὑποφέρει ἀπό τήν ἔλλειψιν τῆς ἁπλότητος, τῆς εὐθύτητος τῆς καρδίας, τῆς εἰλικρινείας καί τῆς ἀληθινῆς καί ἀνυπόκριτης ἀγάπης, καί μάλιστα τῆς θεοδίδακτης ἀπό τόν Σωτῆρα μας Ἰησοῦ Χριστό χριστιανικῆς ἀγάπης. Ἀντ’ αὐτῶν ἐπικρατεῖ ἡ ἰδιοτελής καί ὑποκριτική σχέσις καί ἡ ἐπιπόλαιη ἀγάπη ἀνάμεσα εἰς τούς ἀνθρώπους. Εἶναι σύνηθες τό φαινόμενο εἰς τήν κοινωνία μας μαζί μέ τήν ὑποχρεωτική
βιολογική προστατευτική μάσκα νά συνυπάρχῃ καί ἡ μάσκα τῆς ὑποκρισίας.

Εἶναι σημεῖα τῶν καιρῶν μας αὐτά. Κατά τό διαρρεῦσαν ἐτήσιο διάστημα τῆς σκληρῆς δοκιμασίας τῆς ἐπιδημίας τοῦ κορωνοϊοῦ, ἡ ὁποία «κρίμασιν οἷς οἶδεν ὁ Κύριος» ἐπιτείνεται καί παρατείνεται ἀκόμη, ἀπεκαλύφθησαν «ἐκ πολλῶν καρδιῶν διαλογισμοί» (πρβλ. Λουκ. β’ 35). Ἐφανερώθησαν ὁ σεβασμός, οἱ ἁγνές διαθέσεις, ἡ ἄδολη ἀγάπη καί ἡ ἀφοσίωσις τῶν πιστῶν χριστιανῶν πρός τήν Ἁγία Μητέρα μας Ἐκκλησία, ἀλλά καί ἡ ἀποστροφή, οἱ ἐχθρικές διαθέσεις, τό διωκτικό μένος καί ἡ πολεμική στάσις πρός τό Χριστεπώνυμο Πλήρωμα καί αὐτό τοῦτο τό Θεοσύστατο Σῶμα τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας τῶν ὑπεναντίων.

Εἶναι γνωστά τά δεινοπαθήματα τοῦ Λαοῦ τοῦ Θεοῦ κατά τήν περυσινή Ἁγία καί Μεγάλη Τεσσαρακοστή, τήν Ἁγία καί Μεγάλη Ἑβδομάδα καί τό Ἅγιον Πάσχα. Ὅμως, τά θλιβερά καί κατάστικτα αὐτά γεγονότα, τά ὁποῖα ἐπλήγωσαν βαθύτατα τίς καρδιές τοῦ Χριστωνύμου Λαοῦ καί ἐπέρασαν μέ μελανά γράμματα εἰς τήν σύγχρονη Ἐκκλησιαστική μας Ἱστορία, ἀντί νά παραπεμφθοῦν διά παντός εἰς τήν λήθην, ἐπαναλαμβάνονται δυστυχῶς στίς ἡμέρες μας. Στίς «κόκκινες» περιοχές λειτουργεῖ ὁ Ἱερεύς καί ὁ ψάλτης καί τό ἀπαραίτητο βοηθητικό προσωπικό, χωρίς τήν συμμετοχή τῶν χριστιανῶν, ἐνῶ σέ ἄλλες περιοχές ἐπιτρέπεται ὁ ἐλάχιστος ἀριθμός πιστῶν, ἕνας ἀνά 25 τ.μ., γεγονός τό ὁποῖον ἐγγίζει τά ὅρια τῆς γελοιότητος, ἀφοῦ πουθενά ἀλλοῦ (π.χ. super market, καταστήματα τροφίμων, σχολικές αἴθουσες, ἀεροπλάνα, μετρό, λεωφορεῖα κ.λπ. ) δέν λαμβάνονται παρόμοια μέτρα καί τέτοιες ἀποστάσεις. Τό ἰδιαίτερο αὐτή τή φορά εἶναι ἡ δυνατότητα τῶν Χριστιανῶν νά εἰσέρχωνται εἰς τόν Ἱερόν Ναόν, μετά τήν Ἀπόλυσιν τῆς Θείας Λειτουργίας ἤ τῆς Ἱερᾶς Ἀκολουθίας γιά ἀτομική προσευχή, τό ὁποῖον εἶναι μέν κάτι καλό, ἀλλά δέν δίδει τήν δυνατότητα τῆς συμμετοχῆς τῶν πιστῶν εἰς τήν κοινήν Θείαν Λατρείαν καί τήν Θείαν Κοινωνίαν.

Οἱ θλιβερές συνέπειες τῶν lockdown στήν οἰκονομία, τό λιανεμπόριο, τήν Παιδεία καί τίς ἄλλες ἐπιχειρήσεις μελετῶνται καθημερινῶς καί ὑπολογίζεται τό βαρύ κόστος σέ ἑκατομμύρια καί δισεκατομμύρια καί συχνά προβάλλονται ἀπό τούς εἰδικούς σενάρια ἐπανεκκινήσεως τῆς λειτουργίας τῶν ὡς ἄνω δραστηριοτήτων καί «ἔξυπνες» λύσεις. Ὅμως, ἐνῷ τό οἰκονομικό κόστος προσμετρᾶται ἐναγωνίως κάθε φορά, κανείς, δυστυχῶς, ἀπό τούς εἰδήμονας δέν ἀσχολήθηκε ποτέ μέ τό πνευματικό καί ψυχικό κόστος στά πλήθη τοῦ λαοῦ καί τά ἐπακόλουθά του. Γι’ αὐτό καί, ἐνῷ γιά ὅλα τά ἄλλα γίνεται συχνή ἀγωνιώδης ἀναφορά, τό μόνον πού δέν συζητεῖται εἶναι ἡ ἐπανεκκίνησις τῆς Θείας Λατρείας διά τόν Λαόν τοῦ Θεοῦ. Καί αὐτό εἶναι λυπηρότατο ̇ ὅσον παραθεωροῦν τό κεφαλαιῶδες καί καυτό αὐτό πνευματικό – ἐκκλησιαστικό ζήτημα φοβοῦμαι ὅτι, κατά τήν πνευματική νομοτέλεια, δέν θά διευθετηθοῦν καλῶς καί τά ὑπόλοιπα.

Οἱ ὑποκριτικῶς καί μέ τήν μάσκα τῆς ὑποκρισίας φερόμενοι πρός τήν Ἁγίαν μας Ἐκκλησίαν καί ἀντισυνταγματικῶς διαχειριζόμενοι καί παρακωλύοντες τά τῆς Θείας Λατρείας θά ἔχουν βαρύ κρῖμα ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. «Φοβερόν τό ἐμπεσεῖν εἰς χεῖρας Θεοῦ ζῶντος» (Ἑβρ. ι’ 31). Κατεπολεμήθη σφοδρῶς τό ἱερώτατο Μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας – Θείας Κοινωνίας ἀπό ὡρισμένους «εἰδικούς» καί μή, ἐδιώχθησαν ποινικῶς Λειτουργοί τοῦ Ὑψίστου, διότι ἔπραξαν τό «ἔγκλημα» τῆς μεταδόσεως εἰς τούς πιστούς τῶν Ἀχράντων Θείων Μυστηρίων, ἀπεκλείσθησαν χιλιάδες πιστῶν ὄχι μόνον ἀπό τήν συμμετοχήν των εἰς Ἱεράς Πανηγύρεις, ἀλλά καί ἀπό τό ἁπλό προσκύνημα μετά τό πέρας αὐτῶν…

Εκκλησία Online
Αποστολή
Αξιολόγηση επισκεπτών 5 (1 ψήφος)

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.