Ο Οικουμενισμός «καλπάζει», προχωρεί ακάθεκτος και ισοπεδώνει τα πάντα. Έχει απλώσει παντού τα θανατηφόρα πλοκάμια του και απειλεί θανάσιμα την αγία Ορθοδοξία μας. Υψηλόβαθμοι εκκλησιαστικοί άνδρες έχουν στρατευτεί ανοιχτά στην υλοποίηση των δαιμονικών στόχων του.

Συμπροσεύχονται με τους αιρετικούς ωσάν να έχουν απαρνηθεί τις κακοδοξίες τους και παρά τις απαγορεύσεις των Ιερών Κανόνων. Διαγράφουν με μία μονοκονδυλιά την επί δύο χιλιάδες χρόνια παράδοση της Εκκλησίας μας, η οποία οριοθετεί την σώζουσα αλήθεια από την πλάνη. Έπαψαν να θεωρούν την αίρεση ως οδόν απωλείας και διαδίδουν ότι η σωτηρία δεν είναι μόνον αποκλειστικότητα της Ορθοδόξου Εκκλησίας, αλλά και των αιρέσεων, ακόμη και των θρησκειών του κόσμου!

Το πολυκέφαλο θηρίο της αιρέσεως φαίνεται προς το παρόν να θριαμβεύει, να βρίσκεται στο αποκορύφωμα της δόξης του, αφού κατόρθωσε να λάβει και τη συνοδική νομιμοποίησή του στην «Σύνοδο» της Κρήτης, (2016). «Τίς όμοιος τω θηρίῳ; τίς δύναται πολεμήσαι μετ’ αυτού;», (Αποκ.13,4), αφού η μεγάλη πλειοψηφία των επισκόπων σήμερα πανορθοδόξως το έχει προσκυνήσει, άλλοι από φόβο και δειλία και άλλοι εκ πεποιθήσεως;

Τα ναυάγια περί την πίστιν κληρικών, μοναχών και λαϊκών δεν έχουν τελειωμό και συνεχώς αυξάνουν με γεωμετρική πρόοδο. Ήδη έχουμε επισημάνει πολλά από αυτά σε κατά καιρούς δημοσιεύσεις μας. Ο θεοφώτιστος λόγος του Μεγάλου Βασιλείου φωτογραφίζει τη σημερινή εκκλησιαστική κατάσταση: «Απέψυκται η αγάπη, πορθείται η των Πατέρων διδασκαλία, ναυάγια περί την πίστιν πυκνά, σιγά των ευσεβούντων τα στόματα…».[1]

Όπως και άλλοτε έχουμε επισημάνει, το 2025 είναι ένας σημαντικός ιστορικός σταθμός, διότι τη χρονιά αυτή η Ορθόδοξη Εκκλησία μας εορτάζει την συμπλήρωση 1700 χρόνων από την σύγκληση της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου (325). Ωστόσο το κατ’ αρχήν χαρμόσυνο αυτό επετειακό γεγονός σκιάζεται από δημοσιεύματα και περιρρέουσες φήμες, που δημιουργούν μέσα μας αισθήματα θλίψεως και ανησυχίας. Κύκλοι θιασωτών του Οικουμενισμού, θεωρούν την εν λόγω επέτειο ως μια καλή ευκαιρία για την καθιέρωση κοινού εορτασμού του Πάσχα όλων των χριστιανών, Ορθοδόξων και ετεροδόξων, καθ’ όσον μάλιστα τη χρονιά αυτή τυχαίνει να συμπίπτει το Ορθόδοξο Πάσχα με αυτό των Δυτικών.

Έχουν προαναγγείλει ακόμη και «Παγχριστιανική Σύνοδο», η οποία θα αποτελέσει την αφετηρία για τη δρομολόγηση της πλήρους ορατής «ένωσής» μας με τους ετεροδόξους στο κοινό Ποτήριο. Ορισμένοι ισχυρίζονται ότι οι θιασώτες της αναδιπλώνονται και απομακρύνουν την «ένωση» για το 2054, με τη συμπλήρωση 1000 ετών από το σχίσμα του 1054! Εις ό,τι αφορά το νέο πασχάλιο, αυτό θα προχωρήσει ως το πρώτο «τολμηρό» βήμα για την ένωση του κατακερματισμένου χριστιανικού κόσμου. Οψώμεθα!

Πρόσφατο δημοσίευμα του δημοσιογράφου κ. Γεωργίου Παπαθανασόπουλου, με θέμα: «Οι προθέσεις Φαναρίου και Βατικανού σε δύο σοβαρά ζητήματα», έφερε πάλι στο φως της δημοσιότητας το εν λόγω θέμα. Το δημοσίευμα παρουσιάζει και σχολιάζει κάποιο κοινό κείμενο του Ελληνορθόδοξου Μητροπολίτη Γαλλίας κ. Δημητρίου και του παπικού «επισκόπου» Ματιέ Ρουζέ (Matthieu Rouge)[2] στη γαλλική εφημερίδα Le Figaro, (22 Απριλίου 2023).

Σύμφωνα με το δημοσίευμα: «Τα δύο ζητήματα που έθεσαν οι δύο αξιωματούχοι είναι ο κοινός εορτασμός του Πάσχα και η ένωση των Εκκλησιών. …Ως ευκαιρία υλοποίησης του κοινού εορτασμού του Πάσχα ο Μητροπολίτης Γαλλίας και ο Επίσκοπος της Ναντέρ βλέπουν το 2025, που είναι η επέτειος των 1700 ετών από την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο, κατά την οποία ορίστηκε ο τρόπος καθορισμού της ημερομηνίας του Πάσχα και που η Ορθόδοξη Εκκλησία και οι Ρωμαιοκαθολικοί θα εορτάσουν το Πάσχα στην ίδια ημερομηνία, 20 Απριλίου. Την ένωση των Παπικών με την Ορθόδοξη Εκκλησία οι δύο κληρικοί την τοποθετούν αργότερα, το 2054, κατά την 1000ετή επέτειο από του Σχίσματος».

Και συνεχίζει: «Στο κείμενο του Figaro οι δύο κληρικοί γράφουν, μεταξύ άλλων, για τον κοινό εορτασμό του Πάσχα: “Ένας διάλογος επί του κοινού εορτασμού του Πάσχα έλαβε χώρα το 2017 στο Χαλέπι, υπό την αιγίδα του Παγκοσμίου Συμβουλίου των Εκκλησιών. Προτάθηκε τότε να επανέλθουν όλοι οι χριστιανοί στις αρχές της Συνόδου της Νικαίας, δηλαδή να εορτάζεται το Πάσχα την Κυριακή, που ακολουθεί την πρώτη πανσέληνο μετά την εαρινή ισημερία, που βασίζεται στον μεσημβρινό, που διέρχεται από τα Ιεροσόλυμα.

Η πρόταση θα επετύγχανε μια ημερομηνία του εορτασμού του Πάσχα, που δεν θα ήταν ούτε αυτή των καθολικών και των προτεσταντών, ούτε των ορθοδόξων…. Μια τέτοια απόφαση θα προκαλούσε βεβαίως αναστάτωση στους χριστιανούς που έχουν ήδη το προγραμματισμένο ημερολόγιό τους, αλλά θα συνιστούσε ένα εξαιρετικό σημείο ενότητας, ευεργετικό κατ’ αλήθεια για την ειρήνη του κόσμου όλου”.….

Όλη η Ορθόδοξη Εκκλησία τηρεί μέχρι σήμερα τον σύμφωνα με τον Κανόνα της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου καθορισμό της ημερομηνίας του Πάσχα την πρώτη Κυριακή μετά την πανσέληνο της εαρινής ισημερίας κατά το ιουλιανό ημερολόγιο, που τότε ίσχυε.….Το 1977 και σε συνέδριο των Ορθοδόξων Εκκλησιών στη Γενεύη, με σκοπό τον καθορισμό κοινής Κυριακής εορτασμού του χριστιανικού Πάσχα από όλους τους χριστιανούς ο καθηγητής Αστρονομίας και ακαδημαϊκός κ. Γεώργιος Κοντόπουλος πρότεινε “ο υπολογισμός της ημερομηνίας εορτασμού του Ορθοδόξου Πάσχα να διορθωθεί το ταχύτερο δυνατό”. …

Πάντως η τυχόν μονομερής και χωρίς προηγούμενη συνεννόηση με τις άλλες τοπικές Εκκλησίες συμφωνία του Φαναρίου για κοινό εορτασμό του Πάσχα με τους καθολικούς και τους προτεστάντες θα προκαλέσει νέα αναταραχή στους κόλπους της Ορθοδοξίας. Το επισήμαναν και στο κοινό κείμενό τους οι δύο προαναφερθέντες κληρικοί και το είχε σαφώς διατυπώσει ο μακαριστός Οικουμενικός Πατριάρχης Δημήτριος το 1974, όταν πρότεινε τον καθορισμό ‘σταθεράς Κυριακής διηνεκώς από κοινού εορτασμού του ενός χριστιανικού Πάσχα υφ’ απάντων των ανά την Οικουμένη Χριστιανών’, μετά όμως ‘πρώτον πανορθόδοξον και δεύτερον παγχριστιανικήν συμφωνίαν’».

Σε παλαιότερες ανακοινώσεις μας είχαμε παραθέσει ορισμένα στοιχεία γύρω από το ημερολογιακό ζήτημα, με το οποίο είναι άρρηκτα συνδεδεμένο και το ζήτημα του κοινού εορτασμού του Πάσχα με τους ετεροδόξους. Υπενθυμίζουμε εδώ ότι η Εκκλησία της Ελλάδος καθιέρωσε το 1924 το διορθωμένο Ιουλιανό Ημερολόγιο, το οποίο ταυτιζόταν με το Γρηγοριανό μόνον ως προς τις ημερομηνίες των ακινήτων εορτών, ενώ διέφερε ριζικά από αυτό ως προς το πασχάλιο. Το πασχάλιο παρέμεινε αμετακίνητο, διότι τυχόν μεταρρύθμισή του θα παραβίαζε τους όρους που έθεσε η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος, η οποία προέβλεπε δύο τινά:

α) Να εορτάζεται το Πάσχα την πρώτη Κυριακή μετά την πρώτη πανσέληνο της εαρινής ισημερίας και β) Ουδέποτε να συμπίπτει, ή να προηγείται το χριστιανικό Πάσχα από το Πάσχα των Εβραίων. Το Γρηγοριανό Ημερολόγιο, που ακολουθούν οι παπικοί, ναι μεν τηρεί τον πρώτο όρο που έθεσε η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος, όχι όμως και τον δεύτερο, με αποτέλεσμα σε πάμπολλες περιπτώσεις, είτε να συνεορτάζουν οι Λατίνοι με τους Εβραίους, την ίδια ημέρα το Πάσχα, είτε να προηγούνται σε σχέση με το Πάσχα των Εβραίων. Τους παρά πάνω όρους που θέτει η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος επαναλαμβάνει και η Τοπική Σύνοδος της Αντιοχείας στον Α΄ Ιερό Κανόνα της, ενώ ο Ζ΄ Αποστολικός Ιερός Κανόνας ορίζει σαφέστατα, (με απειλή μάλιστα καθαιρέσεως), το «μη μετά Ιουδαίων επιτελείν το Πάσχα».

Επισημάναμε ακόμη ότι ο κοινός εορτασμός του Πάσχα ήταν αείποτε, (επί 100 και πλέον έτη), ο διακαής πόθος των οικουμενιστών και ότι στο παρελθόν πάντοτε θεωρήθηκε ως ένα μεγάλο βήμα προς την πορεία για την «ένωση» Ανατολής και Δύσεως. Όλοι οι κατά τον 20ο αιώνα διατελέσαντες Οικουμενικοί Πατριάρχες, (από τον Ιωακείμ τον Γ΄ μέχρι τον σημερινό), δεν έπαυαν σε κατά καιρούς επίσημες δηλώσεις και Εγκύκλιες Επιστολές των να επισημαίνουν την αναγκαιότητα του κοινού εορτασμού, η οποία θα αποτελέσει, (κατά τους ισχυρισμούς των), την «απαρχήν της ελπιζομένης και ποθητής παγκοσμίου χριστιανικής ενότητος».

Τονίσαμε ακόμη ότι ο επιδιωκόμενος κοινός εορτασμός είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με την «ημερολογιακή συμπόρευση Φαναρίου –Βατικανού», η οποία όμως δεν μπορεί να επιτευχθεί παρά μόνο με την «προσαρμογή του Ορθοδόξου Πασχαλίου προς το παπικό». Ωστόσο μια τέτοια προσαρμογή μοιραία θα οδηγήσει στην παραβίαση των όρων που έθεσε η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος, όπως επίσης και στην παραβίαση του Ζ΄ Αποστολικού Κανόνος, που προβλέπει: «μη μετά Ιουδαίων επιτελείν το Πάσχα». Η θεοφώτιστη αυτή ιεροκανονική παραγγελία ισοδυναμεί με το «μη μετά αιρετικών ετεροδόξων εορτάζειν το Πάσχα», κάτι το οποίο όμως μανιωδώς επιθυμούν και επιδιώκουν οι οικουμενιστές. Εάν ακόμη και η απλή συμπροσευχή με αιρετικούς απαγορεύεται από τους Ιερούς Κανόνες, πόσο μάλλον ο κοινός συνεορτασμός της «εορτής των εορτών και της πανηγύρεως των πανηγύρεων»;

Για μια ακόμη φορά θεωρούμε αναγκαίο να διακηρύξουμε σε όλους τους τόνους, ότι εφόσον οι δυτικοί συνεχίσουν να εορτάζουν το Πάσχα, παραβαίνοντας τους Ιερούς Κανόνες, εμείς δεν θα δεχθούμε ποτέ να γίνουμε παραβάτες αυτών, διότι οι Ιεροί Κανόνες, ως θεόπνευστοι, έχουν αιώνιο κύρος. Θα παραμείνουμε «επόμενοι τοις αγίοις πατράσι», οι οποίοι, με την έμπνευση του Αγίου Πνεύματος καθόρισαν τον τρόπο εορτασμού της μεγίστης αυτής εορτής.

Θα παραμείνουμε πιστοί στη βασική δογματική διδασκαλία της Εκκλησίας μας και των αγίων Πατέρων, σύμφωνα με την οποία ενώ στη σφαίρα του δόγματος δεν επιτρέπεται καμία οικονομία και συγκατάβασις, αντιθέτως σε θέματα που αφορούν την τάξη, την λειτουργική ζωή και λατρεία, τα ήθη και τα έθιμα και γενικά σε θέματα «εν οίς ουκ έστι πίστις το αθετούμενον»[3], κατά τον Μέγαν Φώτιον, γίνονται ανεκτές οι κατά τόπους παραλλαγές και διαφοροποιήσεις. Σε αντίθεση, βέβαια, με τους παλαιοημερολογίτες οι οποίοι έχουν αναγάγει σε θέμα πίστεως την διαφορά των 13 ημερών. Βεβαίως δεν παραβλέπουμε την αδυναμία όλων των ημερολογίων, τα οποία, (ως ανθρώπινα κατασκευάσματα), είναι ατελή και λανθάνουν όσον αφορά τις ακριβείς αστρονομικές μετρήσεις.

Εις ό,τι αφορά το θέμα της «ενώσεως των εκκλησιών», το δημοσίευμα αναφέρει τα εξής: «Στο κοινό κείμενό τους οι δύο κληρικοί τονίζουν ότι το βήμα του κοινού εορτασμού του Πάσχα θα μπορούσε να είναι το ξεκίνημα των νέων διαδρομών προς την πλήρη ενότητα, που δεν είναι ανέφικτη, ούτε κατά ανθρώπινη άποψη….Ο ένας από εμάς, [δεν αναφέρεται ποιος], εύχεται την πλήρη ενότητα για το 2054 – δεν μένουν παρά 31 χρόνια για να προετοιμασθεί – προκειμένου να κλείσει καταλλήλως η δυσάρεστη “παρένθεση” των χιλίων ετών του μεγάλου σχίσματος.

Ο άλλος, [ούτε αυτού αναφέρεται το όνομα], αναφέρει ότι ένα καλό πρώτο βήμα θα ήταν ο κοινός εορτασμός του Πάσχα από το 2025 και μετά. Στις κοινότητές μας σε αυτούς που ηγούνται στις Εκκλησίες μας λέμε με μια καρδιά στο φως του Πάσχα: “Δεν φοβούμεθα γι’ αυτό το μεγάλο και όμορφο βήμα προς τα εμπρός για να μαρτυρήσουμε την Ανάσταση!”».

Και καταλήγει: «Η βεβαιότητα περί της άρσης του σχίσματος το 2054 από τους δύο κληρικούς προκαλεί έντονο προβληματισμό, διότι το κοινό κείμενο ασφαλώς εγράφη με την έγκριση των προϊσταμένων τους, του Πάπα Φραγκίσκου και του Οικουμενικού Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου. Και ο μεν Πάπας είναι απόλυτος μονάρχης, πορεύεται με τα δόγματα του Πρωτείου και του αλάθητου και μπορεί να μεθοδεύει και να πράττει κατά το δοκούν.

Στην Ορθοδοξία υπάρχει άλλη εκκλησιολογία. Μπορεί ο σημερινός Πατριάρχης να επιδιώκει να την αλλάξει, όμως δεν είναι καθόλου εύκολο. Σημειώνεται ότι σήμερα το Φανάρι έχει από παγωμένες έως εχθρικές σχέσεις με τις δέκα από τις 14 τοπικές Ορθόδοξες Εκκλησίες, (Αντιοχείας, Ιεροσολύμων, Μόσχας, Σερβίας, Ρουμανίας, Βουλγαρίας, Γεωργίας, Πολωνίας, Αλβανίας και Τσεχίας – Σλοβακίας)».

Έχουμε αναφερθεί σε παλαιότερες ανακοινώσεις μας γύρω από το θέμα της «ενώσεως των Εκκλησιών» και έχουμε επισημάνει, τι είδους ενότητα επιδιώκουν οι οικουμενιστές. Με άκρα συντομία εδώ υπενθυμίζουμε τα εξής: Η προωθούμενη ενότητα του χριστιανικού κόσμου, όπως την οραματίζεται το σύγχρονο οικουμενιστικό μοντέλο, είναι η ενότητα μέσα στη διαφορετικότητα, δηλαδή ενότητα παρά τις υπάρχουσες δογματικές διαφορές.

Οι δογματικές πλάνες των ετεροδόξων, (για τις οποίες έχουν καταδικασθεί ως αιρετικοί από μια πλειάδα Ορθοδόξων Συνόδων), δεν θεωρούνται πλέον ως πλάνες, αλλά ως διαφορετικές παραδόσεις. Αυτή δυστυχώς η πεπλανημένη αντίληψη κυριάρχησε όχι μόνον στους επί πολλές δεκαετίες μέχρι σήμερα γενομένους Θεολογικούς Διαλόγους με τους ετεροδόξους, αλλά και στη «Σύνοδο» της Κρήτης, η οποία όχι μόνον εξαφάνισε στα κείμενά της τη λέξη «αίρεση», ακόμη και ως έννοια, αλλά προχώρησε έτι περισσότερο: Αναγνώρισε την ιστορική ονομασία των ετεροδόξων ως «εκκλησιών», αποδίδοντας εκκλησιαστική υπόσταση σ’ αυτούς.

Ωστόσο εντελώς διαφορετικά έβλεπαν οι άγιοι και θεοφόροι Πατέρες τους εκτός της Εκκλησίας αιρετικούς. Οι αιρετικοί για τους αγίους Πατέρες είναι όπως τα κλήματα, τα οποία επειδή δεν μπορούν να καρποφορήσουν, αποκόπτονται από την κληματαριά και ρίπτονται στο πυρ, σύμφωνα με το λόγο του Κυρίου: «εγώ ειμί η άμπελος, υμείς τα κλήματα….», (Ιωάν.15, 5-6).

Οι άγιοι Πατέρες, στη δισχιλιόχρονη πορεία της Εκκλησίας, μέσω των Αγίων Συνόδων, έθεταν όρια ανάμεσα στην σώζουσα πίστη της Εκκλησίας και στην αίρεση και καλούσαν τους αιρετικούς σε μετάνοια και επιστροφή στη σώζουσα αγκαλιά της Εκκλησίας, επειδή δεν έβλεπαν σωτηρία στην αίρεση. Αυτού του είδους την αγάπη γνώριζαν εκείνοι και όχι την ψεύτικη και ολέθρια των οικουμενιστών, οι οποίοι δίνουν την ψευδαίσθηση στους αιρετικούς ότι βρίσκονται εντός της Εκκλησίας και έχουν εξασφαλισμένη τη σωτηρία!

Εις ό,τι αφορά το θέμα της «ένωσης των εκκλησιών», θεωρούμε και πάλι αναγκαίο να διακηρύξουμε προς πάσαν κατεύθυνση και σε όλους τους τόνους, ότι εφ’ όσον αυτή αποφασισθεί να πραγματοποιηθεί, (είτε το 2025, είτε το 2054), σύμφωνα με τις οικουμενιστικές προδιαγραφές, εμείς δεν θα την αποδεχθούμε, διακόπτοντες κάθε εκκλησιαστική κοινωνία με όσους την αποδεχθούν και εφαρμόζοντες τον 15ον Ιερό Κανόνα της Πρωτοδευτέρας Συνόδου.

Ένα τέτοιο εξόχως τραγικό γεγονός θα γίνει αφορμή νέων σχισμάτων και διαιρέσεων στο σώμα της Εκκλησίας και θα αποτελέσει ένα ακόμη καίριο πλήγμα στην ενότητά της. Θα είναι ίσως το 4ο μεγάλο πλήγμα μετά το πλήγμα του Παλαιοημερολογητικού σχίσματος, αυτό της «Συνόδου» της Κρήτης και αυτό του Ουκρανικού Αυτοκέφαλου.

Ωστόσο η Ορθοδοξία είναι και θα παραμένει ανίκητη μέχρι συντελείας του αιώνος, όπως μας διαβεβαιώνει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, σε μία υπέροχη ομιλία του «Προ της Εξορίας»: «ουδέν Εκκλησίας δυνατώτερον, άνθρωπε. Λύσον τον πόλεμον, ίνα μη καταλύση σου την δύναμιν. Μη είσαγε πόλεμον εις τον ουρανόν. Άνθρωπον εάν πολεμής, ή ενίκησας ή ενικήθης, εκκλησίαν δε εάν πολεμής, νικήσαι σε αμήχανον, ο Θεός γαρ εστίν ο πάντων ισχυρότερος».[4]

Κλείνουμε την ανακοίνωσή μας με την επισήμανση ότι, όπως αποδεικνύεται από το ανωτέρω κείμενο, (και) η δική μας ταπεινή μαρτυρία και αντίσταση, φέρνει καρπούς. Αποδεικνύεται περίτρανα πως οι «παντοδύναμοι» θιασώτες του Οικουμενισμού υπολογίζουν την μικρή μας προσπάθεια, η οποία λειτουργεί ως τροχοπέδη στα ανίερα σχέδια τους!

Εκ του Γραφείου επί των Αιρέσεων και Παραθρησκειών

[1] Μεγ. Βασιλείου, Επιστολή 164, P.G.32,636D-637A

[2] http://aktines.blogspot.com/2023/04/blog-post_168.html

[3] Μεγάλου Φωτίου, Επιστολή β΄, βιβλίο α΄, PG 102,605 C

[4] Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Ὁμιλία πρὸ τῆς ἐξορίας 1-2, PG 52, 429.

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΓΡΑΦΕΙΟ ΕΠΙ ΤΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΑΘΡΗΣΚΕΙΩΝ

Εκκλησία Online
Γράψε το σχόλιό σου

Αφήστε μια απάντηση

Comment moderation is enabled. Your comment may take some time to appear.