Μια ημερομηνία η οποία θα έπρεπε να είναι ημέρα αποφράδα για το Γένος μας είναι και η 13η Απριλίου, ημέρα κατά την οποία ως γνωστόν μνημονεύουμε τη θλιβερή επέτειο της άλωσης της Κωνσταντινουπόλεως από τους Φράγκους το 1204. Κατά τον αείμνηστο βυζαντινολόγο καθηγητή St. Ranciman, το κατ’ εξοχήν τραγικό αυτό γεγονός σηματοδοτεί «το μεγαλύτερο έγκλημα κατά της ανθρωπότητας».[1] Κατά τον ιστορικό Η. Gregoire η άλωση της Κωνσταντινουπόλεως από τους Σταυροφόρους αποτελεί το «αίσχος της Δύσεως», καθ’ ότι «η λεηλασία της Κωνσταντινουπόλεως από τους Φράγκους δεν έχει το αντίστοιχό της στην Ιστορία».[2] Λόγω της χρονικής επικαιρότητας του θέματος αποφασίσαμε να ασχοληθούμε στην παρούσα ανακοίνωσή μας μ’ αυτό το τρομακτικών διαστάσεων έγκλημα κατά της ανθρωπότητας και ιδιαιτέρως κατά του Γένους ημών, των Ορθοδόξων Ελλήνων, το οποίο είχε καθοριστική σημασία στην μετέπειτα ιστορική πορεία της Ρωμιοσύνης, αλλά και όλης της ανθρωπότητος.

Είναι γεγονός πως η σύγχρονη ιστοριογραφία, καθοδηγούμενη από την προπαγάνδα της δήθεν «πολιτισμένης Δύσεως» και τους αφανείς προωθητές της «Νέας Τάξεως Πραγμάτων», αποσιωπά τοιούτου είδους εγκλήματα. Ιδιαιτέρως οι Δυτικοί, προσπαθούν να υποτιμήσουν το γεγονός και να συσκοτίσουν την κύρια αιτία της παρακμής της χιλιόχρονης Ρωμαϊκής, (Βυζαντινής), Αυτοκρατορίας, στην οποία καλλιεργήθηκαν όλες οι μεγάλες αξίες του ελληνοχριστιανικού πολιτισμού, οι οποίες αποτέλεσαν την βάση του κατοπινού παγκόσμιου πολιτισμού. Τα σχολικά μας βιβλία το προσπερνούν ως ένα συνηθισμένο ιστορικό γεγονός: «Η καταστροφή της Ρωμανίας από τη Δύση, με την Άλωση της Νέας Ρώμης/Κωνσταντινούπολης την 13η Απριλίου 1204 από τους Σταυροφόρους, αποσιωπάται, ή δεν του δίνεται η πρέπουσα σημασία. Θα έλεγε κανείς, ότι επειδή ο προσανατολισμός του νεοελληνικού κράτους ήταν προς τη Δύση, οι ηγέτες του σκέφτηκαν ότι αυτός ο προσανατολισμός συνεπάγεται απαραίτητα και τη λήθη της ιστορίας»[3]. Ευτυχώς όμως συνεχίζουν να υπάρχουν μέχρι σήμερα φωτισμένοι και καταξιωμένοι διδάσκαλοι και έγκυροι ιστορικοί, οι οποίοι φροντίζουν να συντηρούν την πνευματική και εθνική μας μνήμη. Στις γραμμές που ακολουθούν θα παραθέσουμε με πολλή συντομία ορισμένες από τις πάμπολλες μαρτυρίες για την άλωση της Πόλης από ορισμένους από αυτούς, για να θυμούνται οι μεγαλύτεροι και να διδάσκονται οι νεώτεροι.

Ο μακαριστός π. Γεώργιος Μεταλληνός, κορυφαίος ιστορικός της εποχής μας σε μια σπουδαία περιεκτική σχετική εργασία του με τίτλο: «Η άλωση του 1204 και οι συνέπειές της», έγραψε: «Οι Φράγκοι ‘χριστιανοί’ διέπραξαν ακατονόμαστες πράξεις αγριότητας και θηριωδίας. Φόνευαν αδιάκριτα γέροντες, γυναίκες και παιδιά. Λεηλάτησαν και διήρπασαν τον πλούτο της ‘βασίλισσας των πόλεων του κόσμου’. Στη διανομή των λαφύρων μετέσχε, κατά τη συμφωνία, και ο Πάπας Ιννοκέντιος ο Γ’ (1198-1216). Το χειρότερο: Πυρπόλησαν το μεγαλύτερο μέρος της Πόλης και εξανδραπόδισαν μεγάλο τμήμα του πληθυσμού της. Μόνο την πρώτη ημέρα δολοφονήθηκαν 7.000 κάτοικοι. Ιδιαίτερα όμως στόχος των σταυροφόρων ήταν ο ορθόδοξος Κλήρος. Επίσκοποι και άλλοι κληρικοί υπέστησαν φοβερά βασανιστήρια και κατασφάζονταν με πρωτοφανή μανία. Ο Πατριάρχης, (Ιωάννης Γ΄), μόλις μπόρεσε, ανυπόδυτος και γυμνός, να περάσει στην απέναντι ακτή….Εσυλήθησαν οι ναοί και αυτή η Αγία Σοφία, σε πρωτοφανείς σκηνές φρίκης. Στη λεηλασία πρωτοστατούσε ο λατινικός κλήρος. Επί πολλά χρόνια τα δυτικά πλοία μετέφεραν θησαυρούς από την Πόλη στη Δύση, όπου ακόμη και σήμερα κοσμούν εκκλησίες, μουσεία και ιδιωτικές συλλογές. Βασικός τόπος συγκέντρωσης των διαρπαγέντων θησαυρών ο ναός του Αγίου Μάρκου στη Βενετία. Ένα μέρος των θησαυρών (κυρίως χειρόγραφα), καταστράφηκε. Μέγα μέρος από τους ‘βυζαντινούς’ θησαυρούς του Αγ. Μάρκου εκποιήθηκε το 1795 από τη Βενετική Δημοκρατία για πολεμικές ανάγκες»[4].

Παρόμοια περιγραφή μας δίδει και ο ιστορικός κ. Βλάσιος Φειδάς, καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του ΕΚΠΑ. Γράφει: «Η πόλη καταλήφθηκε στις 13 Απριλίου 1204 και γνώρισε φρικώδεις στιγμές λεηλασίας και βιαιοτήτων. Επί τρείς ημέρες εγκατακλήφθηκε στη βάρβαρη διάθεση των κατακτητών οι οποίοι όχι μόνο λεηλάτησαν και σύλησαν τα πάντα, αλλά και εξετράπησαν σε κάθε είδους βιαιότητες, ή και βαρβαρότητες εναντίον του τοπικού πληθυσμού».[5]

Ο μακαριστός Σαράντης Καργάκος προσθέτει: «Η ΚΠολη, έρημη από υπερασπιστές, παραδόθηκε στη μανία των σταυροφόρων. Μεγάλο μέρος της πυρπολήθηκε, 2.000 άνθρωποι σφάχτηκαν την πρώτη ημέρα, ιερά λείψανα βεβηλώθηκαν, εκκλησίες μολύνθηκαν και απογυμνώθηκαν από κάθε πολύτιμο ανάθημα, έργα τέχνης καταστράφηκαν, ή μεταφέρθηκαν στη Δύση, τεμαχίστηκε η Αγία Τράπεζα της Αγ. Σοφίας και μιάνθηκε η ιερότητα του χώρου της, σκυλεύτηκαν τα λείψανα του Ιουστινιανού και γενικά ‘ουδέν ανόσιον και ασεβές παρελείφθη’, όπως λέγει ο Παπαρρηγόπουλος».[6]

Άλλη ιστορική πηγή μας πληροφορεί τα εξής: «Στις 12 Απριλίου 1204, καθώς ο καιρός βελτιώθηκε, οι συνθήκες τελικά ευνόησαν τους Σταυροφόρους και διατάχθηκε δεύτερη επίθεση στην Πόλη…Οι Βενετοί πέτυχαν επίσης να αναρριχηθούν στα τείχη από τη θάλασσα, παρότι υπήρξαν εξαιρετικά αιματηρές μάχες με τους μισθοφόρους Βαράγγους. Οι Σταυροφόροι κατέλαβαν την περιοχή της Βλαχέρνας στα βορειοδυτικά της Πόλης και το χρησιμοποίησαν ως βάση για να επιτεθούν στην υπόλοιπη πόλη, αλλά στην προσπάθειά τους να αμυνθούν με τείχος πυρός, κατέληγαν να κατακαίνε ακόμη περισσότερο την Πόλη. Ο αυτοκράτορας Αλέξιος Ε΄ έφυγε από την πόλη εκείνο το βράδυ μέσω της Πύλης Πολυανδρίου και δραπέτευσε στην ύπαιθρο στα δυτικά, παίρνοντας μαζί του το δημόσιο θησαυροφυλάκιο. Την Τρίτη 13 Απριλίου 1204, η Άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους είχε ολοκληρωθεί….Οι Σταυροφόροι λεηλάτησαν, τρομοκράτησαν και βανδάλισαν την Κωνσταντινούπολη για τρεις ημέρες, κατά τη διάρκεια των οποίων εκλάπησαν, ή καταστράφηκαν πολλά αρχαία και μεσαιωνικά ρωμαϊκά και ελληνικά έργα. Τα περίφημα χάλκινα άλογα του Ιπποδρόμου στάλθηκαν για να διακοσμήσουν την πρόσοψη της Βασιλικής του Αγίου Μάρκου στη Βενετία, όπου παραμένουν ως σήμερα. Εκτός από τις κλοπές, έργα ανυπολόγιστης καλλιτεχνικής αξίας καταστράφηκαν μόνο και μόνο λόγω της υλικής τους αξίας».[7]

Από άλλη ιστορική πηγή μαθαίνουμε τα εξής: «Η Κωνσταντινούπολη, το 1204 μ.Χ., είχε πληθυσμό περίπου 300.000, πολλούς περισσότερους από τους 80.000 της Βενετίας, της μεγαλύτερης πόλης της Δυτικής Ευρώπης εκείνη την εποχή. …Μνημειακά γλυπτά, αμέτρητα έργα τέχνης, βιβλία, χειρόγραφα και κοσμήματα που είχαν συσσωρευτεί σταθερά από αυτοκράτορες και ευγενείς σε μια χιλιετία, όλα απογυμνώθηκαν και καταστράφηκαν ή λιώθηκαν για να κοπούν νομίσματα. Έπιπλα, πόρτες και μαρμάρινα αρχιτεκτονικά στοιχεία αφαιρέθηκαν για να ξαναχρησιμοποιηθούν αλλού, ακόμη και οι τάφοι των αυτοκρατόρων, συμπεριλαμβανομένου αυτού του μεγάλου Ιουστινιανού Α’, ανοίχτηκαν και το πολύτιμο περιεχόμενό τους αφαιρέθηκε. Ένα από τα πιο πολύτιμα βυζαντινά θρησκευτικά κειμήλια που κλάπηκε ήταν το Άγιο Μανδήλιο, ένα ύφασμα που λέγεται ότι έφερε αποτυπωμένη την εικόνα του ίδιου του Χριστού. Μεταφέρθηκε ως λάφυρο στη Γαλλία, αλλά, δυστυχώς, αυτό το ανεκτίμητο κειμήλιο καταστράφηκε κατά τη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης».[8]

Ο μεγάλος ιστορικός Βασίλιεφ παρατηρεί τα εξής: «Η τέταρτη σταυροφορία είναι ένα εξαιρετικά πολύπλοκο ιστορικό φαινόμενο, στο οποίο αντανακλώνται τα πιο διάφορα συμφέροντα και συναισθήματα. …Η επικράτηση των “κοσμικών” και υλιστικών αισθημάτων επί των πνευματικών, που είχαν ήδη εκδηλωθεί στις άλλες Σταυροφορίες, υπήρξε ιδιαιτέρως αισθητή κατά την Τέταρτη Σταυροφορία και απεδείχθη με την κατάληψι από τους Σταυροφόρους, το 1204 της Κωνσταντινουπόλεως και τη δημιουργία της Λατινικής Αυτοκρατορίας»[9].

Η άλωση της Κωνσταντινουπόλεως έδειξε ξεκάθαρα τις πραγματικές προθέσεις των αιρετικών δυτικών χριστιανών και κύρια του Παπισμού, ο οποίος επεδίωκε με κάθε τρόπο να θέσει υπό την κυριαρχία του την Ορθόδοξη Ανατολή. Όπως παρατηρεί ο μακαριστός π. Γ. Μεταλληνός: «Μεγαλύτερη αξία, έτσι, από τη λεία είχε για τον πάπα και το κράτος του η επιβολή του λατινικού κύρους στην Ανατολή. Διοργανώθηκε γι’ αυτό η λατινική ιεραρχία κατάλληλα, ώστε να διεξαγάγει τελεσφόρο αγώνα για τη μεταστροφή και υποταγή των Ορθοδόξων. Όσοι δεν ανεγνώριζαν το λατίνο αυτοκράτορα και τη λατινική Ιεραρχία χαρακτηρίζονταν σχισματικοί»[10].

Οι δυτικές πηγές ρίχνουν το βάρος στην εκκλησιαστική πλευρά του θέματος. Την καταστροφή της Πόλης βλέπουν ως τιμωρία των «αιρετικών» Γραικών, που θεωρήθηκαν ως «ασεβείς και χειρότεροι από τους Εβραίους» και την εορτάζουν ως «νίκη της χριστιανοσύνης»[11]. «Ο Πάπας Ιννοκέντιος Γ’ (1198-1216), θα απειλήσει, δήθεν, τους Σταυροφόρους με αφορισμό, αλλά θα φροντίσει να λησμονήσει, εγκαίρως, την απειλή του. Μετά την καταστροφή της Βασιλεύουσας, θα γράψει προς τον αυτοκράτορα της Νίκαιας Θεόδωρο Λάσκαρη ότι ‘οι Λατίνοι υπήρξαν όργανο της Θείας Προνοίας, που τιμώρησε τους ‘Ελληνες για την άρνησί τους να δεχθούν την ηγεσία της Ρωμαϊκής Εκκλησίας’[12]. Σε ολόκληρη την Δύση θα ψάλλουν ύμνους για να πανηγυρίσουν την πτώση της ‘μεγάλης ανίερης (profana) πόλεως’»[13].

Μετά τη διάλυση της Ανατολικής Αυτοκρατορίας, και τη δημιουργία της Λατινικής ο πάπας Ιννοκέντιος κατέβαλε συντονισμένες προσπάθειες, μεταχειριζόμενος βία και απάτη, για την υποταγή στον παπικό θεσμό και τον εκλατινισμό των ορθοδόξων. Έγραψε ο π. Γ. Μεταλληνός: «Πολλοί ορθόδοξοι ιεράρχες κατέφυγαν στα τρία νέα ελληνικά κράτη, (Νικαίας, Τραπεζούντας και Ηπείρου). Οι παραμείναντες στους θρόνους τους ορθόδοξοι ιεράρχες ζούσαν κάτω από συνεχείς πιέσεις, για να υποταγούν στόν παπικό θρόνο, στις κενές δε ή χηρεύουσες θέσεις εχειροτονούντο λατίνοι. 22 αρχιεπισκοπές (μητροπόλεις) και 56 επισκοπές προσαρτήθηκαν στο λατινικό Πατριαρχείο Κων/λεως, χωρίς όμως ποτέ να δηλώσουν υποταγή στόν πάπα. […] Ο Ιννοκέντιος στη σύνοδο του Λατερανού, (1215), για να αντιμετωπίσει την ορθόδοξη αντίσταση και να διευκολύνει την υποταγή ευρύτερων μαζών στο παπικό δόγμα, εφεύρε τον καταχθόνιο θεσμό της Ουνίας. Ο θεσμός δε της Ουνίας ως πολιορκητική μηχανή και ‘δούρειος ίππος’ επικράτησε αργότερα σε περιοχές της Ορθόδοξης Ανατολής […] Η Σύνοδος έκαμε δεκτή τη διατήρηση των εκκλησιαστικών εθίμων των Ορθοδόξων, ζητώντας από αυτούς μόνο την αναγνώριση του παπικού πρωτείου (και ευρύτερα του παπικού θεσμού) και την υποταγή, έτσι, στον παπικό θρόνο»[14].

Άλλη μεγάλη επίπτωση: «Εξ’ αιτίας της Άλωσης του 1204 η Ρωμηοσύνη στάθηκε αδύναμη να αντιμετωπίσει τους Τούρκους. Με άλλα λόγια, η Άλωση του 1204 οδήγησε στα 400-600 χρόνια Τουρκοκρατίας, αλλά αυτό το συμπέρασμα απωθήθηκε, πιθανότατα λόγω του ιδεολογικού προσανατολισμού της ηγετικής τάξης του Ελληνικού κράτους. Είναι σήμερα γενικά παραδεκτό, πως αυτή ήταν η αιτία της επικράτησης των Τούρκων στη Μικρά Ασία και τα Βαλκάνια. Ένα Ρωμαίικο Κράτος που δεν θα είχε υποστεί την Άλωση του 1204, πιθανότατα θα ανέκαμπτε, όπως είχε κάνει πολλές φορές στο παρελθόν άλλωστε, και θα αντιμετώπιζε τους Τούρκους νικηφόρα, όπως και τους Άραβες. Αλλά αυτή η ευκαιρία δεν δόθηκε στην ρωμηοσύνη»[15].

Θεωρούμε καθήκον μας να θυμίζουμε συχνά το εγκληματικό παρελθόν και παρόν του Παπισμού, ο οποίος δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένας «εκχριστιανισμένος» Φραγκισμός, συμπεριφερόμενος απαράλλακτα όπως οι βάρβαρες εγκληματικές ορδές των Φράγκων του μεσαίωνα, όταν οι περιστάσεις το επιτρέπουν. Επομένως δεν πρέπει να μας παραπλανά το γεγονός ότι στη σημερινή χρονική συγκυρία ο «Πάπας» έχει φορέσει τον μανδύα της αγάπης. Το σύγχρονο Βατικανό, ως πολιτικοοικονομικό σύστημα, (διότι περί αυτού πρόκειται), δεν είναι τίποτε διαφορετικό από τα φεουδαρχικά φραγκικά καθεστώτα του σκοτεινού και απάνθρωπου μεσαίωνα! Τίποτε δεν έχει αλλάξει μέχρι σήμερα! Είναι ανάγκη να συντηρήσουμε την εθνική μας μνήμη ζωντανή στο λαό μας και στις μελλοντικές γενιές, ώστε να μην βιώσουν στο μέλλον σύγχρονες «σταυροφορίες» από τους νεοβάρβαρους απογόνους των Φράγκων.

Γραφείο Αιρέσεων Ι.Μ.Πειραιώς
Γράψε το σχόλιό σου

Αφήστε μια απάντηση

Comment moderation is enabled. Your comment may take some time to appear.