Ὅταν εἴμαστε παιδιά, ἐμεῖς οἱ μεγαλύτεροι στήν ἡλικία, προσπαθοῦσαν γονεῖς, δάσκαλοι, Κατηχητὲς ἀλλὰ καὶ τὰ τότε Μέσα Μαζικῆς Ἐνημερώσεως, κυρίως τὸ ραδιόφωνο μέ τὴν παρουσίαση θεατρικῶν ἔργων, νά μᾶς ἐμφυσήσουν τὸ «πνεῦμα τῶν Χριστουγέννων», ὅπως ἔλεγαν, τὸ ὁποῖο δέν ἦταν ἄλλο ἀπὸ τὸ πνεῦμα τῆς ἀγάπης, τῆς φιλανθρωπίας, τῆς ἀλληλεγγύης, τῆς ἐλεημοσύνης, ὡς ἀπόρροια τῆς τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ συγκαταβάσεως, ὁ Ὁποῖος, Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς, «ἔκλινεν οὐρανοὺς καὶ κατέβη» (Ψαλμ. ιζ’ 9), «ἑαυτὸν ἐκένωσε μορφὴν δούλου λαβών» (Φιλιπ. β’, 6), κατὰ δέ τὸν θεολόγον Γρηγόριον: «Ὁ πλήρης κενοῦται τῆς ἑαυτοῦ δόξης ἐπὶ μικρὸν ἵν᾿ ἐγὼ τῆς ἐκείνου μεταλάβω πληρώσεως» (λόγος εἰς τὰ Γενέθλια).

Καὶ πράγματι! Ἐκεῖνος πού διαμοιράζει τὰ πλούτη καὶ τοὺς θησαυροὺς τῆς παρούσης ζωῆς καὶ τῆς μελλούσης, ἀφοῦ κατὰ τὸν Προφήτην Ἀγγαῖον: «ἐμὸν γάρ φησι, τὸ ἀργύριον καὶ ἐμὸν τὸ χρυσίον, λέγει Κύριος παντοκράτωρ» (β’, 9), ἐγεννήθη σὲ πτωχότατο σπήλαιο καὶ σὲ εὐτελέστατη φάτνη χωρὶς τὰ χρειώδη, τά συνηθισμένα καὶ σ᾿ αὐτές ἀκόμη τίς γεννήσεις τῶν πιὸ φτωχῶν παιδιῶν, χωρὶς κἄν τὶς μικρὲς «ἀναπαύσεις» τοῦ φτωχικοῦ σπιτιοῦ Του, πού εἶχε στήν Ναζαρέτ! Καὶ τὸ παράδοξο! Σὲ ᾿κείνη τὴν «ἄκρα πτωχεία» ὁ Παντουργὸς καλεῖ ἀπὸ τοὺς οὐρανούς τούς Ἀγγέλους, ἀπό τούς ἀγροὺς τοὺς Ποιμένες, ἀπὸ τὰ πέρατα τῆς γῆς τοὺς Μάγους γιά νά Τὸν προσκυνήσουν, σὲ ᾿κεῖνον τὸν «θρόνο», μιᾶς εὐτελέστατης φάτνης καὶ σ᾿ ἐκείνη τὴν «αὐλὴ» ἑνὸς πενιχρώτατου σπηλαίου. «Ὢ πτωχεία ὑπέρπλουτος! Ὢ συγκατάβασις ὑπερύψιστος», θά γράψει ἔκθαμβος ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης.

Καὶ ἐν πολλοῖς ἐκεῖνο τὸ «πνεῦμα τῶν Χριστουγέννων» ἄγγιζε τὶς καρδιὲς μας καὶ ἔστω τίς ἡμέρες ἐκεῖνες τίς ἅγιες ὁ καθένας μας, στό μέτρο τοῦ δυνατοῦ, ἔκανε τὴν ὑπέρβασή του, ξεπερνοῦσε τὴν φιλαυτία του, ἔβγαινε ἔξω ἀπὸ τὰ στενὰ ὅρια τοῦ ἑαυτοῦ του καὶ ἀγαθοεργοῦσε σὲ συνδυασμὸ πάντα μέ τὸν Ἐκκλησιασμὸ καὶ τὴν κατάλληλη προετοιμασία, μέσῳ τῆς μετανοίας καὶ τῆς ἐξαγορεύσεως στό Ἱ. Μυστήριο τῆς Ἐξομολογήσεως, γιά τὴν συμμετοχὴ του στό Ἱ. Μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας, ὥστε ἡ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ, ἐκεῖνες τίς ἡμέρες τῶν Χριστουγέννων, ν᾿ ἀποτελοῦσε ξεχωριστὸ σταθμὸ στήν ζωὴ του, ὑποδεχόμενος τὸν Χριστὸ στήν καρδία του!

Τὰ χρόνια ὅμως πέρασαν. Οἱ ἐποχὲς ἄλλαξαν – κατὰ τὸ δή λεγόμενον -, ἂν καὶ «Ἰησοῦς Χριστὸς χθὲς καὶ σήμερον ὁ αὐτὸς καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας» (Ἑβρ. ιγ’, 8), καὶ αὐτὸ πού νοηματοδοτεῖ τὴν ζωὴ μας τὰ τελευταῖα χρόνια δέν εἶναι οἱ ἀξίες τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ ἀλλὰ οἱ ἐπίγειες πραγματικότητες καί πολλές φορές οἱ εἰκονικές, τὸ ἐπάγγελμά μας ἤ μία καλή σύνταξη, ἡ ἄνεσή μας, ἡ ὑγεία μας, ὁ ἀλόγιστος ὑπερκαταναλωτισμός, ὄχι πιά ἡ οἰκογενειακή μας ζωή ἀλλά ὁ ἑαυτούλης μας!!! Ἐπιθυμοῦμε, βέβαια, νά μετέχουμε σὲ κάποιες τελετές, νά ἐκπληρώνουμε ὁρισμένες θρησκευτικὲς ὑποχρεώσεις, ἀλλὰ κι αὐτὸ νά γίνεται γιά νά κινεῖται καί τό ἐμπόριο χωρὶς κόστος στίς προτιμήσεις μας. Γιά τό «καλό» ἤ γιά τήν «παράδοση». Ἔτσι καὶ ἐκεῖνο πού μάθαμε ἀπὸ μικρὰ παιδιὰ μέ λαχτάρα νά τραγουδᾶμε: «…κι ὅλοι πᾶν στήν Ἐκκλησιά πού Χριστούγεννα σημαίνει…» τὸ χάσαμε, ἀφοῦ ἀντὶ γιά τὸν «βαθὺ Ὄρθρο» τῶν Χριστουγέννων πᾶμε πιὰ στήν Ἐκκλησία – ἂν πᾶμε – ἐνῷ ἔχει φωτίσει ἡ ἡμέρα, γιατὶ προτιμοῦμε τὴν ὁλονύκτιο διασκέδαση, τὴν παννυχίδα, τῆς παραμονῆς τῶν Χριστουγέννων, τὸ «ρεβεγιὸν», ὅπως μᾶς τὸ ἔμαθαν!

Ποῦ πιὰ ἡ εὐχάριστη διάθεση τῶν παιδιῶν, πού τραγούδησαν τὰ κάλαντα: «Γιά τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ γιά ᾿κείνους πού πεινᾶνε στ᾿ ἀρχοντικό σας ἤρθαμε μέ πίστη τραγουδᾶμε…» καὶ μοίρασαν τὰ χρήματα, πού μάζεψαν, μέ τοὺς φτωχοὺς τῆς Ἐνορίας τους ἢ τῆς γειτονιᾶς τους; Ποῦ ἡ συγχώρηση πού πῆραν ἀπὸ γονεῖς, προπάτορες, δασκάλους… γιά τὰ σφάλματά τους καὶ ἡ σπουδὴ νά κοιμηθοῦν νωρὶς ὥστε νά ξυπνήσουν ἄφωτα, πρὶν τὴν πρώτη καμπάνα, νά φορέσουν τὰ γιορτινὰ τους καὶ μέ γιορτινὴ ψυχὴ νά πᾶνε στήν Ἐκκλησία ν᾿ ἀκούσουν: «Δεῦτε ἴδωμεν πιστοὶ ποῦ ἐγεννήθη ὁ Χριστὸς…», ν᾿ ἀπολαύσουν τὸν Ναὸ νά λαμποκοπᾷ μέσα στόν πλούσιο φωτισμό, ν᾿ ἀκούσουν τούς ἱεροψάλτες νά ψάλλουν καλλικέλαδα τό: «Ἡ Παρθένος σήμερον…», νά ἰδοῦν τὸν Δεσπότη τους μέ τοὺς Ἱερεῖς καὶ τοὺς Διακόνους του φορεμένους στά λαμπρὰ τους λειτουργικά ἄμφια νά τελοῦν μέ ὅλη τους τὴν «δόξα» τὴν Χριστουγεννιάτικη Θ. Λειτουργία, νά λειτουργηθοῦν μέ χαρούμενη διάθεση, μέ εὐλάβεια καὶ ταπείνωση νά ὑποκλιθοῦν στόν «κλίναντα οὐρανοὺς καὶ καταβάντα» καὶ στό τέλος «μετὰ φόβου Θεοῦ, πίστεως καὶ ἀγάπης» νά μεταλάβουν, καὶ πέρνοντας μέσα τους τὴν Ἁγία Κοινωνία νά κάνουν σωστά, ἅγια καί εὐφρόσυνα Χριστούγεννα!!!

Τὰ ξεχάσαμε, τά ἀγνοοῦμε ἤ τά παραθεωροῦμε, ἀγαπητοί μου Χριστιανοί, αὐτά; Καὶ τώρα, πού μετά τήν δεκαετή οἰκονομική κρίση, τό γενικό ξελασκάρισμα τῶν σχέσεών μας μέ τούς Εὐρωπαίους «ἑταίρους» μας καί τίς ἐσχάτως ἐπαναλαμβανόμενες ἀπειλές γιά πόλεμο ἀπό τήν γείτονά μας Τουρκία, ἦλθε καί ὁ Κορωνοϊός καὶ ἀνέτρεψε ὅλα αὐτὰ τά πνευματικά πού γνωρίζαμε καὶ πού τὰ ἀφήσαμε, γιατὶ θελήσαμε τὸ δῆθεν «νέο», ἂν καὶ τὸ «πάντων καινῶν καινότατον, τὸ μόνον καινὸν ὑπὸ τὸν ἥλιον, δι᾿ οὗ ἡ ἄπειρος τοῦ Θεοῦ ἐμφανίζεται δύναμις» (Ἰω. Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβής τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως, ΕΠΕ 1,282), εἶναι ἡ σάρκωση τοῦ Λόγου. Ὁ φόβος γιά τήν ἐπιβίωση μᾶς ἄφησε ἀδιάφορους γι᾿ αὐτό «τό μόνον καινόν». Ἡ μεταμοντέρνα ἐποχή, ἡ παγκοσμιοποίηση, ἡ ψευδαίσθηση τῆς τεχνιτῆς νοημοσύνης φαντάζουν ἀσφαλέστερα. Κατευθυνόμαστε νά εὐχόμαστε ἀντί γιά «Καλὰ Χριστούγεννα» «Καλὲς Γιορτές», μήπως καὶ θιγοῦν κάποιοι ἐκ τῶν ὀπαδῶν τοῦ ὀρθοῦ λόγου πού δέν πιστεύουν, ἀλλά οὔτε θέλουν νά ἀκούγεται, τό «ξένον καὶ παράδοξον» μυστήριο τοῦ ἐρχομοῦ τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ στήν γῆ ὡς ταπεινοῦ ἀνθρώπου! Ἐγκαταλείψαμε πρῶτοι ἐμεῖς τὸν «πλοῦτο» μας, ἴσως γιατὶ ἀποτύχαμε στήν προσπάθειά μας νά ζήσουμε «βίον ἔντιμον κατὰ τὸ Εὐαγγέλιον», νά ζήσουμε «χρόνια πολλὰ καὶ εὐτυχῆ, μέ καθαρὰ κι ἁγνὴ ψυχή…»! Βρώμισε ἡ τηλεόραση, βρώμισε ὁ διαδικτυακὸς χῶρος μέ κάθε λογῆς «σκουπίδια», βρώμισε ὅλος ὁ πλανήτης μας, βρώμισε ὁ περίγυρός μας ἀπό τίς «τριγενεῖς» καί «τρικατάληκτες» «ἀπάτορες», «ἀμήτορες», «ἀγεανολόγητες», τεχνολογημένες καί πολυειδῶς καί πολυτρόπως παραμορφωμένες καί ἐξαρτώμενες «προσωπικότητές» μας. Βρώμισε ἡ πολιτική μας διά νόμων παγκοσμίου ἐπιβολῆς καί ὑπερηφάνειας…, πού κατασκευάζουν ἀπάτριδες καί ἀνόητους φιλοχρήματους, φιλοπόλεμους ἐξουσιαστές, ὑποκρινόμενους τούς ἀντεξουσιαστές, καὶ μ᾿ αὐτὰ βρωμίζεται νυχθημερόν ἡ ψυχὴ κάθε ἀνθρώπου καί ἰδίως τῶν νέων μας. Χάσαμε τὸν Ἕνα καὶ Μοναδικό Ἀληθινό Θεό – καί Ἄνθρωπο-, τὸν Ἰησοῦν Χριστό, στήν προσπάθειά μας νά γινόμαστε ὑπερβολικὰ ἐξωστρεφεῖς. Ἔτσι ἡ ζωή μας, οἱ ἐκφάνσεις της καὶ οἱ γιορτὲς μας ἔγιναν «τυπικὲς», μονότονες, «ἀπανδόκευτες», ἀνιαρές μέ μόνο χαρακτηριστικό τους τὴν ἐξωστρέφεια, τήν κίνηση τῆς ἀγορᾶς καί τοῦ ἐμπορίου καὶ τὴν διάχυση ἤ καλύτερα τὴν διασκέδαση κατὰ κυριολεξία, τὸν διασκορπισμό τῆς ἐσωτερικῆς προσοχῆς δηλαδή, ἡ ὁποία ὅμως εἶναι τόσο οὐσιώδης στήν βίωση τῆς Χριστιανικῆς μας ζωῆς.

Δέν προσέξαμε, ἄλλωστε ποιός νά μᾶς τό πεῖ, πώς ἀρχίζει στήν Ἐκκλησία μας ἡ προετοιμασία γιά τὰ Χριστούγεννα. Ἀρχίζει στίς 21 Νοεμβρίου μέ τὴν ἑορτὴ τῶν Εἰσοδίων κατά τήν ὁποία καί ἀρχίζομε νά ψάλλουμε τίς καταβασίες «Χριστός γεννᾶται». Ἡ Θεοτόκος εἰσέρχεται τριῶν χρονῶν παιδούλα στόν Ναὸν τοῦ Θεοῦ γιά τόν ὁποῖο τὸ βιβλίο τῶν Γ’ Βασιλειῶν τῆς Π. Διαθήκης γράφει: «Καὶ ἐποίησε (ὁ Σολομὼν) τῷ οἴκῳ θυρίδας παρακυπτομένας κρυπτὰς» (στ’, 4), δηλαδὴ ἀνοίγματα στούς τοίχους τοῦ Ναοῦ σὰν φωταγωγούς, φαρδεῖς ἐσωτερικῶς καὶ στενούς ἐξωτερικῶς, ὅπου κατέληγαν σὲ τρύπες μέ ἀποτέλεσμα νά ἔμπαινε λιγοστὸ φῶς, ὥστε ὑπῆρχε μέσα στόν Ναὸ κάποιο ἡμίφως. Ἐκεῖ ἡ Θεοτόκος ἐσωτερίκευε τίς Γραφές, ζοῦσε τὴν πτωχεία τῷ πνεύματι, πού συνιστοῦσε ἡ ἀφάνεια της, καὶ προετοιμαζόταν γιά τὴν ὑπέρτατη συγκατάθεση κατὰ τὴν ἡμέρα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ: «Ἰδού ἡ δούλη Κυρίου˙ γένοιτό μοι κατὰ τὸ ρῆμα σου» (Λουκ. α’, 38). Ἔτσι καὶ ᾿μεῖς, σέ ἀντίθεση μέ ὅσα θλιβερά καί ἀντεκκλησιαστικά ἐπιβάλλονται ἀπό ἀδαεῖς περί τά θεῖα, «εἰδικούς» ὅμως σέ ὅλα, ὀφείλουμε νά εἰσερχόμαστε στόν «ναὸ» τῆς καρδιᾶς μας. Καὶ ἐπειδὴ ἐμεῖς, δυστυχῶς, δέν τὸ πράττουμε αὐτὸ, ἦλθε ὁ Κορωνοϊὸς νά μᾶς ἐξαναγκάσει, ὥστε ν᾿ ἀποφεύγουμε ὅ,τι εἶναι περιέργεια, ὅ,τι εἶναι περισπασμός, ὅ,τι χαρακτηρίζεται ἀπὸ ἀπληστία νά ᾿δῶ, ν᾿ ἀγγίξω, νά ἀκούσω, νά γευθῶ καὶ κυρίως νά ὁμιλῶ (σέ μιά περίπτωση δύνασαι νά ὁμιλεῖς, ὅταν διδάσκεις τά παιδιά σου τίς ἀλήθειες τῆς Πίστεώς μας, τά ἱερά καί τά ὅσια τῆς Χριστιανικῆς παραδόσεώς μας καί ζωῆς) γιά ἐξωτερικὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα μπορεῖ καὶ νά φαίνονται «καλά», ἀλλὰ μᾶς στεροῦν τὴν ἐσωτερικὴ παρουσία τοῦ Χριστοῦ στήν καρδία μας, ἐκεῖ πού τὸ Ἅγιον Πνεῦμα Τὸν ἔχει ἐγγράψει.

Νοσταλγοῦμε ἔντονα αὐτές τις ἡμέρες, Χριστιανοί μου, τὰ βιώματα τῶν παιδικῶν μας χρόνων; Ἀναπολοῦμε Χριστούγεννα τῆς πρώτης μας ἀθωότητος; Ἄς δοξάσουμε τὸν Χριστὸ γιά ὅλα, ἀφοῦ «…καὶ αἱ τρίχες τῆς κεφαλῆς πᾶσαι ἠριθμημέναι εἰσὶ» (Ματθ. ι’, 30). Ἄς τόν δοξάσουμε καὶ γιά τὸν Κορωνοϊό, πού μᾶς «ἔκλεισε μέσα» ἀλλ᾿ ἐπέλεξε τόν τρόπο μακράν Του ὡς νέοι «ἄσωτοι υἱοί νά ἔλθωμεν εἰς ἑαυτούς» καί ἐπιστρέφοντες νά κοινωνήσουμε «τόν ἀμνόν τοῦ Θεοῦ τόν αἵροντα τήν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου» ὡς «ἀντίδοτον τοῦ μή ἀποθανεῖν», καί εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καί εἰς ζωήν αἰώνιον.

Ἐλᾶτε Χριστιανοί μου, ἄς μελετήσουμε τὸν Νόμο Του στόν ναὸ τῆς καρδίας μας, σ᾿ αὐτὴν τὴν «ἱερὴ ἔρημο»… Ἄς ἀναθεωρήσουμε τίς θέσεις μας. Ἄς μετανοήσουμε καὶ ἄς ἀποφασίσουμε ν᾿ ἀφεθοῦμε πλήρως στό ἅγιον θέλημά Του, ὥστε καθοδηγούμενοι ἀπὸ τὸ Φῶς Του νά τύχουμε, τῆς συναντήσεως μαζὶ Του μέσῳ τῆς κατά Θεόν ἀγάπης καί φιλανθρωπίας «μέ χαρὰ καὶ μέ ὑγεία μέ τὴν θείαν εὐλογία»!

Χρόνια πολλὰ σωτήρια, ὑγιεινά, εὐφρόσυνα καί ἐν μετανοίᾳ!

Διάπυρος πρός Χριστόν Τεχθέντα εὐχέτης Σας

μετά στοργῆς καί ἀγάπης πολλῆς

Ο ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΠΑΤΕΡΑΣ ΚΑΙ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΣΑΣ

Εκκλησία Online
Αποστολή
Αξιολόγηση επισκεπτών 0 (0 ψήφοι)

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.