62 χρόνια ζωής γιορτάζει σήμερα η Κυπριακή Δημοκρατία. 62 χρόνια κατά τη διάρκεια των οποίων τα σκαμπανεβάσματα, έχουν γίνει πλέον συνήθεια, τόσο σε πολιτικό επίπεδο όσο και σε επίπεδο πολιτών. Μεγάλοι αγώνες, μεγάλες νίκες μεγάλες επιτυχίες. Κι από την άλλη, μεγάλες τραγωδίες, ιστορικές ήττες και λάθη που ο λαός καλείται να πληρώνει μέχρι σήμερα.

Τα 62α γενέθλια του κυπριακού κράτους συμπίπτουν με την προεκλογική εκστρατεία για τις Προεδρικές Εκλογές του 2023 και έχει μεγάλο ενδιαφέρον να μελετήσει κανείς, τι θεωρούν οι ίδιοι οι υποψήφιοι ως τις μεγαλύτερες προκλήσεις που έχει ενώπιον του το κράτος. Αν ρωτούσες πριν δέκα, είκοσι, τριάντα ή σαράντα χρόνια, η απάντηση όλων ανεξαιρέτως των υποψηφίων θα ήταν ομόφωνη: Το Κυπριακό.

Το Κυπριακό αποτελούσε για δεκαετίες ακόμα και πριν την τουρκική εισβολή του 1974 το μεγαλύτερο πρόβλημα του τόπου. Ένα πρόβλημα που είναι βαθιά ριζωμένο και αναμφίβολα συνδέεται με τον λανθασμένο, βιαστικό και με υστεροβουλία τρόπο που η Μεγάλη Βρετανία κατά κύριο λόγο, σε συνεννόηση με τις τότε κυβερνήσεις Ελλάδας και Τουρκίας, επιχείρησαν να βρουν μια λύση που σε μεγάλο βαθμό ικανοποιούσε τις ίδιες και σε δεύτερο επίπεδο απέκρυπτε κάτω από το χαλί τα προβλήματα για τον ίδιο τον λαό, τους Ελληνοκύπριους και τους Τουρκοκύπριους.

Αυτός ήταν ο λόγος που η Κυπριακή Δημοκρατία δεν αγαπήθηκε και δεν στηρίχθηκε από κανένα, παρά μόνο από τον απλό λαό που για πρώτη φορά ένιωθε έναν αέρα ελευθερίας. Οι Βρετανοί πετύγχαιναν με μια μονογραφή να καταπνίξουν τον υπέροχο αγώνα της ΕΟΚΑ. Κατάφερναν δηλαδή να διασώσουν το κύρος της αυτοκρατορίας που εκπροσωπούσαν, το οποίο είχε πλήξει η αγωνιστικότητα και η αποφασιστικότητα των αγωνιστών της ΕΟΚΑ.

Η Ελλάδα από την άλλη, μικρή, αδύναμη και ευάλωτη με την Κυβέρνηση Καραμανλή ουσιαστικά υιοθετούσε τα βρετανικά θέλω, αφού θεωρούσε πως δεν ήταν σε θέση να αναλάβει τις ιστορικές της ευθύνες και να προωθήσει το παλλαϊκό αίτημα του ελληνισμού της Κύπρου. Από την άλλη η Τουρκία ήταν έτοιμη να αποδεχθεί οτιδήποτε της πρόσφεραν από μια ιστορία που σε πολιτικό, διπλωματικό και ιστορικό επίπεδο, ήταν χαμένη και ποτέ στο παρελθόν δεν είχε αξιώσεις ότι θα διεκδικήσει. Με τις συμφωνίες Ζυρίχης Λονδίνου πετύχαινε κάτι πολύ περισσότερο και μεγαλύτερο από αυτό που θεωρούσε ότι μπορεί να πάρει.

Και στη μέση ένας λαός ο οποίος σε συνθήκες εξαθλίωσης, πενίας και ζώντας υπό το φόβο, τέθηκε ενώπιον ενός φοβερού διλήμματος να αποδεχτεί μια συμφωνία την οποία ποτέ δεν ονειρεύτηκε ή να συνεχίσει έναν αγώνα, χωρίς να γνωρίζει που θα βγάλει. Αναμφίβολα η ελλιπής ενημέρωση που υπήρξε σε συνδυασμό με την πίεση που ασκήθηκε από συγκεκριμένα κέντρα εξουσίας, οδήγησαν τον λαό να επιλέξει την πρώτη επιλογή.

Αυτό που γνώριζε ο λαός ήταν ότι η νέα τάξη πραγμάτων θα ήταν πολύ καλύτερη και ελπιδοφόρα για το μέλλον. Αυτό που δεν γνώριζε είναι ότι τα σχέδια των τρίτων του επιφύλασσαν ασύλληπτες τραγωδίες, νέα δεινά και νέες μαύρες σελίδες στην ιστορία του, διχασμό και κτίσιμο πολιτικών καριερών στις πλάτες του λαού.

Αν αναλογιστεί κανείς τους σταθμούς στην πορεία της Κυπριακής Δημοκρατίας αυτά τα 62 χρόνια θα εντοπίσει αρκετές σημαντικές στιγμές. Τα γεγονότα της περιόδου 63-64, η προδοσία και η εισβολή του 1974, το καλοκαίρι του 1996, η ένταξη στην ΕΕ, το Σχέδιο Ανάν, η οικονομική κρίση του 2012-2013, είναι μόνο μερικές από τις καμπές στην σύγχρονη κυπριακή ιστορία.

Το κακό είναι πως στο παρασκήνιο των ιστορικών στιγμών, κάποιοι λίγοι βγήκαν κερδισμένοι, εκμεταλλεύτηκαν τα νέα δεδομένα που δημιουργούσαν και αναρριχήθηκαν πολιτικά, κοινωνικά και οικονομικά. Εξάλλου η σύγχρονη ιστορία του τόπου είναι γεμάτη με μικρά και μεγάλα σκάνδαλα και παράλληλα άδεια από τιμωρίες και καταδίκες.

Επιστρέφοντας στο σήμερα, τίθεται ξανά το ερώτημα ποιο είναι το πιο κρίσιμο ζήτημα που καλείται να αντιμετωπίσει η Κυπριακή Δημοκρατία. Ίσως για πρώτη φορά η απάντηση δεν είναι μονοδιάστατη. Δεν είναι σκέτο «Κυπριακό». Ήδη κάποιοι εκ των υποψηφίων θέτουν στο τραπέζι νέα θέματα. Μεταναστευτικό, Διαφθορά, Ενεργειακό, είναι μερικά από τα θέματα που οι υποψήφιοι θέτουν πιο ψηλά στην ατζέντα τους από το Κυπριακό.

Το αρνητικό στην προκειμένη περίπτωση, δεν είναι μόνο ότι το Κυπριακό μπαίνει σε δεύτερη μοίρα, αλλά πως ακόμα και για τα νέα ζητήματα που προκύπτουν, η πολιτική ηγεσία του τόπου συμπεριλαμβανομένων, όλων των κομμάτων και των υποψηφίων, δείχνει αδύναμη να προτείνει με παρρησία συγκεκριμένες λύσεις και να επιφέρει τομές. Είναι απογοητευτικό το γεγονός ενώ για παράδειγμα το μεταναστευτικό απειλεί τη συνοχή του κράτους εδώ και αρκετά χρόνια, η Βουλή και η Κυβέρνηση δεν κατάφεραν σε κανένα στάδιο της δημόσιας διαβούλευσης του θέματος να συμφωνήσουν στα βασικά και να εργαστούν μεθοδικά, αρχικά ορίζοντας το πρόβλημα, ακολούθως προτείνοντας λύσεις και σε τελευταίο στάδιο υλοποιώντας τις αποφάσεις. Με ένα απίστευτο μπρος πίσω, εξαγγέλλονται μεγαλεπήβολα έργα από τη μια που δεν υλοποιούνται από τη μια κι από την άλλη ασκείται μηδενιστική κριτική με αποτέλεσμα να παραμένουμε στον ίδιο παρονομαστή.

Στα θέματα της διαφθοράς, κόμματα και πολιτικοί περιορίζονται σε φτηνό λαϊκισμό, απομονώνουν μόνο όσα τους συμφέρουν, ανταλλάζουν πυρά για υποθέσεις που βαραίνουν τους μεν και τους δε και βγάζουν πάνω τα διαφθορόμετρα για να μετρήσουν ποιος έκανε την περισσότερη. Την ίδια ώρα ψηφίζουν Νόμους με το στανιό, οι οποίοι εφαρμόζονται αλά καρτ, αποδεδειγμένα απαξιώνουν ή διαφημίζουν εκθέσεις και πορίσματα αναλόγως το τι γράφουν και ο λαός παρακολουθεί. Παρακολουθεί συγχυσμένος και μπερδεμένος, αδυνατώντας πλέον να ξεχωρίσει ποιος λέει ψέματα και ποιος αλήθεια.

Και αυτό το τελευταίο, ότι δηλαδή ο μέσος πολίτης δεν ξέρει ποιον να εμπιστευτεί, είναι και η μεγάλη μας τραγωδία, αφού όλοι ανεξαιρέτως παίρνουν απροβίβαστο. Ακόμα και όσοι θέλουν να εμφανίζονται ως το νέο, το ανανεωτικό, το προοδευτικό στις μικρές και ασήμαντες προκλήσεις που βρέθηκαν μπροστά τους πέρασαν κάτω από τον πήχη.

Υπάρχει ελπίδα; Ελπίδα υπάρχει φτάνει αυτή τη φορά οι πολίτες να μην παρασυρθούν από ωραία λόγια και μεγάλες υποσχέσεις να έχουν πρόσβαση στη μεγάλη εικόνα αρπάζοντας την ευκαιρία που δημιουργούν οι επόμενες Προεδρικές Εκλογές. Με την Κυπριακή Δημοκρατία να είναι στα τελειώματα της κρίσης μέσης ηλικίας που πέρασε, είναι καιρός οι θεσμοί και το πολιτικό προσωπικό που την υπηρετεί, -ή καλύτερα τους υπηρετεί- να κάνει την αυτοκριτική του και οι πολίτες να αντιληφθούν τη δύναμη που έχουν στα χέρια τους και να κάνουν πιο σοφές επιλογές.

Ως κρίση μέσης ηλικίας ονομάζεται το σύνολο των αλλαγών στην ταυτότητα τού ανθρώπου που παρουσιάζεται στη μετάβαση στη μέση ηλικία, συνήθως από 45 μέχρι 65 χρονών. Το φαινόμενο περιγράφεται ως ψυχολογική κρίση που προκαλείται από γεγονότα, όπως η γήρανση, η έλευση του θανάτου και η έλλειψη επιτευγμάτων και εμπειριών στη ζωή. Αυτό μπορεί να προκαλέσει συναισθήματα μείζονος κατάθλιψης, τύψεων και υψηλών επιπέδων άγχους ή την επιθυμία ανάκτησης της νεανικότητας σε συνδυασμό με δραστικές αλλαγές στον τρόπο ζωής τους και την επιθυμία της αλλαγής ληφθεισών αποφάσεων του παρελθόντος.

Εκκλησία Online

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.