Θά ἀποτολμήσω ἕνα διάλογο μέ τίς σκέψεις καί τίς διαθέσεις, μέ τά ἐρωτήματα καί τίς ἀγωνίες σας.

Ὅμως, αὐτόν τόν διάλογο μεταξύ μας, θά τόν ἐγκαινιάσει ἕνας ἀπό τούς σπουδαιότερους ἁγίους πατερικούς θεολόγους τοῦ 20οῦ αἰώνα, ὁ ἅγιος Σωφρόνιος Σαχάρωφ.

«Ὅταν βλέπουμε τά παθήματα ἑκατομμυρίων ἀνθρωπίνων ὑπάρξεων, δέν μποροῦμε νά μείνουμε ἀναίσθητοι. Μέ ποιόν τρόπο μποροῦμε νά τούς ὑπηρετήσουμε; Στή χριστιανική προοπτική, ἡ τραγωδία αὐτή πάνω στή γῆ εἶναι ἡ συνέπεια τῆς ἀνυπακοῆς. Ὁ Ἀδάμ ἀναζήτησε τή θεϊκή κατάσταση, τήν αἰώνια ζωή, κόβοντας τό δεσμό μέ τόν Πατέρα καί Δημιουργό του. Ὁ Χριστός (κατά τήν ἀνθρώπινη φύση τῆς θεανθρωπότητάς Του), πρῶτος στήν ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητας, ἀνέβηκε στό Γολγοθά· διάλεξε τόν ὀδυνηρότερο θάνατο, γιά νά ἐξαλείψει αὐτήν τήν κατάρα.

»Ν’ ἀποφασίσει κάποιος ν’ ἀκολουθήσει τόν Χριστό, σημαίνει νά ἐκθέσει τόν ἑαυτό του στά παθήματα. Εἶναι ἀναπόφευκτο! Κατά τό μέτρο πού εἴμαστε ἕνα κύτταρο στό μεγάλο σῶμα τῆς ἀνθρωπότητας ἀπό τήν ἀρχή τῆς δημιουργίας τοῦ κόσμου, καί κατά τό μέτρο πού ἡ ζωή τοῦ κόσμου περνᾶ μέσα μας, ζοῦμε τήν τραγωδία τῆς ἀνθρωπότητας ὡς δική μας τραγωδία.» (Περί Πνεύματος καί ζωῆς, §83).

«Ὁ Θεός σᾶς ἔδωσε χρόνο γιά νά οἰκοδομήσετε τήν αἰώνια σωτηρία σας. Μήν τόν σπαταλᾶτε!» (Περί Πνεύματος καί ζωῆς, §247)

Αὐτά μᾶς λέει ὁ ἅγιος Σωφρόνιος ἀπό τήν πείρα τῆς προσευχῆς του, πού ἀγκάλιαζε ὅλον τόν κόσμο, πού συνέπασχε ἐν Χριστῷ μέ ὅλον τόν κόσμο, πού προσφερόταν σέ ὅλον τόν χιλιοβασανισμένο παρόντα κόσμο τῆς ἄφευκτης φθορᾶς.

Καί συνάμα τά δίδασκε αὐτά, ἀπό τήν πείρα τῆς σωτηρίας, πού τήν ζοῦσε, ἀλλά καί τήν ἀποζητοῦσε. Ἀπογευόταν τήν πληρότητα τῆς θείας χάρης τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά καί ἀγωνιζόταν νά τήν προσδέχεται τελείως καί αἰωνίως. Ἡ σωτηρία εἶναι ἕνας βηματισμός βεβαιότητος καί συνάμα προσδοκίας. Εἶναι ἐκεῖνο τό “νῦν” καί ἐκεῖνο τό “ἀεί” καί τό “εἰς αἰῶνας αἰώνων”. Ἡ πρόγευση τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ καί συνάμα ἡ ἐπιπόθηση τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Ἡ θεία λειτουργία ἐπί τοῦ παρόντος καί ἡ θεία λειτουργία στήν αἰωνιότητα.

Μέ τήν ἐμπειρική του βεβαιότητα ὡς μέλος τῆς Ἐκκλησίας, σέ ὑπακοή πρός τόν Ἐπίσκοπό του (τόν Οἰκυμενικό Πατριάρχη), ὁ ἅγιος Σωφρόνιος ἐν ζωῇ ἐπιποθοῦσε ὅλοι οἱ ἄνθρωποι νά μήν σπαταλοῦμε τό χρόνο μας μακριά ἀπό τήν προοπτική τῆς σωτηρίας.

Καί πῶς γίνεται νά μήν τόν σπαταλᾶμε τό χρόνο μας, τό χρόνο τῆς ζωῆς μου καί τῆς ζωῆς σας (“τόν ὀλίγον καί πλήρη πόνων καί πονηρίας” κατά τόν ὑμνωδό);

Αὐτό θά γίνει, ὅταν καλοσκεφθοῦμε τόν τρόπο τῆς διαλεκτικῆς τοῦ Χριστοῦ μας μέ τήν κοσμικότητα, μέ τό ὅλο σύστημα τοῦ ἀνθρωποκεντρικοῦ κόσμου! Καί αὐτή ἡ διαλεκτική τοῦ Χριστοῦ, ἡ διαλεκτική τῆς φιλανθρωπίας τοῦ Χριστοῦ πρός τόν καθένα καί πρός τόν κόσμο ὅλο, φανερώνεται στήν διαλεκτική τῆς Γεθσημανῆ καί τοῦ Γολγοθᾶ. Εἶναι ἡ διαλεκτική τῆς εὐδοκίας τοῦ Πατρός καί τῆς συνεργίας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Στή Γεθσημανή καί στό Γολγοθά, φαινομενικά ἐπρόκειτο γιά ἕνα διάλογο ὅπου ὑπερίσχυε ἡ κοσμικότητα ἑνός κόσμου ἀπέναντι τοῦ σαρκωμένου Θεοῦ. Φαινομενικά ὁ κόσμος εὐτέλιζε καί ἀπαρνιόταν καί κατανικοῦσε τό Δημιουργό καί Σωτήρα Του, ἀντιπροσφέροντας στό Χριστό τή θανάτωση τοῦ Γολγοθᾶ! Ὅμως, τώρα πιά, ὁ Θεός ἐνανθρωπήσας ἦταν καί ὁ Θεός μας καί ὁ ἄνθρωπός μας. Μέσα στήν ἐνανθρώπησή Του δεχόταν νά πεθάνει “ἵνα συναγάγῃ πάντας πρός Ἑαυτόν”. Ὁ θάνατος δέν εἶχε δικαιώματα ἐπί τοῦ Χριστοῦ. Καί ὁ Χριστός μας κατήργησε τά ἀλύπητα δικαιώματα τοῦ θανάτου ἐπί τῶν ἀνθρώπων.

Ὁ κόσμος θανάτωνε σταυρικά τό Χριστό, καί ὁ Χριστός ζωογονοῦσε τόν κόσμο! “Ὁ θάνατός σου, Κύριε, γέγονε διαβατήριον ζωῆς”.

Οὐσιαστικά εἴχαμε τή νίκη τοῦ Χριστοῦ πάνω στή δική μας φθορά καί στό δικό μας θάνατο, σ᾽ αὐτόν τό διαρκή φυσικό μεταβολισμό τῆς ὕπαρξής μας, γεμάτο ὀδύνες, πιό ὀδυνηρές κι ἀπό τήν παροῦσα φρικτή πανδημία.

Στήν πανανθρώπινη διαλεκτική μας πρός τόν Θεό, ἐμεῖς μιλᾶμε τή “γλώσσα” τοῦ θανάτου, μέ χίλιες δυό παραλλαγές. Κάθε πάθος, κάθε ἁμαρτία, κάθε ἀτομισμός, κάθε διχασμός, κάθε ἰδιογνωμοσύνη ἀποπνέει ὀσμή θανάτου.

Ὅμως, ὁ Χριστός δέν παύει νά μᾶς ἀποκρίνεται μέ τή “γλώσσα” τοῦ δικοῦ Του αἰωνίου Πάσχα, ὄντας ὁ ἴδιος “τό Πάσχα γιά μᾶς ὅλους”. “Χριστός ἀνέστη ἐκ νεκρῶν, θανάτῳ θάνατον πατήσας καί τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι ζωήν χαρισάμενος”. Ἡ ἔσχατη ἀνάσταση ὅλων μας εἶναι δεδομένο ἐσχατολογικό δῶρο τοῦ Ἀναστάντος. Ἔχουμε τό “τώρα” καί τό “ὄχι ἀκόμη”. Ὥσπου νά γεννηθεῖ ὁ ἔσχατος πιστός στό Σωτήρα.

Ὥσπου νά παύσει ὁ κόσμος νά εἶναι “κόσμος”-στολίδι ὑπακοῆς στό Θεό.

Εἰς τό διηνεκές τῆς πανανθρώπινης ἱστορίας, ὁ Χριστός-Πάσχα ἀποτελεῖ τό μοναδικό ἱστορικό καί ἐσχατολογικό “εἶναι”, πού ἔρχεται στήν ἐπικαιρότητα κάθε Κυριακή, ἡμέρα τοῦ Κυρίου, ἡμέρα τοῦ διαρκοῦς Πάσχα. Κάθε Κυριακή θυμιάζουμε τόν Ἐσταυρωμένο καί τήν Ἁγία Τράπεζα τοῦ ἐνταφιασμοῦ Του, λέγοντας τό “Ἀνάστασιν Χριστοῦ θεασάμενοι”!

Ἀλλά καί σέ κάθε θεία Λειτουργία ὅλο τό χρόνο, ὅποια μέρα κι ἄν τήν τελοῦμε, λέμε πάλι τό “Ἀνάστασιν Χριστοῦ θεασάμενοι” τήν ὥρα τῆς συστολῆς τῶν Τιμίων Δώρων!

Τό Πάσχα τοῦ Κυρίου εἶναι ἡ δωρισμένη “διάρκεια” τῆς ὀντολογίας μας, σέ σχέση μέ τόν Κύριο πού μᾶς ἀναδέχεται στό δικό Του “εἶναι”.

***

Προσήλθαμε, μέ τήν ἄδεια τοῦ Ποιμενάρχη σας καί ἀγαπητοῦ ἀδελφοῦ μας κ. Ἰγνατίου, γιά νά προπέμψουμε μαζί του καί μαζί σας ἐδῶ στή Μητρόπολη Δημητριάδος ἕναν Κιλκισιώτη Ποντιακῆς καταγωγῆς, ἕναν κληρικό, ἕναν μοναστή, ἕναν ἀδελφό μας τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ πληρώματος, τόν ὁποῖο γνωρίσαμε πρίν ἀπό σᾶς, ὡς ἐφημέριο καί ἀρχιμανδρίτη τῆς Μητροπόλεώς μας καί ἱερομόναχο τῶν ἐκεῖ Μοναστῶν.

Τά χρόνια πού ἔζησε κοντά μας, στή Γουμένισσα, ἦταν ἀκμαῖος καί δημιουργικός, μέ τή γνωστή Ποντιακή ἀποφασιστικότητα. Ἔμενε στό Κοινόβιο μαζί μέ τούς ἄλλους δύο ἀδελφούς του μοναχούς, ἦταν ἀπό τά πρῶτα ἱδρυτικά στελέχη (γιαυτό καί τοῦ ἔδωσαν τό ὄνομα “Αἰμιλιανός”, ὅπως καί στόν π. Νικόδημο τό ὄνομα τοῦ ὁσίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου). Ἦταν ἀπό τά βασικά στελέχη. Εἶχε διακονήσει καί στή Γουμένισσα ὡς ἐφημερεύων ἱεροκήρυκας, ὅσο καιρό διέμεναν στή Γουμένισσα καί προχωροῦσαν στήν ἀνέγερση τοῦ Κοινοβίου τους.

Τό Φεβρουάριο τοῦ 2000 θρήνησε (ὅπως θρήνησα σάν Ἐπίσκοπος κι ἐγώ πάρα πολύ, μαζί μέ ὅλον τόν κόσμο) τήν σχεδόν ὁλοσχερή καταστροφή τοῦ μεταβυζαντινοῦ Ναοῦ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων τοῦ Πενταλόφου, ὅπου ὑπηρετοῦσε, ἀπό πυρκαγιά. Δόξα τῷ Θεῷ, βρέθηκε δωρητής, καί ὁ Ναός ξαναφτιάχτηκε λαμπρός, λαμπρότερος, ἄρτια ἐξοπλισμένος.

Κάποια στιγμή, μαζί μέ τόν π. Νικόδημο, διεφώνησαν μέ τό καθεστώς ὑπό τό ὁποῖο διατελοῦσαν καί ζήτησαν εὐλογία ἀπό τόν μακαρίτη τόν Μετοχιάρη τους γιά ἀναχώρηση. Ἐπέλεξαν τήν ἀρίστη τῶν ἐπιλογῶν, μή ὑποκύπτοντας στίς ἐγωπροωθητικές μεθοδεύσεις πού ἀλλοιώνουν τό πολίτευμα τοῦ ἀγγελομίμητου μοναχισμοῦ. Διεπίστωσα ὅτι συναντιλήπτωρ, βοηθός καί ἐμπνευστής στήν ἀπόφασή τους ἦταν ὁ καλός Ποιμήν, ὁ Ἀρχιποίμην Χριστός, πού δέν θέλησαν οὐδέν στό ἐλάχιστο νά Τόν προδώσουν. Ἦρθαν στή Μητρόπολη, συζητήσαμε ἀρκετά εἰς τρόπον ὥστε νά κραταιωθεῖ ἡ πεποίθησή μου ὅτι εἶναι τίμιοι καί εὐσυνείδητοι μιμητές τοῦ Χριστοῦ καί ζήτησαν και ἔλαβαν καί τήν δική μου ὁλοκάρδια συγχώρηση (γιά τίς τυχόν ἀβλεψίες τους). Ὀφείλω νά καταθέσω τήν μαρτυρία μου: εἶναι πρός τιμή τους ὅτι τό παραπικρασμό τους δέν τόν ἐκτόνωσαν, ἀναφέροντας κάτι τό ἐπιλήψιμο ἐναντίον τῆς ἀδελφότητος. Δέν ἔφεραν ἁπλώς στούς προβληματισμούς μου οὐδεμία ἀντίρηση. Τόν Ὀκτώβριο τοῦ 2005 μετανάστευσαν στό Μοναστήρι τῶν Εἰσοδίων τῆς Θεοτόκου καί τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος Ἀγιᾶς.

Τέθηκαν ὑπό τήν εὐλογία Ὑμῶν καί φρόντισαν νά ἐπανδρώσουν τό παλιό ἱστορικό Μοναστήρι, νά τό ἀνακαινίσουν καί ἱεραποστολικά νά δράσουν, προοθώντας νέους πού εἶχαν τήν ἔφεση νά ἀφιερωθοῦν στόν Χριστό.

Ὅμως, ὁ π. Αἰμιλιανός (ἔτσι θέλησε ὁ Θεός) ἔπρεπε νά σηκώσει τό Σταυρό τῆς ἀσθενείας, τήν ταπείνωση τῆς ἀσθενείας, τήν ἐξουθένωση τῆς ἀσθενείας, τήν αἰσθητή σταδιακή πρόγευση τῆς φθορᾶς. Αὐτό πού τόσοι ἄλλοι ἀδελφοί μας ἀνά τόν κόσμο ἔχουν ὑποστεῖ ἐπί αἰῶνες, καί ἄλλοι τό ὑφίστανται σήμερα μέ τόσες ἀρρώστιες καί μέ τήν πανδημία σέ καλπάζουσα ἐξέλιξη.

Τόν βλέπατε ἐπί χρόνια νά εἶναι ἐξουθενωμένος σωματικά, ὄχι ὅμως ψυχικά.

Καί αὐτό ἦταν τό μεγάλο δίδαγμα ζωῆς τοῦ προκειμένου νεκροῦ, τοῦ ζῶντος ἐν Κυρίῳ πατρός Αἰμιλιανοῦ. Ἡ ὑπομονή τῆς βασανιστικῆς ἀσθενείας, ἡ ὑπομονή τῆς ἐξουθενωτικῆς ἀρρώστιας, ἡ ὑπομονή τῆς τόσο ταπεινωτικῆς ἀρρώστιας, ἡ ὑπομονή τῆς τόσο ὁριακῆς γεύσης τῆς φθορᾶς. Καί ἐνῶ ἔβλεπε καί ἔνιωθε τό θάνατο, τό βλέμμα τῆς καρδιᾶς του ἦταν στό Χριστό. Ἀντί νά κλαίει καί νά ἀποκλαίει μιά ζωή προσθανάτια, αὐτός δοξολογοῦσε καί ὑμνολογοῦσε τόν Χριστό.

Βάδιζε στά ἴχνη τῆς Ἐσταυρωμένης Ἀγάπης, τοῦ Κυρίου τῆς δόξης!

Ἀνέπνεε τόν Κύριο μέ τήν καρδιακή προσευχή: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με»!

Προσδοκοῦσε καί ἀγωνιζόταν, ὥστε νά ἀξιωθεῖ νά ἀπολαύσει τά ἀπολυτρωτικά δῶρα τῆς Ἀναστάσεως.

Ἀνθρωπίνως, ὅμως, κάθε μέρα τῆς μακρᾶς ἀσθενείας καί ἀναπηρίας του, ἦταν ἡμέρα βασάνου. Ὅμως, δέν γονάτιζε τό ἀνδρεῖο κουράγιο τῆς ψυχῆς του. Διότι (καί μέ τήν ἀρρώστια) τήν διατηροῦσε ἐγχριστωμένη, γεμάτη Χριστό. Ὁ νοῦς του καί ἡ καρδιά του ἦταν στό Χριστό, ὄχι στόν πόνο. Λαχταροῦσε καί ἐπιποθοῦσε τόν Χριστό.

Ζοῦσε ἐν τούτῳ τῷ σκήνει, ὡσάν ἀπόδημος αὐτοῦ τοῦ κόσμου. Δέν ἔπαιρνε ζωντάνια ἀπό τή ρωμαλεότητα τοῦ σώματος, ἀλλά ἡ καρδιά του (πλημμυρισμένη ἀπό τήν χάρη τοῦ Χριστοῦ) μετέδιδε ζωντάνια στό ἀρρωστημένο σῶμα καί στήν βασανισμένη ψυχή του.

Αὐτό ὑπῆρξε τό τρίτο μεγάλο δίδαγμα τῆς ζωῆς τοῦ π. Αἰμιλιανοῦ.

Τό πρῶτο μεγάλο δίδαγμα ἦταν ἡ ριζική ἀναστήλωση καί ἀνακατασκευή καί ἐπαναλειτουργία τοῦ πυρίκαυστου Ναοῦ τῶν Ἁγίων Πέτρου & Παύλου Πενταλόφου. Εἶχε τό θάρρος καί τό φρόνημα τό ἀνδρεῖο, ὥστε νά παλέψει καί νά ξαναφτιάξει τόν καμένο Ναό.

Τό δεύτερο μεγάλο δίδαγμα ἦταν ἡ ἐπάνδρωση καί ἡ φροντίδα καί ἡ συντήρηση τοῦ ἱστορικοῦ Μοναστηριοῦ Εἰσοδίων τῆς Θεοτόκου & Ἁγίου Παντελεήμονος Ἀγιᾶς.

Τό τρίτο μεγάλο (καί πολύ μεγάλο) δίδαγμα ἦταν ἡ ἀνδρεία ψυχική του δύναμη, μέσα σέ τόσα σωματικά βάσανα, μέσα σέ τόσα ἐξουθενωτικά βάσανα.

Καί τά τρία αὐτά διδάγματα ζωῆς δέν τά κράτησε γιά τόν ἑαυτό του.

Τά προσέφερε ὡς πράξη ὑπακοῆς καί θυσίας στήν Ἐκκλησία, εἰς δόξαν Χριστοῦ.

Στάθηκε πρωταθλητής σ᾽ αὐτά τά τρία πρωταθλήματα.

Καί, γιά νά πετύχει σ᾽ αὐτά τά τρία πρωταθλήματα τῆς προσφορᾶς, σεβάστηκε τά δῶρα τοῦ πρώτου Βαπτίσματος, τήρησε ἐπακριβῶς τίς ὑποσχέσεις τοῦ δευτέρου Βαπτίσματος καί δέν φοβήθηκε τίς διαδρομές τοῦ τρίτου Βαπτίσματος.

Πρῶτο Βάπτισμα εἶναι ἡ Χριστιανοσύνη μας.

Δεύτερο Βάπτισμα εἶναι τό Μοναχικό σχῆμα καί (ἀκόμη πιό τρανό) ἡ Ἱερωσύνη.

Τρίτο Βάπτισμα εἶναι ἡ βασανιστική ἀρρώστια τῆς ἀναπηρίας.

Αὐτούς τούς τρεῖς Σταυρούς τόν ἐλέησε ὁ Κύριος νά φορέσει καί νά τιμήσει τελικά ὁ π. Αἰμιλιανός.

Μέ αὐτούς τούς τρεῖς Σταυρούς τόν βλέπουμε στολισμένο σέ τούτη τήν ταπείνωση τοῦ θανάτου. Δέν εἶναι πρέπον νά λησμονοῦμε ὅτι ὁ πάνσοφος Κύριος καί παντογνώστης Θεός δίδει σταυρόν (καί σταυρούς) στούς ἀκολούθους Του. Ἄν τούς σηκώσουν τιμώντας Τον, χωρίς νά βαρυγκομοῦν καί χωρίς νά ἐνοχοποιοῦν τόν δωρεοδότη Χριστό, τότε ἀπολαμβάνουν ἀναλογικά τό τίμημα τῆς μιμήσεώς Του. Ἐκεῖνος προσφέρει τήν δυναμική τοῦ Σταυροῦ γιά τήν δική μας αἰωνική διάσταση τῆς ζωῆς πού ἀκολουθεῖ μετά τήν ἀποβίωση. Καί αὐτό συμβαίνει μέ τόν κάθε ἄνθρωπο πού δέν ἔχει χάσει τήν θεωρία τῆς αἰωνιότητος, ἀλλά καί δέν λησμονεῖ τό «ὃν ἀγαπᾷ Κύριος παιδεύει, μαστιγοῖ δὲ πάντα υἱὸν ὃν παραδέχεται» (Ἑβρ. ιβ΄,6).

Ὁ ἱερός Χρυσόστομος, ὡς πρεσβύτερος στήν Ἀντιόχεια ἐγκωμιάζοντας τόν ἅγιο Ἱερομάρτυρα Βαβύλα στό ναό ὅπου εἶχαν μεταφέρει ἐπί Ἰουλιανοῦ σκοπίμως τά λείψανα τοῦ Μάρτυρος, παρομοιάζει τόν μάρτυρα Ἐπίσκοπο Βαβύλα μέ τόν ταλαιπωρημένο ἐπίσκοπο Ἀντιοχείας Μελέτιο, τόν μετέπειτα. Λέει δηλαδή: «Ἦρθε σ᾽ αὐτόν τό ναό (τό λείψανο τοῦ Μάρτυρος Ἐπισκόπου Βαβύλα), ἀλλά δέν παρέμεινε μόνος του ὁ Ἅγιος.

Διότι πολύ σύντομα ἦρθε δίπλα του σάν γείτονας καί συγκάτοικος τοῦ Ναοῦ ὁ Ἐπίσκοπος Μελέτιος πού εἶχε ἀνάλογο φρόνημα καί ἀνάλογη ταλαιπωρία (γιά τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ). Τήν ἴδια ἐπισκοπική ἐξουσία εἶχε κι αὐτός, τό ἴδιο θάρρος γιά τήν εὐσέβεια ἔδειξε κι αὐτός μέ τόν προηγούμενο μάρτυρα Ἐπίσκοπο. Γι᾽ αὐτό καί ἐνταφιάστηκε στόν ἴδιο τόπο, κι αὐτό δέν ἔγινε μάταια, καθώς ὁ θαυμαστός Μελέτιος ἔδειξε τόν ἴδιο ζῆλο μέ τόν Ἱερομάρτυρα προκάτοχό του» (εἰς τόν ἱερομάρτυρα Βαβύλαν, ἐλεύθερη μτφρ, PG 50, 533). Αὐτό σημαίνει ὅτι ἡ μαρτυρική ζωή, ἡ βασανισμένη ζωή ἐξομοιώνει τόν ἄνθρωπο μέ τούς Μάρτυρες τοῦ αἵματος!

Καί ἐπιμένει σ᾽ αὐτήν τήν σκέψη ὁ ἅγιος Ἰωάννης, ὄντας ἀκόμη πρεσβύτερος καί ὁμιλητής στήν Ἀντιόχεια, σέ ἄλλη ὁμιλία του εἰδικά γιά ἕναν ἄλλο Ἅγιο, τόν Εὐστάθιο Ἀντιοχείας: «Μήν ἀπορεῖτε, πού ξεκίνησα τήν ὁμιλία καί τά ἐγκώμια, ἀποκαλώντας τόν Εὐστάθιο μάρτυρα. Διότι μέ ἀνάλογο τέλος ἔκλεισε τήν ζωή του (κι αὐτός). Πῶς νά μήν εἶναι Μάρτυρας; Πολλές φορές σᾶς τό εἶπα ὅτι Μάρτυρα δέν τόν κάνει κάποιον ὁ τρόπος τοῦ θανάτου μόνον, ἀλλά καί ἡ διάθεση ἡ μαρτυρική» (εἰς τόν Εὐστάθιον Ἀντιοχείας, PG 50, 601, ἐλεύθερη μτφρ).

Ἡ ἀνίατη τελικά ἀρρώστια γιά χρόνια καί χρόνια, ἡ βασανιστική ταλαιπωρία ψυχῆς καί σώματος στό ἀναπηρικό καί στό κρεβάτι, εἶναι ἕνα μαρτύριο, ὅταν γίνεται διάλογος μέ τόν Θεό, καί διάλογος ὑπομονῆς μέ τούς συνανθρώπους.

Εἶναι θαυμαστό καί ἀπορίας ἄξιον γιά τούς πολλούς τό γεγονός ὅτι βίωνε τό μαρτύριο τῆς συνειδήσεως ἤ προαιρέσεως, ἐφαρμόζοντας τό παράγγελμα τοῦ ὁσίου Ἰσαάκ τοῦ Σύρου, πού διατρανώνει:

«Ἀγάπησε, ἄνθρωπέ μου, τό Θεό ὄχι γιά τά μέλλοντα ἀγαθά, πού ὑπόσχεται νά σοῦ δώσει στήν ἄλλη ζωή, ἀλλά γιά ὅσα σοῦ δίνει σ᾽ αὐτή τή ζωή.

Διότι ἡ Θεία Χάρη μέ τήν ὁποία μᾶς ἀναγεννᾶ, «νεκρωθέντας ἐκ τῆς ἁμαρτίας», εἶναι κατά πολύ ἀνώτερη ἐκείνης τῆς Χάριτος μέ τήν ὁποία μᾶς ἔφερε «ἐκ τοῦ μή ὄντος εἰς τό εἶναι» σωματικά».

Γι’ αυτό, σήμερα, προσεύχομαι γιά τόν κοιμηθέντα π. Αἰμιλιανό νά τόν προσλάβει τό μέγα ἔλεος τοῦ Θεοῦ στά ἐπουράνια Χριστούγεννα.

Νά χαίρεται αἰωνίως αὐτό πού σέ λίγο καιρό θά ψάλουμε: «δι᾽ ἡμᾶς γάρ ἐγεννήθη παιδίον νέον ὁ προ αἰώνων Θεός».

Αὐτό καί σοῦ εὐχόμεθα π. Αἰμιλιανέ: τό δι᾽ ἡμᾶς ἐγεννήθη παιδίον νέον ὁ πρό αἰώνων Θεός, αὐτό νά τό χαίρεσαι αἰωνίως. Στήν δική Του αἰωνιότητα σέ προπέμπουμε. Μέ ὁδόν τήν ὁδόν τῆς συγκαταβάσεως τοῦ Χριστοῦ μας, τήν ὁδόν τῆς σαρκώσεως καί τῆς ἀναλήψεως τοῦ Χριστοῦ μας.

Εκκλησία Online
Αποστολή
Αξιολόγηση επισκεπτών 0 (0 ψήφοι)

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.