Οι μνή­μες των πε­ρισ­σο­τέ­ρων πι­στών το περ. Σαβ­βα­το­κύ­ρια­κο γύ­ρι­σε δε­καoκτώ χρό­νια πριν, ό­ταν το α­πό­γευ­μα της 5ης Ο­κτω­βρί­ου 2002 οι κα­μπά­νες των Ιε­ρών Να­ών κα­τά μή­κος της δια­δρο­μής η­χού­σαν και το Ιε­ρό Λεί­ψα­νο διέ­σχι­ζε την πό­λη των Πα­τρών, συ­νο­δευό­με­νο α­πό ο­μά­δα πε­ρι­πο­λι­κών και πο­μπή αυ­το­κι­νή­των.

Ε­κεί­νο το ευ­λο­γη­μέ­νο α­πό­γευ­μα, η ε­πί­ση­μη υ­πο­δο­χή πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­κε στην πε­ριο­χή «Σύ­νο­ρα» της Ά­νω Πό­λε­ως με ε­πί­ση­μη Δο­ξο­λο­γί­α, αλ­λά και προ­σφω­νή­σεις α­πό τον μα­κα­ρι­στό Μη­τρο­πο­λί­τη πρώ­ην Πα­τρών κυ­ρό Νι­κό­δη­μο, τον τ. Δή­μαρ­χο Πα­τρέ­ων κ. Ευάγ­γε­λο Φλω­ρά­το και τον Κα­θο­λι­κό ε­πί­σκο­πο του Chambery ο ο­ποί­ος ή­το ο ε­πι­κε­φα­λής πε­ντα­με­λούς συ­νο­δευ­τι­κής ε­πι­τρο­πής των Λα­τί­νων.

ΑΡΧΙΕΡΑΤΙΚΗ ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΠΡΟΕΞΑΡΧΟΝΤΟΣ

ΤΟΥ ΣΕΒΑΣΜΙΩΤΑΤΟΥ

* Α­νή­με­ρα, ε­τε­λέ­σθη Αρ­χιε­ρα­τι­κή Θεί­α Λει­τουρ­γί­α, προ­ε­ξάρ­χο­ντος του Σε­βα­σμιω­τά­του Μη­τρο­πο­λί­του Πα­τρών κ.κ. Χρυ­σο­στό­μου ο ο­ποί­ος κή­ρυ­ξε και τον Θεί­ο Λό­γο.

Συλ­λει­τούρ­γη­σαν: Οι Πα­νο­σιο­λο­γιώ­τα­τοι Αρ­χι­μαν­δρί­τες π. Νε­κτά­ριος Κω­τσά­κης, π. Χρι­στό­δου­λος Ζώ­ης, ο Πρω­το­πρε­σβύ­τε­ρος π. Νι­κό­λα­ος Γουρ­δού­πης, οι εφημέριοι του Ναού Αρχιμανδρίτης π. Ειρηναίος Σωτηρόπουλος, ο Πρωτ. π. Ιωάννης Κολώνης, και οι Διά­κο­νοι Σε­ρα­φείμ Αρ­γυ­ρό­που­λος και Ιω­άν­νης Τσε­ντού­ρος.

Η ΟΜΙΛΙΑ

ΤΟΥ ΣΕΒΑΣΜΙΩΤΑΤΟΥ

Η ο­μι­λί­α του Σε­βα­σμιω­τά­του πε­ριε­λάμ­βα­νε τρεις ε­νό­τη­τες. Στην πρώ­τη α­να­φέρ­θη στην Ευαγ­γε­λι­κή πε­ρι­κο­πή της η­μέ­ρας, α­να­λύ­ο­ντας το χω­ρί­ο, «έ­σε­σθε υ­ιοί του Θε­ού του υ­ψί­στου».

Εί­πε με­τα­ξύ άλ­λων ό­τι ο σκο­πός της ζω­ής μας εί­ναι να γί­νου­με υ­ιοί του Θε­ού, να πε­ρά­σου­με δη­λα­δή α­πό το κατ΄ ει­κό­να στο καθ΄ ο­μοί­ω­σιν.

Για να φθά­σου­με σε αυ­τό το ση­μεί­ο και να οι­κειω­θού­με την Χά­ρη του Θε­ού α­παι­τού­νται τρί­α σκα­λο­πά­τια, ό­πως ο Ά­γιος Θε­ός.

Το πρώ­το σκα­λο­πά­τι εί­ναι ο λό­γος του Κυ­ρί­ου μας «κα­θώς θέ­λε­τε ί­να ποιώ­σιν υ­μίν οι άν­θρω­ποι, και ει α­γα­πά­τε τους α­γα­πώ­ντας υ­μάς…». Δηλ. ό­πως θέ­λε­τε να συ­μπε­ρι­φέ­ρο­νται οι άν­θρω­ποι σε ε­σάς, να συ­μπε­ρι­φέ­ρε­σθε και ε­σείς σε αυ­τούς.

Το δεύ­τε­ρο σκα­λο­πά­τι. «Πλην α­γα­πά­τε τους ε­χθρούς υ­μών». Αυ­τός ο λό­γος εί­ναι α­κό­μη ποιο βα­θύς, ό­τι θέ­λε­τε να μην σας κά­νουν, να μην το κά­νε­τε. Α­γα­πά­τε α­κό­μη και τους ε­χθρούς υ­μών. Ε­δώ εί­ναι το με­γα­λεί­ο της δι­δα­σκα­λί­ας του Κυ­ρί­ου η­μών Ι­η­σού Χρι­στού. Η α­γά­πη δεν εί­ναι α­πλώς μια λέ­ξη, εί­ναι η κι­νη­τή­ρια δύ­να­μης της σχέ­σε­ως του Θε­ού με τον άν­θρω­πο και του αν­θρώ­που με τον συ­νάν­θρω­πο. Πριν έλ­θει ο Χρι­στός στην γη, η λέ­ξη αυ­τή ή­ταν ά­γνω­στη. Και οι αρ­χαί­οι Έλ­λη­νες φι­λό­σο­φοι που εί­χαν φθά­σει σε με­γά­λα μέ­τρα δεν την γνώ­ρι­ζαν. Δύ­ο λέ­ξεις χρη­σι­μο­ποιού­σαν: Φι­λί­α και Φι­λό­της. Η λέ­ξη α­γά­πη α­κού­στη­κε για πρώ­τη φο­ρά α­πό τον Κύ­ριον η­μών Ι­η­σού Χρι­στόν. Διό­τι ό­πως λέ­γει ο Ευαγ­γε­λι­στής της α­γά­πης, ο Θεί­ος Ιω­άν­νης, ο Θε­ός δεν έ­χει α­πλώς α­γά­πη, αλ­λά ο Θε­ός α­γά­πη ε­στί. Το ό­νο­μα του Θε­ού εί­ναι α­γά­πη, λέ­γει ο Ά­γιος Ιω­άν­νης ο Θε­ο­λό­γος.

Το τρί­το σκα­λο­πά­τι: «Γί­νε­σθε ουν οι­κτίρ­μο­νες κα­θώς και ο Πα­τήρ υ­μών Οι­κτίρ­μων ε­στί ο εν τοις ου­ρα­νοίς». Τα ε­λέ­η και οι οι­κτιρ­μοί του Κυ­ρί­ου λέ­με. Τί εί­ναι το έ­λε­ος; Έ­λε­ος εί­ναι λέ­ει ο Ά­γιος Ιω­άν­νης ο Χρυ­σό­στο­μος και ο Α­γιος Γρη­γό­ριος ο Πα­λα­μάς, η ε­πί­τα­σις της α­γά­πης. Δη­λα­δή η πα­ρα­τε­τα­μέ­νη α­γά­πη μέ­χρι να κλεί­σω­με τα μά­τια μας σε αυ­τόν τον κό­σμο. Πρέ­πει να α­γα­πά­με και μά­λι­στα θυ­σια­στι­κά. Για­τί η α­γά­πη υ­πα­γο­ρεύ­ει την θυ­σί­α, ό­πως ο Κύ­ριός μας θυ­σιά­στη­κε για ε­μάς. Οι­κτιρ­μοί σύμ­φω­να με τον ιε­ρό Χρυ­σό­στο­μο, εί­ναι η ευ­σπλα­χνί­α που πρέ­πει να δεί­χνου­με προς τους αν­θρώ­πους, σε κά­θε άν­θρω­πο.

Η δεύ­τε­ρη ε­νό­τη­τα της ο­μι­λί­ας του Σε­βα­σμιω­τά­του εί­χε να κά­νει με το ι­στο­ρι­κό Ε­πα­να­κο­μι­δής της Ιε­ράς Κά­ρας της Α­γί­ας Ει­ρή­νης α­πό την Δύ­ση με­τά α­πό 771 έ­τη και τους συ­νο­δοι­πό­ρους τού προ­κα­τό­χου του, μα­κα­ρι­στού Μη­τρο­πο­λί­του πρώ­ην Πα­τρών κυ­ρού Νι­κο­δή­μου, σε αυ­τή την προ­σπά­θεια ό­πως του τό­τε δη­μάρ­χου Πα­τρέ­ων κ. Ευάγ­γε­λου Φλω­ρά­του, των α­ει­μνή­στων συ­μπο­λι­τών μας Ιω­άν­νου Μου­τού­ση, Χρί­στου Χρι­στό­που­λου κ.α. που ε­μνη­μό­νευ­σε τα ο­νό­μα­τά τους ο Αρ­χιε­ρεύς στην Με­γά­λη Εί­σο­δο και στην Ιε­ρά Πρό­θε­ση.

Λό­γους α­γα­θούς α­πη­ύ­θυ­νε και για τον α­οί­δι­μο Ιε­ρέ­α π. Δη­μή­τριο Α­θα­να­σό­που­λο που ή­το πρω­τερ­γά­της α­νε­γέρ­σε­ως του Να­ού, α­φού, τό­τε ή­το πα­ρεκ­κλή­σιο της ε­νο­ρί­ας του Α­γί­ου Αν­δρέ­ου Ε­γλυ­κά­δος και ο π. Δη­μή­τριος, προ­ϊ­στά­με­νος.

Και η τρί­τη ε­νό­τη­τα ή­το α­φιε­ρω­μέ­νη στο α­ξιο­ζή­λευ­το – ό­πως χα­ρα­κτή­ρι­σε – πνευ­μα­τι­κό και κοι­νω­νι­κό έρ­γο που ε­πι­τε­λεί­ται α­πό τον π. Ει­ρη­ναί­ο, τον π. Ιω­άν­νη και τους συ­νερ­γά­τες τους. Ε­ξή­ρε δε, την σπου­δαί­α ερ­γα­σί­α που ε­πι­τε­λεί­ται στον το­μέ­α της νε­ό­τη­τος, το­νί­ζο­ντας, ό­τι εί­ναι ε­πι­τα­κτι­κή α­νά­γκη να ερ­γα­ζό­με­θα σή­με­ρα με τους νέ­ους για να μην κα­τα­ντή­σου­με έ­να πνευ­μα­τι­κό γη­ρο­κο­μεί­ο.

Σε αυ­τό δε το ση­μεί­ο ε­πή­νε­σε την πλειά­δα των νέ­ων γό­νε­ων που συμ­με­τεί­χαν στην Θεί­α Λει­τουρ­γί­α και που προ­σήλ­θαν να κοι­νω­νή­σουν τα τέ­κνα τους, το Σώ­μα και το Αί­μα Χρι­στού.

ΜΕΘΕΟΡΤΙΟΣ ΕΣΠΕΡΙΝΟΣ

Το α­πό­γευ­μα της ι­δί­ας η­μέ­ρας τε­λέ­σθη­κε Με­θε­όρ­τιος Ε­σπε­ρι­νός, Ιε­ρά Πα­ρά­κλη­σις προς την Α­γί­α Ει­ρή­νη, χο­ρο­στα­τού­ντος του Θε­ο­φι­λε­στά­του Ε­πι­σκό­που Κερ­νί­τσης κ. Χρυ­σάν­θου, ε­νώ συμ­με­τεί­χαν: Αρ­χιμ. π. Νε­κτά­ριος Κω­τσά­κης, Αρ­χιμ. π. Χρι­στό­δου­λος Ζώ­ης, Αρ­χιμ. π. Ιω­σήφ Μή­λιας, ο Πρε­σβύ­τε­ρος π. Α­ντώ­νιος Ρη­γό­που­λος. Στην πα­ρά­κλη­ση έ­ψαλ­λαν κο­πέ­λλες α­πό την Νε­α­νι­κή Ο­μά­δα της ε­νο­ρί­ας.

Ο ΑΝΑΣΤΑΣΙΜΟΣ ΕΣΠΕΡΙΝΟΣ ΤΗΣ ΠΑΡΑΜΟΝΗΣ

Την πα­ρα­μο­νή Σάββατο 3 Οκτωβρίου τ.ε. ε­τε­λέ­σθη ο Μέ­γας Αναστάσιμος Ε­σπε­ρι­νός, εν πλη­θού­ση Εκ­κλη­σί­α, στον ο­ποί­ο χο­ρο­στά­τη­σε και ο­μί­λη­σε ο Πα­νο­σιο­λο­γιώ­τα­τος Αρ­χι­μαν­δρί­της π. Χρι­στό­δου­λος Ζώ­ης.

Ο π. Χρι­στό­δου­λος στο κή­ρυγ­μά του α­νέ­φε­ρε ό­τι εί­ναι γνω­στό και ε­πα­λη­θεύ­τη­κε α­πό την αρ­χαιο­λο­γι­κή έ­ρευ­να ό­τι σε αυ­τήν ε­δώ την πε­ριο­χή υ­πήρ­χε πα­λαιά Μο­νή, πα­λαιό Σταυ­ρο­πή­γιο, στο ο­ποί­ο φυ­λασ­σό­ταν η Α­γί­α Κά­ρα της έ­ως τα μέ­σα του 13ου αιώ­να. Πριν α­πό 18 χρό­νια και με­τά α­πό 771 χρό­νια, δε­ή­σεις και προ­σευ­χές, ε­πι­θυ­μί­ες και προ­σπά­θειες των ευ­λα­βών αν­θρώ­πων ει­σα­κού­σθη­καν και να σή­με­ρα ε­ορ­τά­ζου­με και πα­νη­γυ­ρί­ζου­με την 18η ε­πέ­τειο της ε­πα­να­κο­μι­δής στην πό­λη μας και ι­διαί­τε­ρα στην ε­νο­ρί­α αυ­τήν. Με αυ­τόν τον τρό­πο, η Α­γί­α Με­γα­λο­μάρ­της Ει­ρή­νη μα­ζί με τον Ά­γιο Αν­δρέ­α τον Πρω­τό­κλη­το στο ε­πί­νειο της πό­λης μας, του ο­ποί­ου την ε­πα­να­κο­μι­δή της Ιε­ράς Κά­ρας ε­ορ­τά­σα­με προ μιας ε­βδο­μά­δος, α­πο­τε­λούν τους στα­θε­ρούς φρου­ρούς και προ­στά­τες για ό­λους μας, μιας και με τη Χά­ρη του Α­γί­ου Θε­ού μας έ­χου­με τα χα­ρι­τό­βρυ­τα λει­ψα­νά τους (τις κά­ρες τους) να φρου­ρούν και να α­γιά­ζουν ό­λους ε­μάς που προ­στρέ­χου­με σε αυ­τούς.

Στη συ­νέ­χεια τό­νι­σε, ό­τι ε­μείς οι χρι­στια­νοί γνω­ρί­ζου­με κα­λά πως ο θά­να­τος δεν εί­ναι πο­ρεί­α στην α­νυ­παρ­ξί­α αλ­λά το ση­μεί­ο ε­κεί­νο που ο κα­θέ­νας μας α­να­γεν­νά­ται ο­λο­κλη­ρώ­νο­ντας τον ε­πί­γειο Α­γώ­να του. Αυ­τό το γνω­ρί­ζου­με ό­χι μό­νο διό­τι έ­χου­με με­λε­τή­σει τα συ­να­ξά­ρια των Α­γί­ων, αλ­λά διό­τι έ­χου­με ε­μπει­ρί­α α­πό αυ­τήν, μιας και βλέ­που­με στη ζω­ή μας την πα­ρου­σί­α της, τό­σο προ­σκυ­νώ­ντας την Ιε­ρά Κά­ρα της ό­σο και ό­ταν ο κα­θέ­νας α­πό ε­μάς προ­στρέ­χει σε αυ­τήν και ζη­τά στή­ρι­ξη στα προ­βλή­μα­τά του, βο­ή­θεια στις δυ­σκο­λί­ες του και συ­γκυ­ρη­ναί­ο στην άρ­ση του Σταυ­ρού του.

Εί­ναι α­πλό και ξε­κά­θα­ρο ό­τι η πο­ρεί­α τού πι­στού, ό­πως και των Α­γί­ων, εί­ναι μια πο­ρεί­α μαρ­τυ­ρι­κή και θυ­σια­στι­κή. Αυ­τήν την πο­ρεί­α ό­μως α­κο­λού­θη­σε η Α­γί­α Ει­ρή­νη και ό­χι μό­νο… ό­λοι οι Ά­γιοι μας πα­λαιοί και σύγ­χρο­νοι… κοι­νός τό­πος ό­λων; Η πί­στη στον Σω­τή­ρα Χρι­στό.

Προ­χω­ρώ­ντας σε άλ­λο

ση­μεί­ο ε­πε­σή­μα­νε, ό­τι:

Η πί­στη δεν εί­ναι το α­ντί­θε­το της γνώ­σης ό­πως κά­ποιοι νο­μί­ζουν. Εί­ναι πο­λύ βα­θειά γνώ­ση με­τα­ξύ προ­σώ­πων.

Πολ­λοί α­πό μας, αν α­να­ρω­τη­θεί ή το α­να­ζη­τή­σει κα­νείς στους γύ­ρω του, θα δού­με ό­τι έ­χου­με μια νο­μι­κή α­ντί­λη­ψη για τη σχέ­ση μας με τον Θε­ό. Ο Θε­ός με τη δύ­να­μή Του ε­πι­βάλ­λει κα­νό­νες, ε­ντο­λές, πράγ­μα­τα που δεν κα­τα­λα­βαί­νου­με, δεν τα θέ­λου­με και δεν τα μπο­ρού­με. Γι’ αυ­τό πολ­λοί και ι­διαι­τέ­ρως οι νε­ό­τε­ροι, ό­ταν α­κούν μια τέ­τοια νο­μι­κή σχέ­ση με τον Θε­ό θέ­λουν να κα­τα­λύ­σουν, δη­λα­δή να γκρε­μί­σουν, τα πά­ντα και να φύ­γουν μα­κριά. Για­τί; Διό­τι μά­θα­με, λαν­θα­σμέ­να, ό­τι τα έρ­γα του νό­μου σώ­ζουν!

Ο άν­θρω­πος ου δι­καιού­ται εξ έρ­γων νό­μου λέ­ει ο απ. Παύ­λος αλ­λά εκ πί­στε­ως… φαι­νο­με­νι­κά δυο δια­φο­ρε­τι­κά πράγ­μα­τα… οι ε­ντο­λές δι­δά­σκουν και κα­τευ­θύ­νουν τον άν­θρω­πο στη συμ­μόρ­φω­ση με τα ό­σα λέ­ει ο Θε­ός, αλ­λά αυ­τά έ­χουν έ­ναν παι­δα­γω­γι­κό χα­ρα­κτή­ρα, δεν α­πο­τε­λούν ό­λη την α­λή­θεια. Ο Νό­μος εί­ναι έ­να προ­οί­μιο, μια ει­σα­γω­γή, για να κα­τα­λά­βει ο άν­θρω­πος ό­τι εί­ναι α­μαρ­τω­λός. Λ.χ. έρ­χε­ται ο δε­κά­λο­γος με τα «ου» και κα­τα­λα­βαί­νεις ό­τι κά­που α­μαρ­τά­νεις… ο Νό­μος λοι­πόν δεν μπο­ρεί να σώ­σει τον άν­θρω­πο, στην κα­λύ­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση δεί­χνει στον άν­θρω­πο τα ό­ριά του.

Μην ξε­χνά­με ό­τι ό­ταν λέ­με σή­με­ρα ε­ντο­λές ο νους μας πά­ει στην Πα­λαιά Δια­θή­κη και στις δέ­κα ε­ντο­λές. Κα­νε­νός το μυα­λό δεν πά­ει, μιας και βρι­σκό­μα­στε στην ε­πο­χή της Χά­ρι­τος, στους Μα­κα­ρι­σμούς! Για μας εί­ναι άλ­λω­στε αυ­τές οι ε­ντο­λές. Τα λό­για του Χρι­στού. Για­τί; Διό­τι οι δέ­κα ε­ντο­λές δεν ε­παρ­κούν για να βιώ­σου­με αυ­τό το γε­γο­νός που ο­νο­μά­ζε­ται πί­στη, δη­λα­δή σχέ­ση με το Θε­ό!

Ο Θε­ός για έ­ναν πα­ρά­ξε­νο λό­γο, δυ­σνό­η­το για ε­μάς και δυσ­διά­κρι­το μας α­γα­πά δί­χως αι­τί­α! Φεύ­γει λοι­πόν ο άν­θρω­πος για να μην νοιώ­θει ε­νο­χή που δεν κα­τα­λα­βαί­νει αυ­τή την α­γά­πη. Αυ­τή η ε­νο­χι­κή κα­τά­στα­ση εί­ναι μί­α κα­τά­στα­ση που την ε­πι­βά­λου­με ά­θε­λά μας πολ­λές φο­ρές ε­μείς οι άν­θρω­ποι της Εκ­κλη­σί­ας.

Ο Θε­ός έρ­χε­ται με την εν­σάρ­κω­ση και προ­σλαμ­βά­νει τον άν­θρω­πο ό­πως εί­ναι στις συ­νέ­πειες της α­μαρ­τί­ας του. Δεν υ­πάρ­χει προ­η­γου­μέ­νως η πο­λύ μας α­ξιο­σύ­νη και ο Χρι­στός μας κα­τα­δέ­χτη­κε… Ε­ξαί­ρε­ση βέ­βαια α­πο­τε­λεί η Πα­να­γί­α, σύμ­φω­να με τον Ά­γιο Νι­κό­λα­ο Κα­βά­σι­λα, η ο­ποί­α προ­χω­ρεί πιο μα­κρυά, ώ­στε ο Θε­ός να α­γα­πή­σει να γεν­νη­θεί α­πό αυ­τή. Για το γε­γο­νώς της α­μαρ­τω­λό­τη­τάς μας λέ­γει ο Απ. Παύ­λος “Έ­τι η­μών ό­ντων α­μαρ­τω­λών Χρι­στός α­πέ­θα­νε”, δηλ. ο άν­θρω­πος δεν εί­ναι ά­ξιος της εν­σαρ­κώ­σε­ως και των ό­σων κά­νει ο Θε­ός, να γί­νει άν­θρω­πος, να μπει στην ι­στο­ρί­α, να αμ­φι­σβη­τη­θεί και να αμ­φι­σβη­τεί­ται α­κό­μα.

Αυ­τή τη θεί­α ζω­ή την πραγ­μα­το­ποιεί ο Χρι­στός με την εν­σάρ­κω­ση Του και αυ­τή η ζω­ή εί­ναι ζω­ή πί­στε­ως. Και η πί­στη εί­ναι σχέ­ση. Ο Θε­ός εί­ναι πι­στός σε μέ­να ό­πως λ.χ. η σύ­ζυ­γος στον σύ­ζυ­γο, ο φί­λος στον φί­λο. Ο Θε­ός μέ­νει πι­στός στον άν­θρω­πο παρ’ ό­λες τις α­μαρ­τί­ες του, δεν διαρ­ρη­γνύ­ει τη σχέ­ση του με αυ­τόν, πι­στός στη σχέ­ση που ο Ί­διος ί­δρυ­σε παρ’ ό­λα τα λά­θη του αν­θρώ­που.. Για τον Θε­ό συ­νε­χί­ζει να υ­πάρ­χει σχέ­ση, (γι’ αυ­τό και πραγ­μα­το­ποιεί το εγ­χεί­ρη­μα που για τους Ιου­δαί­ους εί­ναι σκάν­δα­λο και για τους Έλ­λη­νες μω­ρί­α…).

Το να σταυ­ρω­θεί ο Θε­ός εί­ναι πί­στη στον άν­θρω­πο… πί­στη ό­τι ο άν­θρω­πος ού­τε ψεύ­της, ού­τε κλέ­φτης, ού­τε κα­κός εί­ναι στο βά­θος. Γι’ αυ­τό λέ­ει ο Θε­ός πι­στεύ­ω σε σέ­να….

Με­γά­λη α­πό­δει­ξη ό­τι και ο άν­θρω­πος πι­στεύ­ει στο Θε­ό εί­ναι η Πα­να­γί­α… και κατ’ ε­πέ­κτα­ση οι Ά­γιοί μας που πα­ρέ­μει­ναν σε αυ­τή τη σχέ­ση με τον Θε­ό!

Γι’ αυ­τό και ο άν­θρω­πος μι­λά για πί­στη στον Θε­ό! Εί­μαι πι­στός σε κά­ποιον που μου έ­χει μεί­νει πι­στός. Αυ­τή η πί­στη λοι­πόν εί­ναι σχέ­ση με­τα­ξύ προ­σώ­πων. Η πί­στη εί­ναι γνώ­ση με­τα­ξύ προ­σώ­πων, α­πο­κά­λυ­ψη, α­γά­πη…

Ο­λο­κλη­ρώ­νω­ντας

την α­να­φο­ρά του εί­πε:

Τα πρό­σω­πα για να γνω­ρί­σουν το έ­να το άλ­λο ό­μως χρειά­ζο­νται ο­ρι­σμέ­νες προ­ϋ­πο­θέ­σεις: κα­ταρ­χήν πρέ­πει να α­γα­πη­θούν. Α­φού α­γα­πη­θούν να α­νοι­χθεί ο έ­νας στον άλ­λο, δη­λα­δή να α­πο­κα­λύ­ψει ο έ­νας στον άλ­λο τον ε­αυ­τό του και ό­ταν γί­νει αυ­τό το πράγ­μα υ­πάρ­χει μί­α γνώ­ση με­τα­ξύ των προ­σώ­πων αυ­τών, η ο­ποί­α γνώ­ση λέ­γε­ται πί­στη διό­τι εί­ναι ταυ­τό­χρο­να γνώ­ση και δέ­σμευ­ση. Εί­ναι γνώ­ση και σχέ­ση… αλ­λά αυ­τή η σχέ­ση-δέ­σμευ­ση πη­γά­ζει α­πό την α­γά­πη γι’ αυ­τό και εί­ναι ε­λευ­θε­ρί­α για­τί η α­γά­πη δεν εί­ναι δέ­σμευ­ση αλ­λά εί­ναι ε­λευ­θε­ρί­α. Ό­πως α­κρι­βώς το βί­ω­νε και η αγ. Ει­ρή­νη η ο­ποί­α ο­δη­γή­θη­κε με χα­ρά, τη χα­ρά της σχέ­σης της με το Χρι­στό, στο μαρ­τύ­ριο και στον θά­να­το.

Συμ­με­τεί­χαν οι Ιε­ρείς: Ο Κα­θη­γού­με­νος της Ιε­ράς Μο­νής Ει­σο­δί­ων της Θε­ο­τό­κου Ο­μπλού Πα­νο­σιο­λο­γιώ­τα­τος Αρ­χι­μαν­δρί­της π. Νε­κτά­ριος Κω­τσά­κης, και οι Α­δελ­φοί Αυ­τής π. Χρι­στό­δου­λος Ζώ­ης (κε­ντρι­κός ο­μι­λη­τής) και π.Ιω­σήφ Μή­λιας. Οι Πρω­το­πρε­σβύ­τε­ροι: π. Θε­ό­δω­ρος Κω­τσό­που­λος, π.Ιω­άν­νης Δη­μη­τρό­που­λος, οι Πρε­σβύ­τε­ροι: π.Χα­ρά­λα­μπος Στα­μα­τό­που­λος, π. Νε­κτά­ριος Γα­λά­νης, π. Χρή­στος Πα­να­γά­κης, π.Κων­στα­ντί­νος Τσαγ­γά­ρης, π.Γρη­γό­ριος Κόρ­δας, διά­κο­νοι: Ιω­άν­νης Πα­νου­τσα­κό­που­λος, Παρ­θέ­νιος Μπα­λά­σκας.

* Την ΔΕΥ­ΤΕ­ΡΑ ε­ψάλ­λει η α­κο­λου­θί­α των χαι­ρε­τι­σμών στην α­γί­α Ει­ρή­νη με ο­μι­λη­τή τον Πα­νο­σιο­λο­γιώ­τα­το Αρ­χι­μαν­δρί­τη π. Ιω­σήφ Μή­λια.

Ο π. Ιω­σήφ στo κή­ρυγ­μά του α­νέ­φε­ρε ό­τι οι ά­γιοι μάρ­τυ­ρες ό­πως και η α­γί­α Ει­ρή­νη βί­ω­ναν στην ζω­ή τους την ζω­ή του Χρι­στού. Εί­χαν ε­μπει­ρί­α Χρι­στού και βο­η­θούν και ε­μάς να την α­πο­κτή­σου­με. Ή­ταν νε­κροί για την α­μαρ­τί­α και ζω­ντα­νοί για τον Θε­όν. Οι μάρ­τυ­ρες της πί­στε­ώς μας εί­ναι αυ­τοί που εί­χαν πί­στη α­κλό­νη­τη. Εί­ναι αυ­τοί που ε­πέ­δει­ξαν υ­πο­μο­νή θαυ­μα­στή. Αυ­τοί που φα­νέ­ρω­ναν την ε­πι­μο­νή τους στην α­λή­θεια. Αυ­τοί που θυ­σί­α­σαν τα πά­ντα για το Χρι­στό. Αυ­τοί που έ­πλυ­ναν τα ι­μά­τια τους στο αί­μα του Αρ­νί­ου. Εί­ναι προ­νό­μιο για ε­μάς τους πι­στούς ό­χι μό­νο να πι­στεύ­ου­με αλ­λά και να α­ξιω­θού­με να υ­πο­στού­με κά­τι για Χά­ρη του ό­πως χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά το­νί­ζει ο Α­πό­στο­λος Παύ­λος:»υ­μίν ε­χα­ρί­σθη το υ­πέρ Χρι­στού ου μό­νον το εις αυ­τόν πι­στεύ­ειν αλ­λά και το υ­πέρ αυ­τού πά­σχειν (Φί­λιπ α 29). Ο­λο­κλη­ρώ­νο­ντας ο ο­μι­λη­τής α­νέ­φε­ρε ό­τι οι μνή­μες των Α­γί­ων της Εκ­κλη­σί­ας μας πρέ­πει να γί­νο­νται για τους πι­στούς α­φορ­μή μι­μή­σε­ως των πνευ­μα­τι­κών κα­τορ­θω­μά­των τους, κα­λώ­ντας τους να δί­νουν διαρ­κώς με την ζω­ή τους, μαρ­τυ­ρί­α πί­στε­ως και ο­μο­λο­γί­ας Χρι­στού.

Εκκλησία Online
Αποστολή
Αξιολόγηση επισκεπτών 0 (0 ψήφοι)

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.