Είναι γνωστή και έχει εξαρθεί δεόντως και πολλές φορές η προσφορά της Εκκλησίας γενικά, των ιερών μονών και των μοναχών στην Εθνεγερσία και την απελευθέρωση του δούλου Έθνους από τον Οθωμανό κατακτητή. Εκείνο που δεν έχει αρκούντως συνειδητοποιηθεί είναι του Ιερού Κλήρου η σπουδαία συμβολή, οι αγώνες και οι θυσίες του. Ότι οι ίδιοι οι κληρικοί πήραν τα όπλα, για να διώξουν τον αλλόπιστο δυνάστη από την πατρίδα. Ο Αναστάσιος Γούδας στους «Βίους Παράλληλους» (1872, τόμος α΄, σελ. λζ΄-λη΄) σημειώνει επιγραμματικά.

«Ἐκραγέντος τοῦ ἑλληνικοῦ ἀγῶνος ὁ ὀρθόδοξος Κλῆρος, χωρὶς νὰ μεταβάλῃ ἢ ἐλαττώσῃ τὸ παράπαν τὴν πρὸς τὴν θρησκείαν ἀφοσίωσίν του, μετεσχηματίσθη ὄμως καὶ ὡς ἄριστος στρατιώτης. Ἐν πολλοῖς τῶν βίων τοῦ συγγράμματος ἡμῶν οὐκ ὀλίγοι τῶν κληρικῶν διαδραματίζουσι σπουδαιότατον στρατιώτου πρόσωπον. Καὶ δὲν διέπρεψαν μόνον οἱ κληρικοί, ὧν ὀνομαστὶ μνημονεύομεν τῶν πράξεων, ἀλλ᾿ ὑπάρχουσι καὶ ἄλλοι πάμπολλοι. Ἐν Μεγάλῳ Σπηλαίῳ π.χ. διέπρεψαν ὁ Γεράσιμος Τορολός, προηγούμενος, ἀναδειχθεὶς χιλίαρχος· ὁ προηγούμενος Ἱερόθεος Πετρόπουλος, ἀπόστολος τῆς Φιλικῆς Ἑταιρείας κατὰ τὴν Πελοπόννησον. Ὁ Πανφούτιος ἱερολοχίτης, οἱ ἐν τῇ αὐτῇ Μονῇ ἀνήκοντες Δαμασκηνὸς Παπά Γεωργίου, ἡγούμενος τῷ 1826, 1827, ὁ Συμεὼν Ἰατρός, ὁ Γερμανὸς Λάμψας, ὁ Παρθένιος Μπαλάνος· ὁ Πανφούτιος Δημητριάδος, ὁ Γερμανὸς Πριλέγγας, ὁ Ἰωνᾶς Κανελλόπουλος, ὁ Σαμουὴλ Δημόπουλος, ὁ Ἀρσένιος Γεωργιάδης,ὁ Δαμασκηνὸς Πολυδώρου, ὁ Σαμουὴλ Κατσαρός, ὁ Παγκράτιος Παπά Μαντζέλου καὶ ὁ Ἀνανίας Ἀθανασίου· ὁ δὲ Νεόφυτος Ρούβαλης, μὲ ὀγδοήκοντα δύο μόνον στρατιώτας καὶ ἑπτὰ Μοναχούς, ἐξιστορεῖ ὁ Φραντζῆς, κλεισθεὶς ἐν τῷ μετοχίῳ τῆς Μονῆς, ἀντέσχεν εἰς ὁρμητικὴν ἐπίθεσιν 2500 πεζῶν καὶ ἱππέων ἐχθρῶν…».

Από τις τάξεις του Ορθόδοξου Κλήρου και Μοναχισμού, προέρχεται σωρεία εθνομαρτύρων, που πότισαν με το αίμα τους το δέντρο της ελληνικής λευτεριάς και αγωνιστών που βρήκαν τον θάνατο πολεμώντας τον κατακτητή.

Πόσοι και πόσοι απλοί παπάδες και μοναχοί έπεσαν στο πεδίο της τιμής. Τα πρωτοπαλίκαρα της λευτεριάς, ο Αθανάσιος Διάκος (Αλαμάνα), ο Παπαφλέσσας (Μανιάκι), ο καλόγερος Σαμουήλ (Κούγκι). Κι ακόμα πλήθος ιερωμένων που έδρασαν στον Αγώνα, όπως ο Βρεσθένης Θεοδώρητος, ο Άρτης Πορφύριος, ο Αθηνών Θεόφιλος, ο Έλους Άνθιμος, ο Σαλώνων Ησαΐας, ο Ρωγών Ιωσήφ κ.ά., που πήραν μέρος οι ίδιοι στις διάφορες φάσεις της Επαναστάσεως.

Σε ένα από τα πολύτιμα έγγραφα του Αρχείου της Εθνικής Βιβλιοθήκης διαβάζουμε:

«Οἱ ὑποφαινόμενοι κάτοικοι τῆς Κοινότητος Κυπαρισσίας, δηλοποιοῦμεν ὅτι ὁ ἀοίδιμος ἐπίσκοπος Μεθώνης Γρηγόριος, ἐνῷ συνετέλεσε διὰ τὴν πολιορκίαν τῆς Μεθώνης καὶ διὰ τὴν ἅλωσιν τοῦ Νεοκάστρου παρὰ τῶν Ἑλλήνων κατὰ τὸ πρῶτον ἔτος τῆς Ἐπαναστάσεως, Ἀρχηγὸς ὑπάρχων τοῦ στρατιωτικοῦ σώματος καὶ διευθύνας τὴν πολιορκίαν μῆνας πέντε ἕως οὗ ἐπαραδόθη εἰς χεῖρας του τὸ Νεόκαστρον, ἐστρατολόγησε καὶ κατὰ τοῦ Αἰγυπτιακοῦ στρατοῦ, ἅμα οὗτος ἀπέβη εἰς τὰ Μεσσηνιακὰ Φρούρια, καὶ ἐπὶ κεφαλῆς ὅλου τοῦ στρατιωτικοῦ σώματος τῶν Ἀρκαδίων ἐστρατοπέδευσεν εἰς Ἀβαρίνους, μετὰ τὴν πτῶσιν τῶν ὁποίων ἐζωγρήθη αἰχμάλωτος, ὅπου μετ᾿ ὀλίγον ἐτελεύτησεν ὑπὸ τὴν δουλείαν, γενόμενος θῦμα ὑπὲρ πατρίδος…».

Δεν υπήρχε περίπτωση κληρικού, οποιασδήποτε βαθμίδας, που να μη συμμετάσχει με τον α΄ ή β΄ τρόπο, με υλική ενίσχυση ή οδηγώντας κι άλλους στον απελευθερωτικό Αγώνα του 1821.

Η ευόδωση της Εθνεγερσίας του 1821 είναι ένα θέμα, που απασχόλησε και απασχολεί κάθε ιστορικό που καταπιάσθηκε ή καταγίνεται με την πορεία του Νέου Ελληνισμού. Κι εκείνο που βγαίνει από τα έγγραφα, τα απομνημονεύματα, τα περιηγητικά κείμενα και τις κάθε είδους γραπτές μαρτυρίες της εποχής εκείνης, είναι ότι οι παράτολμοι Αγωνιστές, που ανέλαβαν το μεγάλο εγχείρημα, διακρίνονταν για τη βαθύτατη πίστη τους, πολέμησαν στο όνομα του Θεού, σ’ εκείνον βάσιζαν τις ελπίδες τους και από εκείνον αντλούσαν τη βεβαιότητα για τη νίκη. Αυτό δεν ήταν κάτι το τυχαίο. Εκτός από τις παραδόσεις του γένους, είδαμε πόσο σπουδαίο ρόλο έπαιξε η εθναρχική στάση της Εκκλησίας στα χρόνια της σκλαβιάς. Αλλά και οι στενοί δεσμοί του ελληνικού λαού μαζί της. Αυτή ήταν το στήριγμα και η παρηγοριά τους στις πιο πικρές ώρες. Ο ορθόδοξος ναός ήταν το μεγαλύτερο σχολειό του υπόδουλου Έθνους. Η τέχνη, η μουσική, τα Γράμματα, αν δεν είχαν αφετηρία, διαμορφώνονταν υπό την επίδραση της ορθόδοξης παράδοσης. Στους περιηγητές της περιόδου κάνουν εντύπωση οι μεγάλες νηστείες που τηρούν οι Έλληνες. Ένας από αυτούς σημειώνει πως μόλις τελειώνει η μια, αρχίζει η άλλη. Βαθύτατη πίστη είχαν μόνον οι αμαρτωλοί οι κλέφτες, οι απλοί αγωνιστές, αλλά και οι ηγέτες του Ιερού Αγώνα.

Ο Κολοκοτρώνης

Οι μεγάλοι Αγωνιστές μιλούν κατηγορηματικά για τη δράση των Κληρικών Αγωνιστών, όπως ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ο θρυλικός «Γέρος του Μοριά», που σε πιστοποιητικό που εξέδωσε στις 19 Σεπτεμβρίου 1835 για τον παπά-Κοσμά Ζώρα, τον χαρακτήριζε «ἄξιο καὶ πιστὸ ὀπαδὸ τοῦ Παλαιῶν Πατρῶν Γερμανοῦ»:

«Πιστοποιητικόν:

Πιστοποιοῦμεν ἐνσυνειδήτως, ὅτι ὁ Παπά Κοσμᾶς Ζώρας ἀπὸ τὸ χωρίον Κούμανι τῆς Κάπελλης, ἄμα ἤρχισεν ὁ ἱερὸς Ἀγὼν τεθεὶς ἐπὶ κεφαλῆς πολλῶν συγχωρίων του, τοὺς ὁποίους ἐξ ἰδίων ἐμισθοδότει, ἔτρεξε μὲ προθυμίαν ὅπου τὸ χρέος τῆς πατρίδος ἐκάλει· καὶ ὄχι μόνον αὐτὸς ὁ ἴδιος ἐδειξεν εἰς τὰς μάχας μεγάλην γενναιότητα καὶ ὡς ἱερεύς, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἄλλους διὰ τοῦ παραδείγματός του ἐφιλοτίμησεν νὰ ἀνδραγαθήσωσι· ἐκτὸς δὲ τούτων συνεισέφερε καὶ ἁδρὰς χρηματικὰς θυσίας ὑπὲρ τῶν κοινῶν ἀναγκῶν χωρὶς νὰ λάβῃ οὐδεμίαν ἀποζημείωσιν, ἐπλήρωσεν ἀρκετὴν ποσότητα ἐράνων, καὶ ἐν γένει δειχθεὶς ἄξιος ὀπαδὸς καὶ πιστὸς τοῦ Δεσπότου καὶ ἀοιδίμου Γερμανοῦ Παλαιῶν Πατρῶν, ὑπέστη πάντα τὰ τοῦ πολέμου δυστυχήματα καὶ κακουχίας. Συναισθανόμενοι τὴν ἀδικίαν του, διότι ὡς ἱερεὺς καὶ ἀξιωματικὸς δὲν ἔλαβε τὴν παραμικρὰν ἀμοιβὴν ἀπὸ τὸ Ἔθνος, τῷ ἐγχειρίζομεν τὸ παρόν, ἵνα τοῦ χρησιμεύσῃ.

Ἐν Ἀθήναις τὴ 19 9βρίου 1835·Θεόδωρος Κολοκοτρώνης».

Ο Σισίνης

Τα στοιχεία αυτά επιβεβαιώνει στις 23 Οκτωβρίου 1844 και ο Χ. Σισίνης εξαίροντας τη γενναιότητα και την αφοσίωση του ίδιου κληρικού στα στρατιωτικά του καθήκοντα:

«Ὁ Σακελλάριος Ζώρας ἰερεὺς ἐκ τῆς κοινότητος Κούμανι τοῦ δήμου Φολόης Ἐπαρχίας Ἠλείας, ὑπηρέτησεν ἀπ᾿ ἀρχῆς τῆς Ἐπαναστάσεως στρατιωτικῶς ὑπὸ τὴν ὁδηγίαν μας παρευρεθεὶς εἰς τὰς μάχας Πούσι, Πατρῶν, Μεσολογγίου, Ἀθηνῶν καὶ εἰς ὅλας τῆς Ἠλείας μετὰ τὴν εἰσβολὴν τοῦ Ἰμβραήμ, καὶ εἰς ὅλον τὸ διάστημα τοῦ ἱεροῦ Ἀγῶνος διῆγε μὲ τιμὴν καὶ εὐταξίαν ἀφοσιωμένος εἰς τὰ στρατιωτικά του καθήκοντα, τὰ ὁποία ἐξετέλει πάντοτε μὲ γενναιότητα καὶ πειθαρχίαν. Κατ᾿ αἴτησίν του δίδεται τὸ παρὸν διὰ νὰ τοῦ χρησιμεύσει ὅθεν ἀνήκει».

Ο Μακρυγιάννης

Ο περίφημος πολέμαρχος του Αγώνα Μακρυγιάννης βεβαίωνε για τον αρχιμανδρίτη Ιωσήφ Ταμπακόπουλο, ηγούμενο της Καισαριανής, που έλαβε μέρος στη μάχη του Φαλήρου δείχνοντας γενναιότητα και πατριωτισμό (διατηρήθηκε η ορθογραφία του κειμένου):

«Φανερώνω ὅτι ὁ κύριος Γιοσίφης Ταμβακόπουλος ἡγούμενος τῆς Σιργιανῆς (Καισαριανῆς) ἦτον εἰς τὴν ὁδηγίαν μου μὲ στρατιώτας ὅταν πρωτοπιάσαμεν τὸν φαληρέα καὶ στάθη ὡς τὸ τέλος·ἔμεινα πάντοτε εὐχαριστημένος ἀπὸ τὰ πατριωτικά του φρονήματα καὶ γενναιότητα ὁπόδιχνε στὰ δεινὰ τῆς πατρίδος καὶ καλὴ συμβουλὴ ὁπόκανε διὰ τὴν καλὴν τάξην, τοὺς στρατιώτας ὁπόλοιπαν τὰ ἀναγκαία, καὶ ἡ πατριωτική του συμβουλὴ διόρθωνε ὅλα τὰ δεινὰ καὶ σίχαζαν οἱ ἄνθρωποι, καὶ ἀκολουθάγαν εἰς τὴν ἀνάγκην τῆς πατρίδος· ὅσον καιρὸν ἐστάθη μαζύ μου δὲν ἔλαβε τίποτα ἀπὸ μένα ὅτι δὲν ἔλαβα καὶ ἐγώ, καὶ ἐξόδευσε ἐξ ἰδίων του εἰς τοὺς ἀνθρώπους ὁποῦχε μαζύ του, καὶ μὲ αὐτὸν τὸν πατριωτισμὸν ἔτρεξε ἐξ ἀρχῆς μὲ στρατιώτας εἰς τὴν ἀνάγκην τῆς πατρίδος καὶ μὲ τιμιότητα ὁλοῦθε. Διὰ νὰ ἔμεινα πάντοτε εὐχαριστημένος, τὸν δίδω τὸ παρόν μου κατὰ τὴν ζήτησίν του νὰ τοῦ χρησιμεύση ὅθεν τοῦ ἀνίκει.

1834 Δεκεμβρίου 20. Ἀθῆναι
πατριώτης
Μακριγιάνης
Πιστοποιεῖται τὸ γνήσιον τῆς ὑπογραφῆς τοῦ Μακριγιάνη.
Τῇ 10 Ἰανουαρίου 1835.
Οἱ Δημογέροντες τῶν Ἀθηνῶν
Ἰωάννης Βλάχος
Γεώργιος Μεταξᾶς
Μιχαὴλ Βουζίκας
ἴσον
Τῇ 17 Ἰανουαρίου 1835
Ὁ κατᾶ τὴν Ἐπισκοπὴν Ἀττικῆς Ἀρχιδιάκονος Ἰ. Βυζάντιος».

Οι Δεληγιάννης και Πλαπούτας

Οι Κανέλλος Δεληγιάννης και Δ. Πλαπούτας έγραφαν για τον «μεγάλο ζήλο», που έδειξε ο παπά-Ιωάννης Κυριακόπουλος από τα Ριζά Μαντινείας:

«Πιστοποιητικόν

Πιστοποιοῦμεν οἱ ὑπογεγραμμένοι, χάριν ἐνδείξεως καὶ ἀληθείας, ὅτι ὁ ἐκ τοῦ χωρίου Ριζῶν τῆς ἐπαρχίας Μαντινείας ἀποβιώσας Ἰωάννης ἱερεὺς Κυριακόπουλος, ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως, ἐπικεφαλῆς ἐγχωρίων του διαφόρων ὁπλισθεὶς ἐδραμεν ὅπου ἡ ἀνάγκη τῆς πατρίδος τὸ ἀπήτει, συνεισφέρων πολυειδῶς εἰς τὸν ἱερὸν ἀγῶνα, εἰς ὃν ἠγωνίσθη μετὰ μεγάλου ζήλου καὶ προθυμίας παρευρεθεὶς εἰς διαφόρους κατὰ τῶν ἐχθρῶν μάχας ὅπου ἐξεπλήεωσε τὸ κατ᾿ αὐτὸν μὲ περιφρόνησιν παντὸς κινδύνου μέχρι τοῦ ἔτους 1829, ὅτε ἀπεβίωσε.

Κατ᾿ αἴτησιν τῆς οἰκογενείας του δίδεται τὸ παρὸν εἰς χεῖρας των, διὰ νὰ χρησιμεύσῃ ὅπου ἀνήκει.

Ἐν Ἀθήναις τὴν 15 Δεκεμβρίου 1847.

Κανέλλος Δεληγιάννης

Δ. Πλαπούτας».

*Ιωάννης Μ. Χατζηφώτης, Μεγάλοι οπλαρχηγοί μιλούν για την προσφορά του Ιερού Κλήρου στην Επανάσταση του 1821.

————————————

Στρατιωτικοί Ιερείς στον Αγώνα της Εθνικής Παλιγγενεσίας*

Μία από τις άγνωστες -εν πολλοίς- πτυχές της ανεκτίμητης προσφοράς της Ορθοδόξου Εκκλησίας στο Ελληνικό Έθνος είναι η αποφασιστική συμβολή των στρατιωτικών ιερέων στην επιτυχία του αγώνα της Παλιγγενεσίας. Πρόκειται για τη μεγαλειώδη πατριωτική προσφορά Oρθοδόξων κληρικών, που, ως διορισμένοι ή εθελοντές στρατιωτικοί ιερείς, βρέθηκαν στα πεδία των μαχών, στο πλευρό των μαχόμενων Ελλήνων. Διακρίνονται, δε, σαφώς από τους ιερείς εκείνους που έλαβαν τα άρματα και αγωνίστηκαν ως μαχητές εναντίον των Τούρκων.

Η παρουσία στρατιωτικών ιερέων στον αγώνα του ’21

Η παρουσία στρατιωτικών ιερέων στον αγώνα του ’21 μαρτυρείται και χρονολογείται από την έναρξη της Επαναστάσεως. Ήδη στην πρώτη Εθνική Συνέλευση της Επιδαύρου θεσμοθετείται και επισήμως, με το ψήφισμα της 9ης Απριλίου 1822, θέση ιερέα για κάθε χιλιαρχία του νεοσύστατου τακτικού στρατού. Βάσει του κανονισμού ονομάζεται Αξιωματικός και εντάσσεται στο επιτελείο της μονάδος, ανάμεσα στο γραμματέα, τον ιατρό και τον φροντιστή, με προσδιοριζόμενο μάλιστα μηνιαίο μισθό, ύψους 120 γροσίων [1]. Στην πρώτη δε αναλυτική ονομαστική κατάσταση των αξιωματικών ενός Συντάγματος Πεζικού καταχωρείται, ανάμεσα στους «Γενικούς Αξιωματικούς» και το όνομα του ιερέα Νικολάου [2].

Αλλά και εκτός του τακτικού στρατού, στα στρατιωτικά σώματα των Ελλήνων Οπλαρχηγών, είχαν ενταχθεί εθελοντές στρατιωτικοί ιερείς που προσέφεραν, καθ’ όλη τη διάρκεια του αγώνα, αμισθί, τις πολύτομες υπηρεσίες τους. Στο ιδιαίτερο σώμα του Θ. Κολοκοτρώνη υπηρετούσαν οι ιερείς «Παπά Ζαφειρόπουλος, Οικονόμος από Λάστα και Οικονόμος Βελισάριος» [3] [4] ενώ στρατιωτικοί ιερείς συνόδευαν και τα στρατεύματα του Γ. Καραϊσκάκη [5], του Μάρκου Μπότσαρη [6], του Παπαφλέσσα [7] και το Ιόνιο στρατιωτικό σώμα [8].

Στρατιωτικοί ιερείς υπηρετούσαν, επίσης, στις πολεμικές μοίρες των Ελλήνων Ναυάρχων, όπως του Αλεξάνδρου Δημ. Κριεζή, όπου είχε διορισθεί ο Παπά Σωφρόνιος Σκλίας [9] και στη μοίρα του Τομπάζη και του διαδόχου του Ανδρέα Μιαούλη [10]όπου υπηρετούσε, ως ιερέας του στόλου, ο Αρχιμανδρίτης Θεόδωρος, ο οποίος συχνά δεχόταν τις θερμές ευχαριστίες του αρχιναυάρχου «διὰ τὸν ἀποστολικὸν ζήλον, ὃν ἀνάπτυσε κατὰ τὰς ἐκδρομάς» [11].

Το έργο και η προσφορά τους

Η αποστολή των στρατιωτικών ιερέων στον αγώνα του ’21 –όπως και σε όλους τους αγώνες του Έθνους [12]– ήταν αμιγώς πνευματική. Μένοντας συνεπείς στον ιερό χαρακτήρα του λειτουργήματός τους, δεν χρησιμοποίησαν όπλα κατά των εχθρών. Είναι χαρακτηριστική στο σημείο αυτό η μαρτυρία του Αρχιμ. Νικηφόρου Ρωμανίδη, στρατιωτικού ιερέα καθ’ όλη την περίοδο του αγώνα του ’21 και στη συνέχεια μονίμου στρατιωτικού ιερέα στο ανεξάρτητο Ελληνικό Κράτος. Σε ανέκδοτη αναφορά του, της 13ης Δεκεμβρίου 1837, υπεραμύνεται του πνευματικού χαρακτήρα της αποστολής του, σε αντιδιαστολή προς αυτόν του ιερέα μαχητή, ακόμα και επί των οικονομικών του απολαβών και της ιεραρχικής του εξελίξεως. Τονίζει, δε, συγκεκριμένως ότι «ἂν ἐνηγκάλιζον ἰδίαις χερσὶ τὰ ὅπλα ἐξ ἀρχῆς ἤθελον χαίρει ἀνώτερον βαθμὸν καθὼς ἄλλοι. Πλὴν δὲν εἶναι νομίζω εὐκαταφρόνητον ὅτι ἐφύλαξα τὸ Ἱερατικὸν ἐπάγγελμα, καὶ ἐβοήθησα τὸν στρατὸν λόγῳ καὶ ἔργῳ πραγματικῶς, χρηματίσας μάλιστα εἰς πολλὰ Σώματα ὡς διδάσκαλος ἄνευ τινὸς ἐπιμισθίου» [13].

Οι στρατιωτικοί ιερείς, ακολουθώντας σ’ όλες τις μάχες, τους κινδύνους και τις κακουχίες τα στρατεύματα, ιερουργούσαν, εξομολογούσαν, κοινωνούσαν και παραμυθούσαν τους αγωνιζόμενους αδελφούς. Κυρίως όμως προκινδύνευαν στην πρώτη γραμμή του μετώπου. Με το θυσιαστικό παράδειγμά τους, ακόμη και με το αίμα τους [14] συνέβαλαν αποφασιστικά στην ενίσχυση του φρονήματος των ανδρών και στη νικηφόρα έκβαση των πολεμικών επιχειρήσεων.

«Κατὰ πᾶσαν πρωΐαν καὶ ἐσπέραν ἐψαλλον τὴν ἁγίαν παράκλησιν» [15] προσευχόμενοι υπέρ ευοδώσεως του αγώνος. Προ των μαχών «μὲ ἐνθουσιαστικοὺς λόγους κατὰ πολὺ ἐνεψύχωναν τὸν στρατόν, κηρύσσοντες τὸν ὑπὲρ πίστεως καὶ πατρίδος λόγον» [16]. Τελούσαν τη Θεία Λειτουργία και μετέδιδαν τον Άρτο της ζωής, οπλίζοντας τους άνδρες με πρωτοχριστιανικό φρόνημα για να αψηφούν τους κινδύνους και το θάνατο.

Κατά τη διάρκεια των μαχών δε, ευρίσκονταν στην πρώτη γραμμή του πυρός «ἐνθαρρύνωντες τοὺς στρατιώτας» [17] όπως στο χαρακτηριστικό παράδειγμα του περιώνυμου Φλεσάκου, ο οποίος «εἰς τὰς μάχας πάντοτε ἐκράτει εἰς τὰς χεῖράς του τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας καὶ ἐπήγαινεν ἐμπρός. Εἰς τὰς Πάτρας δὲ κατὰ τὴν περίφημον μάχην τῆς 9ης Μαρτίου οἱ Τοῦρκοι ἐκυνήγησαν καὶ αὐτὸν, ὅστις καταδιωκόμενος ἔρριψε τὴν εἰκόνα ἐντὸς μιᾶς βάτου, καὶ εἶπεν εἰς αὐτὴν, ὅτι ἂν δὲν δυναμώσῃ τοὺς Ἕλληνας νὰ νικήσουν τοὺς Τούρκους δὲ τὴν παίρνει πάλιν, εἰπών «πήγαινε καὶ σὺ μὲ τοὺς Τούρκους». Ἐντὸς ὀλίγου οἱ Ἕλληνες ἐνίκησαν, καὶ τοῦτο ἐθεωρήθη ὑπὸ τῶν στρατιωτῶν ὡς θαῦμα τῆς Παναγίας» [18].

Άλλοτε «ἔψαλλον παρακλήσεις, δεόμενοι τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ νὰ βοηθήσῃ τοὺς Ἕλληνας νὰ νικήσουν τὸν ἐχθρόν» κατά το παράδειγμα του προμνημονευθέντος Παπά Ζαφειρόπουλου, ο οποίος «εἰς τὴν κατὰ τοῦ Δράμαλη μάχην ἦτον εἰς τὴν ἰδίαν θέσιν, ὅπου ἐστέκετο καὶ ὁ Κολοκοτρώνης καὶ διεύθυνεν αὐτὴν, καὶ ἐκεῖ ἔψαλλε παράκλησιν, δεόμενος τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ νὰ βοηθήσῃ τοὺς Ἕλληνας νὰ νικήσουν τὸν ἰσχυρὸν Δράμαλην» [19].

Τέλος, προέπεμπαν τους ετοιμοθάνατους αγωνιστές στην αγήρατω ζωή της αμαράντου δόξης προσφέροντάς τους τα τελευταία πνευματικά εφόδια, όπως συνέβη και με τον μεγάλο οπλαρχηγό Γ. Καραϊσκάκη. Ο κορυφαίος πολέμαρχος του Γένους, μετά από θανάσιμο τραυματισμό, λίγες ώρες πριν το θάνατό του, κάλεσε τον πνευματικό του, «ἕνα τῶν ἱερέων τοῦ στρατοπέδου, ἐξωμολογήθη, ὡς ἀληθὴς καὶ θεοσεβὴς χριστιανός, ἐζήτησε συγχώρησιν παρὰ τῶν περιεστώτων καὶ ἐκοινώνησε τῶν ἀχράντων μυστηρίων» [20].

Η ανεκτίμητη προσφορά και η καθοριστική συμβολή των στρατιωτικών ιερέων στην ευόδωση του αγώνα του ’21 έχει αποτυπωθεί, με εύγλωττο τρόπο και στη μαρτυρία ενός από τους αυτόπτες μάρτυρες των ηρωικών αγώνων και θυσιών του υπέρ της ανεξαρτησίας του Έθνους. Παραθέτουμε ένα μικρό απόσπασμά της ως κατακλείδα της επιγραμματικής αυτής αναφοράς μας στους στρατιωτικούς ιερείς του αγώνα της εθνικής μας παλιγγενεσίας.

«Προκειμένου περὶ πίστεως καὶ πατρίδος, πυρίκαυστα ῥίπτουσι (σ.σ. οι ιερείς) τὰ λεγόμενα βεράτια αὑτῶν, ἀποξενοῦνται οἰκειοθελῶς πάσης ὑπερτιμήσεως καὶ ἁρμοδιότητος πολιτικῆς, καὶ ἀντὶ ἱκετῶν ταπεινῶν πρὸς τυράννους μετασχηματίζονται εἰς μαχητάς σταυροφόρους, ἀλλὰ πιστοὺς σταυροφόρους, κατὰ τῶν τυράννων. Ὅ,τι ἄλλοτε ηὔχοντο ἐν τῷ ναῷ «Σῶσον Κύριε τὸν λαόν σου», τούτου γίγνονται ἤδη ἡ προθυμοτέρα ἐκτέλεσις ἐν τοῖς πεδίοις τοῦ Ἄρεως, πανταχοῦ συγκινδυνεύοντες περὶ τῶν ὅλων, πανταχοῦ μαρτυροῦντες ὑπὲρ πίστεως καὶ πατρίδος, καὶ πανταχοῦ ἐκπροσωποῦντες τὴν ἐκκλησίαν, εὐλογοῦσαν τοὺς μαχομένους καὶ ἁγιάζουσαν τοὺς πίπτοντας ὑπὲρ ἱερῶν καὶ ὁσίων» [21].

[1] Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας, 1821-1823, Αι Εθνικαί Συνελεύσεις, τόμος Α΄, έκδοσις Βιβλιοθήκης της Βουλής των Ελλήνων, Αθήναι 1971, σελ. 37-38.

[2] Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας, μέχρι της εγκαταστάσεως της Βασιλείας, τόμος Α΄, εν Αθήναις, εκ του τυπογραφείου Δ. Α. Μαυρομάτη, 1857, σελ. 271-271.

[3] Πρόκειται περί του, εκ της πρεσβυτέρας αδελφής του, γαμβρού του Παλαιών Πατρών Γερμανού με το επώνυμο Διογενίδης. Βλ. Παλαιών Πατρών Γερμανού, Απομνημονεύματα, εκδόσεις Βεργίνα, Δεκέμβριος 1996, σελ. 8.

[4] Φωτίου Χρυσανθακόπουλου ή Φωτάκου, Απομνημονεύματα περί της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821, τόμος Α΄, εκδόσεις Βεργίνα, Δεκέμβριος 1996, σελ. 261-264.

[5] Χρήστου Βυζαντίου, Ιστορία των κατά την Ελληνικήν Επανάστασιν εκστρατειών και μαχών, Αθήναι 1956, σελ. 193.

[6] F.C.H. Pougueville, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, μεταφρασθείσα υπό Ξενοφώντος Ζυγούρα, τόμος Δ΄, εν Αθήναις, 1891, σελ. 125-126.

[7] F.C.H. Pougueville, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, μεταφρασθείσα υπό του Ιωάννου Θ. Ζαφειρόπουλου, τόμος Γ’, εν Αθήναις, 1890, σελ. 116.

[8] Ιωάννου Φιλήμονος, Δοκίμιον ιστορικόν περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, τόμος Γ’, Αθήναι 1860, σελ. 303, 305.

[9] Αντωνίου Α. Μιαούλη, Συνοπτική ιστορία των υπέρ της ελευθερίας της αναγεννηθείσης Ελλάδος γενομένων ναυμαχιών, εκδόσεις Βεργίνα, Δεκέμβριος 1996, σελ. 108, 118, 121.

[10] F.C.H. Pougueville, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, μεταφρασθείσα υπό του Ιωάννου Θ. Ζαφειρόπουλου, τόμος Γ’, εν Αθήναις, 1890, σελ. 260.

[11] F.C.H. Pougueville, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, μεταφρασθείσα υπό του Ξενοφώντος Ζυγούρα, τόμος Β’, εν Αθήναις, 1890, σελ. 276.

[12] Βλέπε σχετικά, Αρχιμ. Μελετίου Κουράκλη, Η συμβολή των στρατιωτικών ιερέων στους αγώνες του Έθνους, Τρίπολη 1999.

[13] ΓΑΚ/Στρατιωτικοί Ιερείς/Φ.218, α/α εγγράφου 162. Σχετικά με το κεφαλαιώδες θέμα της θέσης των κληρικών στον πόλεμο, βλ. Κωνσταντίνου Ν. Καλλίνικου, Χριστιανισμός και Πόλεμος, 1919 και ιδίως το κεφάλαιο ο Πόλεμος και ο Χριστιανικός Κλήρος, σελ. 32-76.

[14] Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας, μέχρι της εγκαταστάσεως της Βασιλείας, τόμος τρίτος, Αθήναι, 1972, σελ. 58-59.

[15] Ιωάννου Φιλήμονος, ένθα ανωτ. Σελ. 305.

[16] Φωτίου Χρυσανθακόπουλου ή Φωτάκου, Βίοι Πελοποννήσιων ανδρών, εκδοσεις Βεργίνα, Δεκέμβριος 1996, σελ. 229.

[17] Αυτόθι, σελ. 233.

[18] Αυτόθι, σελ. 233.

[19] Αυτόθι, σελ. 97-98.

[20] Χρήστου Βυζαντίου, ένθα ανωτ. σελ. 193.

[21] Ιωάννου Φιλήμονος, ένθα ανωτ. σελ. 29-30.

*Αρχιμανδρίτης Μελέτιος Κουράκλης, Στρατιωτικοί Ιερείς στον Αγώνα της Εθνικής Παλιγγενεσίας, Στρατιωτική Επιθεώρηση, τευχ. 2, 2001.

Εκκλησία Online
Αποστολή
Αξιολόγηση επισκεπτών 3 (1 ψήφος)

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.