Μεγάλη γιορτή της ορθοδοξίας 5 Ιουλίου: Ο ΟΣΙΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ γεννήθηκε στην πρωτεύουσα του Πόντου Τραπεζούντα μεταξύ των ετών 927-930. Οι γονείς του ήσαν πλούσιοι και ευγενείς. Το όνομα του ήταν Αβραάμιος. Ο πατέρας καταγόταν από την Αντιόχεια της Συρίας και η μητέρα από την Κολχίδα του Πόντου. Πριν γεννη­θεί, ο πατέρας απέθανε και λίγο μετά τη γέννηση του, και η μητέρα απήλθε από τον παρόντα κόσμο.

Ο μικρός Αβραάμιος, ορφανός και από τους δύο γονείς, τέθηκε υπό την προστασία συγγενής του μοναχής, η οποία ανέλαβε την φροντίδα και την παιδαγωγία αυτού.

Όλη δε η ζωή και η συμπεριφορά της μοναχής επέδρασε θετικά και καταλυτικά στην μετέπειτα εξέλιξη του Αβρααμίου.

Ο μικρός Αβραάμιος, παρ’ ότι ήταν παιδί, η ζωή και η συμπεριφορά του δεν έμοιαζε με εκείνες των άλλων συνομιλήκων του.

Ο χαρακτήρας του δεν ήταν απρεπής, απρόσεκτος και αγενής. Κατα­γινόταν με την προσευχή και τις άλλες θρησκευτικές πράξεις.

Μετά την κοίμηση της προστάτιδας του μοναχής και αφού έλαβε την εγκύκλια παιδεία, με την βοήθεια ενός αυτο­κρατορικού φορολογικού υπαλλήλου που ήλθε στην Τραπεζούντα για την είσπραξη των δημοσίων φόρων, έρχεται στην Κωνσταντινούπολη επί αυτοκράτορος Ρωμανού Α’ Λεκαπηνού (920-944).

Στην Πόλη φοιτά στη Σχολή του Προέ­δρου των σχολών της Πρωτευούσης, που εκαλείτο Αθανάσιος.

Στη σχολή αυτή επιδίδεται με ζήλο και επιμέλεια στην εκμάθηση των γραμμάτων της θύραθεν (κοσμικής) παιδείας.

Παράλληλα δεν πα­ρέλειπε τα πνευματικά και θρησκευτικά του καθήκοντα. Στην Κωνσταντινούπολη εγνώρισε τον συγγενή του στρατηγό Ζεφιναζέρ, στο σπίτι του οποίου έκτοτε διέμεινε.

ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΣ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ

Μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα ο Αβράαμιος κατέστη κάτοχος και διδάσκα­λος πάσης φιλοσοφίας και ρητορικής, ώστε η φήμη του να φτάσει μέχρι και τα βασιλικά ανάκτορα.

Ο ενάρετος και σοβαρός βίος του, το πράον του ήθους, το γλυκύ της ομιλίας, ο πλούτος της γνώσεως, το έντιμον και το χρηστόν του χαρακτήρος του τον έκαναν αγαπητόν σε όλους.

Εξαιτίας των χαρι­σμάτων του, οι μαθητές και διδάσκαλοι της Σχολής, «κοινή ψήφω», εζήτησαν από τον αυτοκράτορα να εκλεγεί διδάσκαλος αυτής. Έτσι, με αυτοκρατορική υπόδειξη, τιμάται με το αξίωμα του διδασκάλου.

Ο Αβραάμιος σύντομα απέδειξε τις ικανότητες του. Απέκτησε πολλούς μα­θητές και συγχρόνως τη φήμη του σοφού διδασκάλου.

Γι’ αυτό, χρόνο με το χρόνο, ο αριθμός των μαθητών ηύξανε. Αλλ’ ο Αβραάμιος ταυτόχρονα ζούσε συνεπή χριστιανική ζωή.

Η επιθυμία του ήταν να αφιερωθεί ολοκληρωτικά στο Θεό. Την περίοδο αυτή ο συγγενής του στρατηγός Ζεφιναζέρ αναλαμβάνει την ναυτική διοίκηση στο Αιγαίο και παίρ­νοντας μαζί του τον Αβραάμιο πραγ­ματοποιεί περιοδεία στο Αρχιπέλαγος.

Κατέπλευσαν στη νήσο Λήμνο, απ’ όπου διακρινόταν το Άγιον Όρος, όπου έμελλε αργότερα να ιδρύσει τη Λαύρα.

Επανερχόμενος στην Πόλη, συναντά­ται με τον όσιο Μιχαήλ Μαλεΐνον, ιδρυτή και ηγούμενο της Λαύρας του Κυμινά.

Του εξομολογείται την επιθυμία να ασπα­στεί τον μοναχικό βίο. Στην Πόλη έγινε και η συνάντηση των Οσίου Μιχαήλ, Νικη­φόρου Φωκά, μετέπειτα αυτοκράτορος, και του Αβρααμίου.

Έτσι, κρίνεται από τον όσιο Μιχαήλ άξιος να ακολουθήσει βίο πιο ησυχαστικό και ασκητικό, και επιλέγει τόπο ερη­μικό, όπου επιδίδεται σε νέους πνευματι­κούς αγώνες.

Βλέποντας ο Όσιος Μιχαήλ την μεγά­λη πνευματική άσκηση του Αθανασίου, πρόβλεψε (προείδε) την μετέπειτα εξέλι­ξη του, ότι δηλαδή θα γίνει διάδοχος του στα πνευματικά χαρίσματα.

ΘΑΥΜΑ ΑΓΙΑΣΜΑΤΟΣ ΜΟΝΑΧΟΣ ΣΤΗ ΛΑΥΡΑ ΤΟΥ ΚΥΜΙΝΑ

Στη συνέχεια ο Αβραάμιος παραιτεί­ται από την Σχολή και μεταβαίνει στην λαύρα του Κυμινά. Γίνεται δεκτός από τον ηγούμενο όσιο Μιχαήλ και κείρεται μοναχός με το όνομα Αθανάσιος.

Μετά την κουρά του ο Αθανάσιος, έχοντας έμπειρο και διακριτικό πνευματικό οδη­γό, επιδίδεται στην άσκηση των μοναχι­κών αρετών.

Μέσα σε διάστημα τεσσάρων ετών, κατέκτησε «πάσαν ασκητικήν πολιτείαν» και συνέλεξε σε βραχύ χρόνο πλούτο αρετών, ώστε να καθάρει την διάνοιαν, και να δει «θεία θεωρήματα», όπως ση­μειώνει βιογράφος του.

ΣΤΟ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ

Αλλά τον Αθανάσιο για άλλα είχε προ­ορίσει ο Θεός. Ως εκ τούτου, από το όρος Κυμινά αναχωρεί και έρχεται στο Άγιον Όρος.

Εδώ, φθάνοντας, περιοδεύει πολλά σκηνώματα της αθωνικής χερσονήσου και γνωρίζει πολλούς και εναρέτους μο­ναχούς και ασκητές.

Εντυπωσιάζεται από την σκληρή ασκητική ζωή, τον λιτό βίο, τις πολλές στερήσεις. Αρχικά γίνεται υποτακτικός σε ένα απλό γέροντα, χωρίς να αποκαλύψει ποιος ήταν, κοντά στη Μονή Ζυγού.

Δεν εφανέρωσε το πραγματικό του όνομα, αλλά προσποιήθηκε ότι ονομά­ζεται Βαρνάβας, γιατί ήθελε να είναι απαρατήρητος.

Επιθυμία του ήταν να γνωρίσει τους μοναχούς του Όρους και να ακολουθήσει ένα υψηλότερο στάδιο μοναχικού βίου, του ερημίτη.

Όπως ο ίδιος αναφέρει στο Τυπικό του, την περίο­δο αυτή οι αρχές του Άθω δεν επέτρεπαν σε κανένα μοναχό να ζήσει ως ερημίτης, εάν δεν είχε παραμείνει στο Όρος δύο ή τρία χρόνια.

Με τον τρόπο αυτό υπήρχε ένας έλεγχος δι’ όσους ήθελαν να γίνουν ερημίτες.

Ο Αθανάσιος, έπρεπε, για να μην απο­καλύψει τον εαυτό του να υποταχθεί σε κάποιο αναχωρητή. Έτσι έκρυβε τις γνώ­σεις του και τις πνευματικές του ικανότη­τες από σεβασμό στον γέροντά του, που -ήταν αμόρφωτος.

Υποτάσσεται, λοιπόν, σε σχεδόν αμόρ­φωτο γέροντα, παρά του οποίου, εκτός της μοναχικής ασκήσεως, «διδάσκεται τα ιερά γράμματα».

Ενώ λοιπόν ο Αθανάσιος δοκιμαζό­ταν στον Άθω ως υποψήφιος ασκητής, ο δομέστικος των Σχολών της Ανατολής, Νικηφόρος Φωκάς, τον αναζητούσε.

Βέ­βαιον είναι ότι έκανε έρευνες σε διάφορα μοναστικά κέντρα της Μ. Ασίας χωρίς αποτέλεσμα.Τέλος θυμήθηκε, λέει ο βιογράφος του, ότι ο Αθανάσιος του είχε μιλήσει για πιθανή αναχώρηση και των δύο στο Άγιον Όρος.

Γράφει λοιπόν στον κριτή-έπαρχο της Θεσσαλονίκης και του ζητά να μεταβεί στον Άθω προς αναζήτηση του Αθανα­σίου, περιγράφοντας τα προσωπικά χα­ρακτηριστικά του.

Ο κριτής μεταβαίνει στο Όρος, συνα­ντάται με τον Πρώτο του Όρους Στέφα­νο (958962) και διαβιβάζει το αίτημα.

Ο Πρώτος υπόσχεται να προβεί στην ανεύρεση του, ενώ επλησίαζαν τα Χρι­στούγεννα και η σύναξη των γερόντων του Όρους γινόταν τρεις φορές το χρόνο: Τα Χριστούγεννα, το Πάσχα και στις 15 Αυγούστου, εορτή της κοιμήσεως της Πα­ναγίας.

Στις συνάξεις, υπό την προεδρία του Πρώτου, συμμετείχαν οι πατέρες οι οποίοι ασκούνταν στην περιοχή της Λαύ­ρας των Καρυών.

Κατά τα Χριστούγεννα λοιπόν του έτους εκείνου, έγινε από τον Πρώτο Στέ­φανο8 η αναγνώριση του Αθανασίου.

Όλοι οι Αθωνίτες ξέρουν πλέον ότι ο Βαρνάβας είναι ένας μορφωμένος μο­ναχός, αλλά δεν γνωρίζουν ποιος είναι στην πραγματικότητα, γιατί ζήτησε από τον Πρώτο να κρατήσει το μυστικό του, διαφορετικά θα έφευγε από τον Άθω.

Ο Πρώτος του παραχωρεί ένα αναχωρητικό κελλί κοντά στις Καρυές. Ο Αθα­νάσιος εγκαθίσταται εκεί με ένα μαθητή, ονόματι Λουκίτζη και ασκεί το επάγγελμα του καλλιγράφου.

Εκεί ο Αθανάσιος πα­ρέμεινε μέχρι το 959.

Περί το έτος 960 έρχεται στο Όρος ο αδελφός του Νικηφόρου και δομέστικος των Σχολών της Δύσεως Λέων Φωκάς, μετά την νίκη του κατά των Σκυθών, για να ευχαριστήσει από ευγνωμοσύνη τον Θεό.

Επιθυμούσε βέβαια να συναντήσει *τον Αθανάσιο, όπερ και έγινε. Τότε λοι­πόν όλοι πληροφορούνται ποιος ήταν πραγματικά ο Βαρνάβας και ποιες οι σχέσεις του με την περιφανή οικογένεια Φωκά.

Το ασκητικό περιβάλλον, η όλη προσωπικότητα και η σχέση του με την ένδοξη οικογένεια της αυτοκρατορίας, προκάλεσαν αίσθηση στους Αθωνίτες και πολλοί παρεκινήθησαν να προσέλθουν κοντά του.

Ο Αθανάσιος θέλοντας να αποφύγει την προσέλευση και σύγχυση, έθεσε σε εφαρμογή το σχέδιο, που είχε, όταν αφίχθει στο Όρος: να αποσυρθεί στα ενδό­τερα του Όρους, στην ησυχία.

Έτσι, με την ευλογία του Πρώτου και της Συνάξεως, αφού έμεινε δυο χρόνια στις Καρυές, έλαβε ένα τόπο εξαιρετικά απρόσιτο και ερημικό, που λεγόταν Μελα­νά, στη θέση όπου έκτισε τη Λαύρα.

Εκεί έστησε την ασκητική του καλύβη, σαν άλλο αρετής εργαστήριον, και επι­δόθηκε σε νέους πνευματικούς αγώνες αφοσιωμένος στις κατά Θεόν μελέτες και θείες θεωρίες.

ΣΤΗ ΒΑΣΙΛΕΥΟΥΣΑ

Αφού ετακτοποίησε καλώς όλα τα πράγματα της Λαύρας, απεφάσισε να με­ταβεί στη Βασιλεύουσα προς συνάντηση του αυτοκράτορος Νικηφόρου Φωκά.

Η συνάντηση των δύο ανδρών υπήρ­ξε συγκινητική, και ακόμη περισσότερο, σημαντική και χρήσιμη. Δεν έγινε απλώς η διάλυση των παρεξηγήσεων αλλά υπήρ­ξε σταθμός, όχι μόνον για την ιστορία της Λαύρας, αλλά και του Αγίου Όρους.

Ο Αθανάσιος εγνώριζε πολύ καλά ότι ο Νικηφόρος Φωκάς από τη θέση την οποία πλέον κατείχε θα βοηθούσε αποτελεσματικά τη Λαύρα.

Πράγματι, ο αυτοκράτωρ εξέδωσε, χάρη του Αθανασί­ου, υπέρ της Λαύρας τρία χρυσόβουλλα, τα οποία εκτός από τη θεσμική τους διά­σταση, παραχωρούσαν στην νεόδμητη Λαύρα σημαντικές δωρεές.

Στο χρυσόβουλλο του, το οποίο είχε χαρακτήρα Τυπικού για τη Λαύρα, ο Φωκάς περιέχει μία ρήτρα μεγάλης σημασίας: κανείς δεν είχε το δικαίωμα να επεμβαίνει στη Λαύρα εκτός από τον αυτοκράτορα.

Η Λαύρα η οποία από ιδιωτική κατέστη βασιλική  αυτοκρα­τορική, με την ανάρρηση του Φωκά στον αυτοκρατορικό θρόνο καθιερούται ελευθέρα και αυτοδέσποτος από κάθε κοσμική ή εκκλησιαστική αρχή.

Ο Νικηφόρος, κτίτωρ της Μονής, έχει την κυριότητά της σε όλη τη διάρ­κεια της ζωής του, και μετά το θάνατο του περιέρχεται στο Αθανάσιο, ο οποί­ος είναι ισόβιος ηγούμενος.

Ο Φωκάς με το χρυσόβουλλο του απαγορεύει την παραχώρηση της Λαύ­ρας σε πρόσωπο ξένο προς αυτήν, κοσμικό ή εκκλησιαστικό ή σε άλλη Μονή.

Παράλληλα χορηγεί στη Λαύρα χρηματικές παροχές σε ετήσια βάση, αναγκαίες για τη συντήρηση της. Έτσι, η Λαύρα καθίσταται αυτοκρα­τορικό μοναστήρι, με κοινοβιακό χα­ρακτήρα, με πλούτο και ευμάρεια.

Την ίδια περίοδο, λόγω της φήμης του Αθανασίου και της εντυπω­σιακής εξελίξεως της Λαύρας, μονα­χοί από πολλές περιοχές προσέρχονται να υποταχθούν.

Μεταξύ αυτών έρχο­νται από τη Ρώμη, Καλαβρία, Ιταλία, Ιβηρία, Αρμενία κ.λ.π. Όλοι αυτοί βρί­σκουν καταφύγιο τη Λαύρα, η οποία την περίοδο αυτή (964  972) ήταν το μόνο σημαντικό μοναστικό ίδρυμα, εκτός του Πρωτάτου, στον Άθω.

Αυτή η πρωτόγνωρη άνοδος της Λαύρας δημιούργησε ορισμένες αντιδράσεις από πολλούς Αθωνίτες ασκητές, ερημίτες και ηγουμένους μονυδρίων.

Η βασική διαμαρτυρία επικεντρώνονταν στο ότι με τη μεγάλη οικονομική δραστηριότη­τα, τις άφθονες χρηματικές δωρεές κ.λπ. αλλοιώνονταν η μοναχική παράδοση του Όρους και ο χαρακτήρας του αγιορείτι­κου ασκητικού πνεύματος, όπως τότε υπήρχε στον Άθω.

Η δολοφονία του Νικηφόρου Φωκά, δημιούργησε μία νέα εποχή και τροπή στα αγιορείτικα πράγματα. Όσοι αντι­δρούσαν ή διαφωνούσαν με τον Αθανά­σιο, θεώρησαν κατάλληλη την ευκαιρία να ανακόψουν την πορεία του.

Έτσι, έστειλαν αντιπροσωπεία στο νέο αυτοκράτορα στον οποίο διετύπωσαν τις αιτιάσεις τους.

ΤΟ ΤΥΠΙΚΟ ΤΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ

Ο Αθανάσιος, συνέταξε το Τυπικό του, το οποίο διακρίνεται σε τρία μέρη: Το Τυπικό, το οποίο αναφέρεται σε θέματα διοικητικά, όπως η εκλογή ηγουμένου, τα καθήκοντα, οι εξουσίες, οι υποχρεώσεις, η διαδοχή, τα καθήκοντα των προκρίτων αδελφών κ.α. Η Διατύπωση, που αποτελεί σύντο­μο κείμενο αναφερόμενο κυρίως στον τρόπο εκλογής του ηγουμένου, τον διο­ρισμό επιτρόπων κ.α. και Η Υποτύπωση, ένα είδος λειτουρ­γικού τυπικού.

Αναφέρεται δηλαδή στην τέλεση των Ι. Ακολουθιών όλου του εκ­κλησιαστικού έτους. Ο Αθανάσιος, ανεγνωρίσθη και καθιερώθη ως ο αναμορφωτής αρχηγέτης και πατριάρχης του αθωνικού μοναχισμού.

Η συμβολή του στην καθιέρωση και ανα­γνώριση του μοναχικού καθεστώτος της αθωνικής πολιτείας υπήρξε καταλυτική και πανθομολογούμενη.

Έζησε βίον, πέραν των διοικητικών του ικανοτήτων, οσιακόν. Η αρετή τουανεγνωρίσθη από πολλούς.

Διεκρίνετο για την σοφία, την ευγένεια, την πραό­τητα, το φιλάνθρωπον προς όλους, την φιλοξενία, την ασκητικότητα.

Υπήρξε κατά τον βιογράφο του: «Αρ­χή πάντων και τέλος … πάσι τύπος και νόμος ην … πολύτροπος και πολυειδής την κυβέρνησιν …

Χριστόν τον εαυτού ποιμένα μιμούμενος». Ο Αθανάσιος εκοιμήθη περί το 1000 μ.Χ. Πάνδημος υπήρξε η εκφορά του ιερού σκηνώματος του, οπού παρέστη η του «Όρους Γερουσία». Ανεγνωρίσθη Όσιος και η μνήμη του εορτάζεται την 5ην Ιουλίου.

 

 

 

Εκκλησία Online
Αποστολή
Αξιολόγηση επισκεπτών 5 (1 ψήφος)

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.