Και τα έτη όλων σας πολλά κι ευλογημένα και θεοφιλή και θεάρεστα.

Ο βίος των σήμερα εορταζομένων Αγίων, του Αγίου και Δικαίου Ιώβ του Πολυάθλου, του Οσίου Σεραφείμ του Δομβοΐτου, της Αγίας Σοφίας της εν τη Κλεισούρα, επιβεβαιώνουν πολλές απ’ τις εντολές του Θεού τις οποίες ετήρησαν στη ζωή τους.
Αλλά, κυρίως, αυτό που λέει ο Θεός προς όλους μας :
ΕΝ ΤΗ ΥΠΟΜΟΝΗ ΥΜΩΝ
ΚΤΗΣΑΣΘΕ ΤΑΣ ΨΥΧΑΣ ΥΜΩΝ
Η υπομονή είναι μια προϋπόθεση για τη Σωτηρία, Χάριτι Θεού, της ψυχής μας, της αθάνατης ψυχής μας.
Πόση υπομονή δεν έκανε ο Ιώβ!
Είχε όλα τα αγαθά του Θεού!
Επέτρεψε ο Θεός και τα ‘χασε όλα, σπίτια, κοπάδια, περιουσίες, παιδιά, τα πάντα.
Κι όταν τον προκαλούσε η γυναίκα του
– Τί είναι αυτά που υποφέρεις πάνω στην κοπριά και σε τρώει η αλλεργία και ξύνεσαι… πες ένα λόγο εναντίον του Θεού και τελεύτα. Πες κάτι εναντίον του Θεού, Αυτού που επιτρέπει και παθαίνεις όλα αυτά και να πεθάνεις.
– Πώς μιλάς έτσι άφρων γυνή, Κύριος έδωκε, Κύριος αφείλατο. Ο Θεός μας τα έδωσε όλα ο Θεός μας τα παίρνει. Γυμνός ήρθα σ’ αυτή τη Γη και γυμνός απελεύσομαι.
Όπως και γυμνοί απελευσόμεθα οι πάντες.
Φτιάχνομε εδώ πράγματα, θάματα τ’ αφήνομε μια μέρα και φεύγομε όλοι.
Αλλά εκείνος :
ΕΙΗ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΚΥΡΙΟΥ ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΟΝ
ΑΠΟ ΤΟΥ ΝΥΝ ΚΑΙ ΕΩΣ ΤΟΥ ΑΙΩΝΟΣ!
Αυτό που ψάλλουμε στη Θεία Λειτουργία, στην άλλη Περίοδο την Εκκλησιαστική, τώρα λέμε το «Χριστός Ανέστη».
Κι αυτό μου θυμίζει και τους Γεροντάδες μας, εδώ, που υπέφεραν πολλές ταλαιπωρίες με την υγεία τους, με πειρασμούς κι όμως υπέμεναν καρτερικά.
Έλεγαν εκεί στο Γέροντα Κύριλλο, την τελευταία διετία της ζωής του , που ήτανε σχεδόν κάθε μέρα στα Νοσοκομεία με πολλές ιατρικές πράξεις, επεμβάσεις, ταλαιπωρίες:
– Καλά εσύ τόσα χρόνια να δουλεύεις στο Θεό και να υποφέρεις έτσι;
Κι η απάντησή του ήταν:
– Ααα με το Θεό δεν τσακώνομαι. Ό,τι δίνει ο Θεός ευλογημένο είναι.
Να η υπομονή πού εξασκείται και πώς ο Θεός επιτρέπει να δοκιμαζόμεθα και να δίνομε τις εξετάσεις μας για την άλλη ζωή.
Κι ο Άγιος Σεραφείμ ο Δομβοΐτης πόσα δεν υπέστη για την Αγάπη του Χριστού. Κι όταν ήρθε η ώρα να κάνει Μοναστήρι, εκεί, στο Όρος του Δομβούς, το 16ο αιώνα, που ήταν, όπως είπαμε συνασκητής, εχθές είπαμε, με τον Όσιο Δαυίδ στο Όρος Στείρι, ανάμεσα Ελικώνος και Παρνασσού, εφθόνησε ο διάβολος που ήθελε να χτίσει το Μοναστήρι και έβαλε εκεί και τον συκοφαντήσανε, όπως και τον Όσιο Δαυίδ και τον κάλεσε ο Τούρκος πασάς της Λιβαδειάς, όπως και τον Όσιο Δαυίδ.
Και τον πηγαίναν, λέει, τρεις Τούρκοι στον άρχοντα της Λιβαδειάς , αλλά , καθοδόν, είδαν πόσα θαύματα έκανε αυτός ο άνθρωπος του Θεού και κατάλαβαν ότι ήταν αγιασμένος άνθρωπος και ότι όλες αυτές οι κατηγορίες ήταν συκοφαντικές και τον άφησαν ελεύθερο.
Πόσο ταπείνωνε, όμως, αυτός που αποκαλείτο ” ο Νέος Αντώνιος”, ως νέος Αντώνιος της Λιβυκής Ερήμου, σαν τον Άγιο Αντώνιο τον Μεγάλο, τον είχανε οι άνθρωποι. Κι εκείνος απέφευγε τη δόξα των ανθρώπων και έφευγε και απομονωνότανε.
Ακόμα μέχρι και το τέλος της ζωής του που κάλεσε τους Πατέρες και τους έδωσε τις τελευταίες νουθεσίες και κυρίως να έχουν Αγάπη, όπως και ο Όσιος Δαυίδ ακριβώς, τους είπε να τον θάψουν στο παλιό το Μοναστήρι, για να μην ξέρει ο κόσμος και να μην συρρέει και δοξάζεται, έστω και μετά το θάνατό του.
Βλέπετε πώς οι Άγιοί μας φυλάγαν αυτήν την Αρετή της ταπεινώσεως , που είναι ο θεμέλιος λίθος για την πνευματική ζωή του Χριστιανού!
Κι η Αγία Σοφία,τον 20ο αιώνα, τί δεν υπέμεινε. Έχασε τον άντρα της, το γιο της, ξεριζωμένη από την Τραπεζούντα στην Ελλάδα, φτώχεια, ταλαιπωρία, κάτω απ’ το μηδέν… Και κατόπιν της Παναγίας μας πήγε στο Μοναστήρι της Παναγιάς, εκεί στην Κλεισούρα.
Όμορφη γυναίκα ήταν..
Μουτζούρωνε το πρόσωπό της με κάρβουνα και μουτζούρες για να φαίνεται άσχημη. Ρακένδυτη, λιτή στο φαγητό της, κρεβάτι δεν είχε, είχε έτσι ένα φυλάκιο ξύλινο, ταλαιπωρημένο, σα σκοπιά – είχαμε πάει με τον μακαριστό Γέροντα Κύριλλο και προσκυνήσαμε – από παντού έμπαζε. Εκεί την έβγαζε, χειμώνα-καλοκαίρι, με μείον 15 βαθμούς κάτω από το μηδέν, το χειμώνα.
Πώς υπέμενε το ψύχος και τον καύσωνα τον πνευματικό αλλά και τον υλικό;
Έβραζε σε καζάνι καλαμπόκια για να δίνει εκεί στα παιδιά που πηγαίνανε και όπως κόχλαζε το νερό έβαζε το χέρι της μέσα κι έπαιρνε τα καλαμπόκια, ούτε καιγόταν ούτε τίποτε και τα πρόσφερε.
Γλυκομιλούσε στους ανθρώπους, ποντιακά, τους έλεγε «Πουλόπ’μ πουλί μ’ γιαβρούμ, καλό μου παιδί..» και τους νουθετούσε.
Αν έβλεπε ,όμως, ότι επιμένανε και κυρίως αυτούς που βρίζανε το Θεό, την Παναγία, τους Αγίους, στις γυναίκες οι οποίες δεν συνέρχονταν και προκαλούσαν και με την ενδυμασία τους και με τη συμπεριφορά τους, τότε θύμωνε πολύ και παριστάνοντας πολλές φορές και τη διά Χριστόν Σαλή , πολύ αυστηρή ήτανε με τους ανθρώπους.
Είχε ζήσει τη Σοφία της εν Χριστώ Ζωής και ήθελε να τη μεταγγίσει στους ανθρώπους.
Κι εμείς που θέλομε να ζήσομε αυτή την εν Χριστώ Ζωή , μήπως καμιά φορά γινόμαστε σύγχρονοι Ιούδες, όπως έλεγε ο Μακαριστός, ο πατήρ Γεώργιος ο Μεταλληνός..
Μήπως αυτούς που θέλουν να τηρήσουν τις παραδόσεις, την πίστη, τους λέμε υπερβολικούς;
Μήπως αυτούς που θέλουν να ντύνονται σεμνά, ταπεινά, να μην προκαλούν τους λέμε καλογερίστικους;
Ο Θεός λέει να μην σκανδαλίζομε κι αυτός που σκανδαλίζει είναι προτιμότερο, λέει, να δέσει μυλόπετρα στο λαιμό του και να πάει να πέσει στη θάλασσα.
Γι’ αυτό, αφού θέλομε να είμαστε κάτω από την Σκέπη και τη Χάρη του Θεού και της Αγίας Του Εκκλησίας, ας προσέχομε. Ας κάνομε μερικές θυσίες, ας υπομείνομε ορισμένα πράγματα.
Ας υπομείνομε για λίγο, όπως έλεγε ο Άγιος Ιάκωβος, για να κερδίσομε πολλά.
Σαν σήμερα γιόρταζε κι ο μακαριστός πατήρ Σεραφείμ, ο μοναχός που ήταν για πολλά χρόνια μαζί με τον Άγιο Ιάκωβο και το Γέροντα Κύριλλο.
Αγωνιστής μοναχός, έγγαμος ήτανε, χωρίς παιδιά. Κοιμήθηκε νωρίς η γυναίκα του, η μακαρίτισσα η Βαρβάρα, αγία γυναίκα ήτανε, εδώ στην Αιδηψό. Όλοι την είχαν για Αγία. Εφημερίδες της εποχής γράψανε όταν κοιμήθηκε νωρίς.
Είχαν δώσει υπόσχεση, το ανδρόγυνο, ότι αυτός που θα επιζήσει, μετά το θάνατο του άλλου, θα πάει σε μοναστήρι ν’ αφιερωθεί, να γίνει μοναχός ή μοναχή.
Έτσι ο πατήρ Σεραφείμ, έμπορος ήταν, ενδυμάτων με κατάστημα, στην Αιδηψό, από γυρολόγος ξεκίνησε, από ψαράς ξεκίνησε.
Έφτασε, όμως, και τακτοποιήθηκε και μάλιστα τα Λουτρά της Αιδηψού, επειδή είναι Λουτρόπολη, την Κυριακή τα μαγαζιά είναι ανοιχτά. Εκείνος όμως ουδέποτε παραβίασε την Κυριακή. Έκλεινε το μαγαζί του, πήγαινε στην Εκκλησία με τη σύζυγό του, κάνανε έναν περίπατο, δοξάζαν το Όνομα του Θεού, ξεκουραζόντουσαν και την άλλη μέρα πηγαίνανε άνοιγαν το μαγαζί και ο Θεός τους έστελνε ευλογία.
Ενώ ο πεθερός του γκρίνιαζε γιατί είχε κι αυτός ίδιο μαγαζί παραδίπλα και του ‘λεγε
-Πώς θα βγάλεις τα έξοδα, πώς θα τα καταφέρεις;
Ο Θεός τη Δευτέρα τους έστελνε πελατεία, ουρά οι γυναίκες.
– Ήρθαμε χθες , κύριε Σταύρο μου , και δεν σε βρήκαμε και ήρθαμε σήμερα. Θέλουμε από σένα να ψωνίζομε.
Και όταν έκλεινε το τέλος του έτους με τον απολογισμό ο μόνος που είχε πάντοτε κέρδη, μεγαλύτερα απ’ την προηγούμενη χρονιά, ήταν ο κύριος Σταύρος, ο μετέπειτα πατήρ Σεραφείμ.
Όμως, τηρώντας την υπόσχεση, όταν κοιμήθηκε η γυναίκα του, μοίρασε την πραμάτεια του στους φτωχούς και ήρθε να υποταχθεί εδώ, στην Αγία Μονή, με Ηγούμενο τότε το μακαριστό πατέρα Νικόδημο Θωμά. Και στην συνέχεια κάτω από την καθοδήγηση και την ηγουμενία του Αγίου Ιακώβου.
Αγωνιστής μοναχός!
Πρώτος στο διακόνημα και τελευταίος έφευγε.
Πρώτος κατέβαινε στην Εκκλησία να ψάλλει, μ’ αυτή την ιδιόρρυθμη τρανταχτή φωνή του, να ψάλλει τον Κύριο της Δόξης μ’ όλο του το είναι.
Κάποτε, κουρασμένος όπως ήταν, σε μια γιορτή του Αγίου Δαυίδ, καθόταν εδώ στα σκαλάκια του Ιερού.
Παρακαλούσε τον Άγιο Δαυίδ να τον βοηθήσει, να τον ενισχύσει.
Και ξαφνικά βλέπει το Γέροντα Ιάκωβο να κατεβαίνει με το σκουφάκι του, να περνάει από μπροστά του, του μειδίασε.
– Σκέφτηκα, λέει, μα πώς, Εσπερινός Εόρτιος είναι, πώς κατέβηκε με το σκουφάκι; Ο πατήρ Ιάκωβος και τις καθημερινές ακόμη κατέβαινε στις Ακολουθίες με το κουκούλι του, το ρασάκι του, πώς έτσι;
Άφαντος έγινε και σε δευτερόλεπτα βλέπει ξανά την ίδια μορφή, του πατρός Ιακώβου, με το επανωκαλύμμαυχό του, με τα ρασάκια του, όλα.
Του λέει :
– Καλά πάτερ Ιάκωβε εσύ τώρα δεν πέρασες από δω; πώς; πότε πρόφτασες και ντύθηκες; – Αχ ! πάτερ Σεραφείμ δεν παρακάλεσες τον Άγιο Δαυίδ να σε ενισχύσει; Αυτόν είδες.
Κι άλλοτε πάλι αξιώθηκε να δει ολοζώντανα τον Άγιο Δαυίδ εκτός από τη βοήθεια που έβλεπε στην καθημερινή ζωή, την αόρατη βοήθεια του Αγίου, τον είδε και αισθητώς, όπως και οι άλλοι Πατέρες.
Ένα διάστημα όταν ερχόταν να Κοινωνήσει είχε το στόμα του γεύση αίματος. Την πρώτη φορά λέει, βρε παιδί μου κάτι έγινε, τη γλώσσα μου δάγκωσα; κάτι έγινε..
και δεύτερη και τρίτη φορά..
Του λέει ο Άγιος Ιάκωβος :
Ε ! πάτερ Σεραφείμ , τί αναρωτιέσαι;
Σώμα και Αίμα Χριστού δεν κοινωνάς; Επέτρεπε ο Θεός και αισθανόταν αυτή τη γεύση του Αγίου Αίματός Του.
Κάποτε πήγαινε με την Αγία Κάρα, τη συνόδευε, την περίοδο της Σαρακοστής στο Παύλο της Λιβαδειάς. Χιόνια εκείνη την εποχή, εκείνη τη χρονιά. Ήρθε ένα φορτηγάκι να πάρει τον πατέρα Σεραφείμ. Ο οδηγός φοβότανε.
– Ξεκίνα, του λέει ,ο πατήρ Σεραφείμ. Φτάσανε πιο κάτω, εκεί στα Ήλια, το χιόνι μπόλικο. Ο οδηγός σταμάτησε.
– Πού θα πάμε;
– Μη στεναχωριέσαι, του λέει.
Κατεβαίνει ο πατήρ Σεραφείμ, σταυρώνει με την Αγία Κάρα τα τέσσερα σημεία του Ορίζοντος και του λέει
– Ξεκινά τώρα.
Και οδηγός εξεπλάγη, γιατί το φορτηγό σαν να πήγαινε στον αέρα. Αφού κοιτούσε απ’ τον καθρέφτη και έβλεπε ότι δεν άφηναν ίχνη οι ρόδες του αυτοκινήτου. Πέταξε το φορτηγό και έφτασε στον Παύλο της Λιβαδειάς.
Εκεί οι κάτοικοι περιμένουν την Αγία Κάρα του Οσίου Δαυίδ, τη χαριτόβρυτη και θαυματουργό, όπως μας λέγανε κι όταν κι εμείς είχαμε αξιωθεί και πήγαμε “Καλύτερα από το Πάσχα”, μας έλεγαν, τόσο πολύ τον ευλαβούνται τον Άγιο.
Τον παίρνανε στα σπίτια τους, σε όλα τα σπίτια και κάναν αγιασμό εκείνα τα χρόνια. Κάποια απ’ τις μέρες που ήταν εκεί ένας βοσκός πήγε τον παρακάλεσε :
– Σε παρακαλώ ,πάτερ Σεραφείμ, πάρε την Αγία Κάρα και έλα να μου κάνετε έναν αγιασμό, τα ζώα μου ψοφάνε όλα είναι κάτω, δεν μπορούν να σηκωθούν.
Ο Ιερέας του χωριού κάποια δουλειά είχε, δεν μπορούσε. Ο πατήρ Σεραφείμ είπε:
– Άγιέ μου Δαυίδ , εγώ παπάς δεν είμαι αλλά θα πάρω σ’ ένα μπουκαλάκι αγιασμό θα πάρω και σένα και θα πάμε.
Φτάσανε εκεί στο μαντρί όλα τα ζωντανά, με συγχωρείτε, κάτω στρωμένα.
Έριξε αγιασμό κα άρχισε να σταυρώνει με την Αγία Κάρα και περνούσε ανάμεσα. Όπως περνούσε όρθια όλα, εκατοντάδες τα ζωντανά. Ο βοσκός εκεί θαύμασε αλλά ο πατήρ Σεραφείμ του είπε:
– Να! βλέπεις πόσο ευλαβούνται ακόμα και τα ζωντανά τον Άγιο; Περνάει και τον ευλαβούνται και σηκώνονται.
Κι απέκτησαν την υγεία τους τα ζωντανά και σώθηκε το κοπάδι και σώθηκε και ο βιός αυτού του ταλαιπωρημένου ανθρώπου.
Ήταν εκείνος που διάβαζε το ψαλτήρι, ήτανε ο εντεταλμένος απ’ τον Άγιο Ιάκωβο να διαβάζει το ψαλτήρι στο κελί του, που την Περίοδο της Σαρακοστής που.. είναι διπλάσια τα ψαλτήρια, κόπος πολύς. Κι εκείνος έτρεχε και με την Αγία Κάρα εκείνη την περίοδο πολλές φορές.
Καθόταν και διάβαζε και όπως διάβαζε μια φορά ακούει Αγγελική Φωνή και του λέει:
– Όσο ζεις ποτέ σου να μην αφήσεις την ευλογία να διαβάζεις το ψαλτήρι.
Πολλά ζωντανά σημεία της Χάριτος του Θεού.
ΖΗ ΚΥΡΙΟΣ Ο ΘΕΟΣ,
δεν έλεγε ο Άγιος Ιάκωβος;
Το ζούσαν και οι υποτακτικοί του.
Ζούσαμε και εμείς, Χάριτι του Θεού, τη ζωντανή Χάρη αυτών των Αγίων Γερόντων. Οι ευχές τους, οι πρεσβείες τους, για τον Άγιο Ιάκωβο που είναι επίσημα καταταγμένος και αναγνωρισμένος Άγιος, ευχές του Αγίου Γέροντος Κυρίλλου, του μακαριστού πατρός Σεραφείμ, του πατρός Νικοδήμου, Άγιος Γέροντας κι εκείνος, ας μας σκεπάζουν όλους.
Και με τις πρεσβείες των σήμερα εορταζομένων Αγίων να μας χαρίζει ο Θεός Υπομονή, Πίστη, Πραότητα, Εγκράτεια, Αγάπη. Να σκεπάζομε και τους αδελφούς μας. Τί έλεγε μία χαρακτηριστική φράση η Αγία Σοφία:
” Σκέπαζε για να σε σκεπάζει η Παναγία”.
Εμείς, πολλές φορές, όλα θέλομε να τα βγάλομε στη φόρα, να ξεσκεπάσομε.
Υπάρχει και η δικαιοσύνη πολλές φορές αλλά χρειάζεται διάκριση, κυρίως να σκεπάζουμε για να μας σκεπάζει η Παναγία μας.
Η Χάρις των Αγίων μας να είναι μαζί με όλους μας, να μας χαρίζουν Υγείαν, Χαράν Αναστάσιμον και Ευλογίαν Ουράνιον, Αμήν!
ΓΕΡΩΝ ΓΑΒΡΙΗΛ
ΗΓΟΥΜΕΝΟΣ Ι.Μ. ΟΣΙΟΥ ΔΑΥΙΔ

Εκκλησία Online

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.