Ο Μαρωνείας Παντελέήμων για την Κυριακή του Τελώνου και του Φαρισαίου.

Δύο χαρακτηριστικοὺς τύπους ἀνθρώπων μᾶς παρουσιάζει ἡ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπή: Ἕνα Φαρισαῖο καὶ ἕναν Τελώνη ποὺ προσεύχονται στὸ Ναό. Ἀποτελοῦν τοὺς δύο ἀντίθετους πόλους τῆς κοινωνίας τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Ὁ ἕνας εἶναι ὁ εὐσεβὴς καὶ δίκαιος στὰ μάτια τῶν ἀνθρώπων, ὁ γνώστης τοῦ Νόμου. Ὁ ἄλλος εἶναι ὁ ἐκπρόσωπος τῆς τάξεως τῶν ἁμαρτωλῶν, τῶν ἀνθρώπων ποὺ τὸ ἐπάγγελμά τους ἦταν συνυφασμένο μὲ τὴν ἁρπαγή, τὴν βιαιότητα, τὴν ἀπομύζηση τῶν ὑπαρχόντων τοῦ λαοῦ.

Ἂς δοῦμε κατ’ ἀρχὴν τὴν προσευχὴ τοῦ Φαρισαίου: «Ὁ Θεός, εὐχαριστῶ σοι ὅτι οὐκ εἰμὶ ὥσπερ οἱ λοιποὶ τῶν ἀνθρώπων, ἅρπαγες, ἄδικοι, μοιχοὶ ἢ καὶ ὡς οὗτος ὁ τελώνης∙ νηστεύω δὶς τοῦ σαββάτου, ἀποδεκατῶ πάντα ὅσα κτῶμαι». Ἡ προσευχὴ αὐτὴ εἶναι ἔπαινος τοῦ ἑαυτοῦ του καὶ τῶν ἀρετῶν του. Ἀπαριθμεῖ ὁ Φαρισαῖος τὰ ἔργα του καὶ αἰσθάνεται ἀσύγκριτη ὑπεροχὴ ἔναντι τῶν λοιπῶν ἀνθρώπων, τοὺς ὁποίους γενικὰ χαρακτηρίζει ὡς ἁμαρτωλούς.

Ὁ Τελώνης συντετριμμένος ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες του καὶ βλέποντας ὅτι κάθε δική του πράξη καὶ ἐκδήλωση συνδέεται μὲ τὴν ἁμαρτία, ζητεῖ ταπεινωμένος καὶ κτυπώντας τὸ στῆθος του τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ: «Ὁ Θεὸς ἰλάσθητί μοι, τῷ ἁμαρτωλῷ». Δὲν κρίνει κανένα, κατακρίνει μόνο τὸν ἑαυτό του, τὸν ὁποῖο βλέπει τελείως χαμένο χωρὶς τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ.

«Δικαιώθηκε», μᾶς λέγει τό τέλος τῆς παραβολῆς, ὁ ταπεινὸς Τελώνης καὶ ὄχι ὁ ὑψηλόφρων Φαρισαῖος. Διότι «πᾶς ὁ ὑψών ἑαυτόν ταπεινωθήσεται, ὁ δέ ταπεινῶν Ἑαυτόν ὑψωθήσεται».

Ἡ Ἐκκλησία τοποθετώντας τήν περικοπή αὐτή στήν ἀρχή τῆς ἐκκλησιαστικῆς περιόδου τοῦ Τριωδίου, θέλει νὰ μᾶς προφυλάξει ἀπὸ τὸν «ὑψηλόφρονα λογισμὸ» τοῦ φαρισαίου ποὺ μπορεῖ νὰ φωλιάζει σὲ κάθε εὐσεβῆ χριστιανὸ καὶ προβάλει τὸ ὑπόδειγμα τοῦ τελώνη ποὺ μετανοιωμένος γιὰ τὴ ζωή του προσεύχεται μὲ συντριβή.

Εκκλησία Online
Γράψε το σχόλιό σου

Αφήστε μια απάντηση

Comment moderation is enabled. Your comment may take some time to appear.