Τὸ 2006 εἰς τά "ΡΙΝΗΜΑΤΑ Γ΄" ἐδημοσίευσε ὁ γράφων μίαν μελέτην, ὅπου γίνεται εὐρὺς λόγος διὰ τὸ αἰώνιον καὶ γοητευτικὸν θέμα τῆς Μαρίας τῆς Μαγδαληνῆς1. Ἐν τῷ μεταξὺ τὸ 2018 ὁ διαπρεπὴς φίλος Ρ/Καθολικὸς Ἰησουΐτης καὶ ρηξικέλευθος συγγραφεὺς Chr. Wrembek, ἐξέδωσε εἰς τὸ Paderborn τῆς Γερμανίας ἔργον ἐκ 552 σελίδων ὑπὸ τὸν τίτλον "Die sogennante Magdalenerin"2.

Εἶναι ἓν συστηματικὸν πόνημα εὐρυτάτου φάσματος ἐπιστημονικοῦ καὶ ἀρχαιολογικοῦ χαρακτῆρος ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πηγῶν, ὄπισθεν τοῦ ὁποίου εὑρίσκεται καὶ μία “ἱστορία ἀγάπης”!, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον καταδεικνύει παραδοσιακὰ κατεστημένα καὶ μεταφράσεις ἐσφαλμένας μὲ ποικίλας συγχύσεις, ἡ δὲ προβαλλομένη ἀλήθεια εἶναι περισσότερον συγκλονιστική, καθοδηγοῦσα τὸν ἀναγνώστην εἰς ἕναν δρόμον πνευματικόν, ὁ ὁποῖος ἐπανευρίσκει τὴν καρδίαν του εἰς τὴν γυναῖκαν αὐτήν. Πρόκειται δὲ κυρίως διὰ τὸν Ἰησοῦν Χριστόν, τὸν θερμόψυχον καὶ ἐλεύθερον ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος διὰ τὴν εὐσπλαχνίαν τοῦ Θεοῦ εἶναι ἕτοιμος νὰ θυσιάσει τὴν ζωήν του.
Εἶναι ἓν ἐντυπωσιακὸν ἔργον, παρουσιάζον Μαρίαν τὴν Μαγδαληνὴν ἐκ Βηθανίας ὡς τραπεζίτην, οὖσαν μίαν τῶν νεαρῶν γυναικῶν αἱ ὁποῖαι συνετήρουν τὸν Κύριον μὲ τὴν περιουσίαν των, ἔχουσα εὐμάρειαν. Ἐπίσης εἶναι ἀσύνηθες, ὅτι δὲν ἔφερεν, ὡς αἱ λοιπαὶ τὸ ὄνομα τοῦ ἀνδρός της, ἀλλὰ τὸ ἐκ τοῦ τοπωνυμίου. Πιθανὸν λοιπὸν ὅτι ἦτο ἀδέσμευτος. Κατ’ ἄλλους ἦτο γυνὴ ἑνὸς πλουσίου πυργοδεσπότου εἰς τὰ Μάγδαλα, μετὰ δὲ τὸν θάνατον τοῦ ἀνδρός της περιέπεσεν εἰς τὸ πεζοδρόμιον ἀσκοῦσα τό “ὁριζόντιον μετιέ” ἐν Καπερναούμ. Κατ’ ἄλλους διέθετεν πολυτελῆ βίλλαν, καὶ ἦτο πεποικιλμένη “κροσσωτοῖς χρυσοῖς” εἰς τὸ δεῖπνον τοῦ Σίμωνος. Τέλος ἕτεροι φησὶν ὅτι, τὸ Μαγδαληνὴ προέρχεται οὐχὶ ἐκ τῶν Μαγδάλων, ἀλλὰ τὸ ἑρμηνεύουν ὡς κομμώτριαν3.

Ἡ μεταμελημένη Μαγδαληνή, τοῦ Τισιανοῦ (Tiziano Vecellio), (1489-1576)

Αὕτη ἀπετέλεσεν πηγὴν ἐμπνεύσεως ἀστείρευτον διὰ τοὺς καλλιτέχνας, ζωγράφους, γλύπτας, μουσικούς, συγγραφεῖς κ.ἄ. Ἀναρίθμητοι εἶναι εἰς τὴν τέχνην αἱ “πνιγηραί” παραστάσεις αὐτῆς, ὡς ἀσελγοῦς μέχρι μετανοούσης ἁμαρτωλῆς. Καὶ πάντοτε ἡ ἱστορία τοῦ παιγνίου ἀνδρὸς καὶ γυναικός. Αὕτη ἠμποροῦσε νὰ ὑπερβεῖ τὴν θηλυκήν της ἀδυναμίαν ὑποτασσομένη εἰς τὸν Κύριον, ὁ ὁποῖος εἶναι συγχρόνως Θεός-ἀνήρ, μία ἐσφαλμένη μοιραῖα ἐξομοίωσις. Εἰς τὴν Ἁγίαν Τράπεζαν τοῦ Ἀββαείου τοῦ Ἁγ. Βολουσιανοῦ, παλαιοῦ καθεδρικοῦ ναοῦ εἰς τὸ Foix τῆς νότιας Γαλλίας, ὑπάρχει ἡ ἀνάγλυφος παράστασις τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου μὲ τὴν Μαγδαληνὴν παρὰ τῷ Κυρίῳ, εἰς τὴν θέσιν τοῦ ἠγαπημένου μαθητοῦ Ἰωάννου. Ἀμφοτέρων ἠγαπημένων του. Ὑπάρχει ὅμως καὶ ἡ ἑρμηνεία, ὅτι εἰς τὴν παράστασιν τοῦ Ἰωάννου εἶναι ἡ Μαγδαληνή. Τοῦτο στηρίζεται εἰς τὸ ὅτι κατὰ τὴν μεγέθυνσιν τοῦ ἔργου, διακρίνεται ἡ ἀρχὴ τοῦ κόρφου αὐτῆς!, ἀλλὰ ἐντυπωσιάζει ἐπίσης καὶ ἡ θηλυπρεπὴς μορφή της.
Ἐτιμᾶτο ὑπὸ τῆς Ἐκκλησίας ὡς ἀδελφὴ τοῦ Λαζάρου, ὡς ἡ ἄνευ ὀνόματος ἁμαρτωλὴ παρὰ τῷ Φαρισαίῳ Σίμωνι, ὡς ἡ γυνὴ ἐξ ἧς ὁ Κύριος ἐξέβαλε ἑπτὰ δαιμόνια. Εἰς τὸ τέλος δὲ τοῦ ἔργου ἔχει ἕνα κεφάλαιον διὰ τὴν θεωρίαν του περὶ τῆς προελεύσεως τῶν Εὐαγγελίων.
Διὰ τὴν Μαρίαν τὴν Μαγδαληνὴν γνωρίζομεν πολὺ ὀλίγα, καίτοι εἰς τὰ τέσσαρα Εὐαγγέλια ἀναφέρεται ὡς ἡ πρώτη μάρτυς τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου.
Πολὺ δὲ περισσότερα στοιχεῖα δι’ αὐτὴν ἔχομεν εἰς τὰ Ἀπόκρυφα Εὐαγγέλια, πολλὰ τῶν ὁποίων ἀνήκουν εἰς τοὺς κύκλους τῶν Γνωστικῶν. Εἰς αὐτὰ χαρακτηρίζεται μὲ τιμητικοὺς τίτλους, ὡς πνευματοφόρος, κεχαριτωμένη, κληρονόμος τῆς Βασιλείας τοῦ φωτός, φωτίζουσα. Τονίζεται ἡ ἐγγύτης της πρὸς τὸν Κύριον. Κατενόει τὴν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, τὴν ὁποίαν ὁ Χριστὸς ἐκήρυττε καὶ ἐλάμβανε ἰδιαιτέρας ἀποκαλύψεις, ὡς ἡ πλέον ἠγαπημένη του, ἦτό τι ὡς Διάδοχός του, ὁ “Παράκλητος”, τὸν ὁποῖον ἀνεκοίνωσεν ὁ Κύριος.
Ἀπὸ φεμινιστικῆς ἀπόψεως εἶναι ἐντυπωσιακὸν νὰ ἐξετάσει τις τὰ πολλὰ θήλεα στοιχεῖα τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν εἰς αὐτά. Ὁ “Παράκλητος” ἑρμηνεύεται σήμερον ὡς τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, προερχόμενος ἐκ τοῦ ἑβραϊκοῦ “Ruach” (ἀήρ, ἀναπνοή), τὸ ὁποῖον συχνάκις θεωρεῖται ὡς ἡ θήλεα πλευρὰ τοῦ Θεοῦ. Ἐταυτίσθη δὲ μὲ τήν “Σοφίαν” πάλιν. Παρίσταται εἰς τὴν Βάπτισιν ὡς περιστερά, οὖσα σύμβολον τοῦ Θεοῦ.

Noli me tangere (“Μὴ μοῦ ἅπτου”).
Ἀντίγραφο τοῦ Πέτερ Πάουλ Ροῦμπενς (Peter Paul Rubens), 17ος αἰ.
Δημοτικὸ Μουσεῖο Καλῶν Τεχνῶν τῆς Μπρύζ, Βέλγιο.

Ὅσον ὅμως κατὰ τοὺς ἑπομένους αἰῶνας τὰ κείμενα αὐτὰ ἐλησμονήθησαν, τόσον ηὐξήθη ἡ ἀνάγκη τῆς τοποθετήσεως τῶν ὑπαρχουσῶν ἐλαχίστων λεπτομερειῶν, τῶν ὁποίων δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ διαμφισβητηθεῖ ἡ σημασία, ἐντὸς μίας ἱστορίας τοῦ βάθους. Ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ ἀδελφὴ τοῦ Λαζάρου, ἐταυτίσθη μὲ τὴν ἁμαρτωλὴν ἡ ὁποία τὸ πολύτιμον μύρον μετὰ τῶν δακρύων της ἔχυσεν εἰς τοὺς πόδας τοῦ Ἰησοῦ, καὶ ἀπέσμιξεν μὲ τὴν κόμην της αὐτούς. Μὲ τὴν λέξιν δὲ ἁμαρτωλὴ συνεδέθη τὸ ὄνομά της μὲ τὴν μοιχαλίδα, τὴν ὁποίαν ἔσωσεν ὁ Κύριος ἐκ τοῦ λιθοβολισμοῦ. Διὰ μίαν πόρνην οὐδαμοῦ γίνεται λόγος. Ὅλα ὅμως τὰ ἀνωτέρω θὰ ἠμποροῦσαν νά “προκαλέσουν” τὴν φαντασίαν πολλῶν.
Ἀλλὰ καὶ μία ἑτέρα παράδοσις ἦτο διαχρονικῶς ἐπηρεαστική. Ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ ὡς διδασκάλισσα καὶ ὡς θήλεα μορφὴ ταυτότητος τῆς κριτικῆς διὰ τὴν ἀνδρικὴν ἐκκλησιαστικὴν ἱεραρχίαν καὶ τὴν ἰσχὺν καὶ τὸ μονοπώλιον τῆς ἀληθείας, τὴν σωματοποίησιν μίας παραγκωνισθείσης σοφίας, μίας θήλεος πλευρᾶς τοῦ Χριστιανισμοῦ. Εἰς τὸ Ψαλτήριον Albani τοῦ Hildesheim (12. αἰ.) ὑπάρχει μία μικρογραφία, παριστῶσα τὴν Μαγδαληνὴν ὡς “Ἀπόστολον τῶν Ἀποστόλων” νὰ διδάσκει τοὺς ἕνδεκα ἐξ αὐτῶν.
Ἀναμφιβόλως ἡ Μαγδαληνὴ δύναται σήμερον νὰ θεωρηθεῖ ὡς Ἀπόστολος. Ὁ Πάπας Φραγκῖσκος ἐνίσχυσε τοῦτο μὲ μίαν ἑορτὴν εἰς τὸ ἑορτολόγιον τὴν 22α Ἰουλίου κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς μνήμης αὐτῆς. Ἀλλὰ καὶ ὁ τίτλος “Ἀπόστολος τῶν Ἀποστόλων” εἶναι ἀμφίσημος.
Ἡ Μαγδαληνὴ ἐτιμήθη οὐχὶ μόνον ἕνεκα τῆς σοφίας της, ἀλλὰ καὶ τῆς μεγάλης της ἀγάπης. Ὅμως καὶ μὲ αὐτὸ ἐγένετο μεγάλη δυσχρηστία.
Εἰς τὸ ἔργον τοῦ M. Scorsese “Ὁ τελευταῖος πειρασμός” τὴν ἐσωτέραν φιλίαν μεταξὺ τοῦ Ἰησοῦ καὶ τῆς Μαρίας, θὰ ἠδύνατο νὰ θεωρήσει τις ὡς σχέσιν ζεύγους. Ἀλλὰ καὶ ἐὰν ἀκόμη ὁ Κύριος ἦτο ἔγγαμος μὲ τὴν Μαγδαληνὴν τοῦτο δὲν θὰ ἦτο σκάνδαλον (Strotmann), διότι αὕτη συμβολίζει ἕν ἕτερον σκάνδαλον: Τὴν ἐπὶ αἰῶνας παραγκώνησιν καὶ περιφρόνησιν τῶν γυναικῶν καὶ τὰς θρησκευτικὰς αὐτῶν συνέπειας.

Ἡ Ἁγ. Μαρία ἡ Μαγδαληνή., τοῦ Τισιανοῦ (Tiziano Vecellio), (1489-1576).
Ἡ Μαγδαληνὴ μόνη πορεύεται εἰς τὸν κενὸν τάφον κλαίουσα, ἀναγνωρίζει τὸν Ἀναστάντα Κύριον, ὁ ὁποῖος τὴν καλεῖ ὀνομαστικῶς λέγων τὸ περίφημον, “Noli me tangere” δῆλα δὴ τό “Μὴ μοῦ ἅπτου”, -“οὐχὶ ἀσφαλῶς λόγῳ τοῦ κορωνοϊοῦ!”- ὅπου εἰς τὸν καιρὸν αὐτὸν ἀποχαιρετισμὸς καὶ παρηγορία λαμβάνουν χώραν ἄνευ ἐπαφῆς. Μίας ἀγάπης ἡ ὁποία ὑπερίστατο τῆς ἀβύσσου ἑνὸς βαναύσου θανάτου καὶ ἡ ὁποία δὲν ἐχρειάζετο αὐτήν (Rilke)4.
_________________________
1. – Ἀ. Παπᾶ, Χαλκηδόνος, Αἱ διαχρονικαὶ Μυροφόροι, Τοῦ Αὐτοῦ, Ρινήματα θεολογικά, ἱστορικά, καλλιτεχνικὰ καὶ ἄλλα τινὰ ἀπὸ τὸ Βόσπορο, Θεσσαλονίκη 2006, Γ΄ 276-286.
2. – Chr. Wrembek, Die sogennante Magdalenerin, Λειψία 2008.
3. – Morus (R. Lewinson), Eine Weltgeschichte der Sexualität, Ἁμβοῦργο 1965, 88-89.
4. – A. Strotmann, Maria Magdalena und die Heilige Geistin, An ihr zeigen sich die Geschlechter – Querelen des Christentums, Publik- Forum ἀρ. 7 (2020) 38-39.

Εκκλησία Online
Αποστολή
Αξιολόγηση επισκεπτών 0 (0 ψήφοι)

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.