Kατά τα δύσκολα εκείνα χρόνια της Τουρκοκρατίας το Άγιο Όρος, είχε κατατυραννηθεί, είχε νιώσει την απληστία του Τούρκων που προσελκύστηκαν από τους θρύλους περί φυλασσόμενων σε αυτό θησαυρών, πολυτίμων αφιερωμάτων και κειμηλίων των Βυζαντινών αυτοκρατόρων και διηρπάγησαν οι μονές και πολλοί από τους μοναχούς εσφάγησαν.

Σε εκείνα τα μαύρα και δύσκολα χρόνια ο Πατριάρχης θέλησε να επισκεφθεί τις μονές του Αγίου όρους να δώσει κουράγιο, ελπίδα και να προσευχηθεί στο Περιβόλι της Παναγιάς για το Ελεός της και την Βοήθειά της.

Οι μοναχοί με την ανακοίνωση της επίσκεψης του Πατριάρχη ένιωσαν ανακούφιση, χαρά μεγάλη, όμως παρ όλες τις δυσκολίες της εποχής σκέφτηκαν ότι θα έπρεπε να κάνουν πολλές εργασίες καθαριότητας και καλλωπισμού στις μονές τους και για αυτό το λόγο ζήτησαν την βοήθεια πολλών χωρικών της περιοχής.

Ανάμεσα σε αυτούς ήτανε και ο Δημητρός, ενας γεροδεμένος και φιλότιμος νέος όμως τελείως αγράμματος όπως άλλωστε οι περισσότεροι χωρικοί εκείνη την εποχή.

Οι μέρες περνούσαν και ο Δημητρός απο το πρώτο φώς μέχρι και να σκοτεινιάσει δούλευε σκληρά πότε στα κτήματα να καθαρίζει, πότε στο μονοπάτι της μονής να ισιώνει της πέτρινες πλάκες ακόμη και μέσα στη μονή να ασπρίζει βοηθητικούς χώρους. Δουλειά σκληρή, όμως χωρίς παράπονο αφού:

“Ετούτος ο Παπάς που θάρθει να μας έβρει καθαρούς.. έλεγε και ξανάλεγε”

Έφτασε εκείνη η μέρα που ο Πατριάρχης θα έφτανε με το πλοιάριο και όλοι είχαν επικεντρωθεί στον λιμένα για την υποδοχή του, μέχρι και ένα μάλλινο χαλί υφαντό που τους δώσανε κυρές απο ενα χωριό εκεί είχαν προβλέψει και θα έστρωναν να πατήσει ο Πατριάρχης που θάρθει να κατέβει απο το πλοίο.

Όλοι ήτανε εκεί στο λιμάνι, δόκιμοι καλόγεροι, καλόγεροι από κάθε μοναστήρι, προύχοντες της περιοχής, προμηθευτές και ανάμεσα σε αυτούς στο τέλος της πομπής που υποδέχτηκε τον Πατριάρχη ήτανε και ο Δημήτριος.

Είχε ακούσει πολλά για αυτόν τον Παπά και δεν μπόρεσε να στύψει την περιέργεια μέσα του, έτσι πήγε και αυτός, έκατσε στο τέλος της πομπής της υποδοχής και απο μακρυά καθώς τον έβλεπε να έρχεται ένιωσε τόσο εντυπωσιασμένος.

Εκείνος ο Παπάς φαινότανε τόσο ψηλός με εκείνα τα μεγαλοπρεπή άμφιά του, στα μάτια του Δημήτρη. Ένιωσε δέος μέσα του αλλά δεν ήξερε τι ήτανε αυτό που του έκανε να νιώθει μέσα του.

Η καρδιά του πήγαινε να σπάσει καθώς εκείνος ο Παπάς πλησίαζε στην μεριά του με όλους εκείνους να τον ακολουθούν και κάτι να λένε, να ψέλνουν όμως φωνές πολλές δεν καταλάβαινε ακριβώς τι λέγανε οι υπόλοιποι.

Με το που φτάνει ο Πατριάρχης μπροστά του ο Δημήτριος αυθόρμητα, παιδικά, αθώα αναφωνεί με όσο θάρρος και δύναμη είχε μέσα του: “Κύριε Ιησού Χριστέ..Μή Με Ελεείς”.

Όλα, όλοι πάγωσαν, κοντοστάθηκαν μπροστά του, κοντοστάθηκε και ο Πατριάρχης έκπληκτος για αυτό που άκουσε απο την Δημήτριο.

Τι είπες παιδί μου; του λέει ο Πατριάρχης.

παπά μου είπα την προσευχή, απαντά ο Δημήτριος.

Κύριε Ιησού Χριστέ Ελέησόν με, αυτό να λές παιδί μου, έτσι είναι το σωστό του απαντά ο Πατριάρχης και συνεχίζει την πορεία του.

Δεν ένιωσε ντροπή ο Δημητρός, όχι αυτός.

Όμως όλοι τον κοίταξαν υποτιμητικά, το έβλεπε μέσα στα μάτια τους και… πείσμωσε.

Ολη την ημέρα, την επόμενη και όλες τις ημέρες που εκείνος ο παπάς ήτανε στο Αγιο όρος έλεγε συνέχεια μέρα – νύχτα την προσευχή άν και δεν καταλάβαινε ο έρμος το νόημά της.

Ένα πρωινό σηκώθηκε, έπρεπε να πάει στα κτήματα όμως στον δρόμο του έξαφνα δεν μπορούσε να θυμηθεί την προσευχή εκείνη που του είπε ο Παπάς να λέει σωστά.

Έκατσε σε μια πέτρα και προσπαθούσε αλλά μάταια, δεν ήτανε σίγουρος για ότι έλεγε αν ήτανε σωστή ή λάθος η προσευχή.
Αποφασίζει να πάει να βρεί εκείνο τον Παπά, τον ξένο απο την Πόλη.

Θα τον ρωτούσε και θα του έλεγε την σωστή προσευχή και έτσι θα λυτρωνόταν. Πέρνει το μονοπάτι για το μοναστήρι που θα ήτανε εκείνη τη μερα ο Παπάς, για να τον έβρει.

Στο δρόμο βρίσκει εναν εργάτη, ήτανε απο το διπλανό χωριό του και τον ήξευρε. Τον ρωτά που πάει και του λέει ο Δημητρός τον σκοπό του μα τα λόγια του άλλου τον καταρράκωσαν..

Ο Παπάς, εκείνος ο Παπάς που του είπε την προσευχή έφευγε και ήτανε ήδη στο λιμάνι..

Ο Δημητρός δεν σκέφτηκε πολύ, έπρεπε οπωσδήποτε να μάθει την αληθινή προσευχή όμως απο το μονοπάτι θα αργούσε και δίνει ενα σάλτο όλο ευθεία και τρέχει όσο πιο γρήγορα μπορεί.

Τρέχει ασταμάτητα και γοργά, μέσα από το δάσος μέσα απο τα κτήματα, πάνω από τα βράχια ένιωθε πουλί, πετούμενο, τέτοια ήτανε η λαχτάρα του.

Πλησιάζει και απο το λόφο ψηλά βλέπει κάτω στο λιμανάκι το πλοίο του Παπά να χει σαλπάρει…με όσες δυνάμεις του είχανε απομείνει του φουκαρά τρέχει, τρέχει και φωνάζει: Παπά, Παπά..

O Πατριάρχης ήτανε ήδη μέσα στο πλοίο και το πλοίο είχε ήδη ξανοιχτεί, είχε σαλπάρει στο πέλαγος, μέχρι που κάποιος βοηθητικός του Πατριάρχη έντρομος των φωνάζει: Παναγιότατε, Παναγιότατε…

Βγαίνει ο Πατριάρχης έντρομος απο την φωνή του βοηθητικού που του δείχνει την θάλασσα..ο Πατριάρχης δεν πίστευε στα μάτια του…Ο Δημητρός, εκείνος ο νέος που έλεγε λάθος την Προσευχή έτρεχε, έτρεχε επάνω στην θάλασσα, πλησίαζε το πλοίο και φώναζε, φώναζε…

Τι θές παιδί μου? Τι κάνεις εκεί? Τον ρωτά το Πατριάρχης

Παπά μου, Παπά μου.. του απαντά με τρεμάμενη φωνή ο Δημητρός.

Παπά μου, πώς την είπες εκείνη την προσευχή? Ποια είναι η σωστή?

Φύγε παιδί μου.

Φύγε και όπως θέλεις πές την Προσευχή σου!

 

Τσαντίρης Νίκος
Αποστολή
Αξιολόγηση επισκεπτών 5 (2 ψήφοι)

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.