Κυριακή του τυφλού: Κάθε χρόνο την πέμπτη Κυριακή μετά το Πάσχα, η Εκκλησία θυμάται τη συνάντηση του Ιησού Χριστού με έναν εκ γενετής τυφλό και το θαύμα της θεραπείας του.

Κυριακή του τυφλού: Τι γιορτάζουμε τη Κυριακή 29 Μαΐου

Σύμφωνα με το ευαγγέλιο του Ιωάννη (θ’, 1 – 38), ο Ιησούς Χριστός περπατώντας με τους μαθητές σε κάποιο δρόμο της Ιερουσαλήμ αντίκρυσε έναν εκ γενετής τυφλό.

Οι μαθητές του τον ρώτησαν εάν ο άνθρωπος αυτός τυφλώθηκε από τις αμαρτίες των γονέων του ή τις δικές του κι έλαβαν την απάντηση ότι γεννήθηκε τυφλός για να φανερωθούν τα έργα του Θεού.

Ο Ιησούς Χριστός δεν έχασε χρόνο και αφού έπτυσε κάτω, έφτιαξε πηλό, τον οποίο τοποθέτησε στους οφθαλμούς του τυφλού και του είπε να πάει να πλυθεί στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ. Ο τυφλός υπάκουσε, πήγε, πλύθηκε και γύρισε πίσω έχοντας το φως του.

Οι γείτονες απόρησαν όταν τον είδαν να βλέπει και τον έφεραν ενώπιον των Φαρισαίων.

Ο πρώην τυφλός τους διηγήθηκε τον τρόπο της θεραπείας του και τον άνθρωπο που τον θεράπευσε και κάποιοι από τους τυπολάτρες Φαρισαίους συμπέραναν ότι ο Ιησούς δεν ήταν άνθρωπος του Θεού, επειδή δεν τήρησε την αργία του Σαββάτου για τους Ιουδαίους. Και διερωτώντο πώς ένας αμαρτωλός άνθρωπος μπορεί να πραγματοποιεί θαύματα.

Θεώρησαν τότε ότι ο άνθρωπος αυτός τους έλεγε ψέμματα και κάλεσαν τους γονείς του, οι οποίοι επιβεβαίωσαν ότι ο γιος τους ήταν τυφλός εκ γενετής και τώρα βλέπει.

Ο πρώην τυφλός υποστήριξε ενώπιόν τους ότι ο άνθρωπος που τον θεράπευσε δεν μπορεί παρά να ήταν προφήτης και σταλμένος από τον Θεό. Οι Φαρισαίοι αγανάκτησαν με τα λεγόμενά του και τον έβγαλαν έξω από τον τόπο της συνεδρίασής τους.

Ο Ιησούς έμαθε τα καθέκαστα κι επιδίωξε να συναντήσει τον πρώην τυφλό, τον άνθρωπο που θεράπευσε. Μόλις του απεκάλυψε την ιδιότητά του, ο τυφλός πίστεψε και τον προσκύνησε.

Φως ή Σκότος

Κρίση, λοιπόν, είναι η παρουσία του Κυρίου στον κόσμο, όχι με την έννοια της κατακρίσεως των ανθρώπων, αλλά με την έννοια της υποχρέωσης που δημιουργείται στον κάθε άνθρωπο να αποδεχθεί το «φως» ή να το κατακρίνει.

Χρειάζεται τόλμη να δει κανείς κατάματα το φως και να συνειδητοποιήσει τις δυσάρεστες πλευρές του εαυτού του. Να απαλλαγεί από τον κακό του εαυτό, τον εγωισμό του, τα πάθη του, τις προσωπικές του ανέσεις και ηδονές και να ακολουθήσει το θέλημα του Θεού.

Το «φως» που δίδει ο Χριστός στον εκ γενετής τυφλό του ευαγγελικού αναγνώσματος της Κυριακής έρχεται σαν μια νέα δημιουργία του κόσμου. Όπως ο Θεός στην Παλαιά Διαθήκη έπλασε τον άνθρωπο με χώμα, έτσι και ο Ιησούς, πλάθοντας πηλό αναδημιουργεί το κατεστραμμένο από την φθορά της αμαρτίας δημιούργημά Του. Του δίδει και πάλι τη δυνατότητα να γίνει μέτοχος της Βασιλείας Του.

Ωστόσο, οι άνθρωποι αντιδρούν διαφορετικά μπροστά στο αποκαλυπτόμενο φως του Χριστού. Και ενώ ο θεραπευθείς τυφλός ομολογεί και διακηρύσσει την πίστη του στον Χριστό, οι Φαρισαίοι, με κάθε τρόπο προσπαθούν να αρνηθούν το καταφανέστατο θαύμα, απειλώντας ακόμη και τους γονείς του τυφλού.

Αρνούνται το φώς προτιμώντας το σκοτάδι, διότι αυτό τους εξυπηρετεί και καλύπτει τα άνομα έργα τους. Το φως δεν τους είναι αρεστό αφού τους ελέγχει.

Η ευαγγελική περικοπή παρουσιάζει τον Χριστό σαν φως και σωτήρα του κόσμου, ο οποίος καλεί τον άνθρωπο να τον ακολουθήσει.

Η στάση κάθε ανθρώπου στο φως είναι αποφασιστική για την μετέπειτα πορεία του. Αυτός που απορρίπτει το φως, παραμένει στο σκοτάδι και, καλύπτοντας έτσι τα πονηρά του έργα, παραμένει πνευματικά τυφλός.

Αυτός, όμως, που αναγνωρίζει την πνευματική του τυφλότητα προστρέχει στο «φως», δηλαδή στο Χριστό, και αποκτά την απαιτούμενη όραση για να δει κατάματα την αλήθεια σχετικά με τον εαυτό του, τον πλησίον του και την δωρεά του Θεού σ’ αυτόν.

Ο κάθε άνθρωπος κρίνεται από το αν αντικρύσει με θάρρος το φως ή μείνει πεισματικά στο σκοτάδι. Η στάση του εκ γενετής τυφλού και των φαρισαίων είναι εκ διαμέτρου αντίθετες. Καλούμαστε λοιπόν να επιλέξουμε ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. α’.
Τὸν συνάναρχον Λόγον Πατρὶ καὶ Πνεύματι, τὸν ἐκ Παρθένου τεχθέντα εἰς σωτηρία ἡμῶν, ἀνυμνήσωμεν πιστοὶ καὶ προσκυνήσωμεν· ὅτι ηὐδόκησε σαρκί, ἀνελθεῖν ἐν τῷ Σταυρῷ, καὶ θάνατον ὑπομεῖναι, καὶ ἐγεῖραι τοὺς τεθνεῶτας, ἐν τῇ ἐνδόξῳ Ἀναστάσει αὐτοῦ.

Κοντάκιον
Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Τῆς ψυχῆς τὰ ὄμματα πεπηρωμένος, σοὶ Χριστὲ προσέρχομαι, ὡς ὁ τυφλὸς ἐκ γενετῆς, ἐν μετανοίᾳ κραυγάζων σοι· Σὺ τῶν ἐν σκότει τὸ φῶς τὸ ὑπέρλαμπρον.

Μεγαλυνάριον
Ἤνοιξας Σωτήρ μου τοὺς ὀφθαλμούς, τοῦ τυφλοῦ ἐκ μήτρας, ὡς φιλάνθρωπος πλαστουργός, τοῦ πηλοῦ τῇ χρήσει, καὶ Σιλωὰμ τῇ νίψει· διό σε ὡμολόγει, Θεὸν καὶ Κύριον.

Εκκλησία Online

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.