Κυριακή του Παραλύτου: λόγια ἑνός δυστυχισμένου ἀν­θρώπου μᾶς μεταφέρει σήμερα ὁ ἱερός εὐαγγελιστής. Ἑνός ἀν­θρώ­που πού ἐπί τριανταοκτώ χρόνια εἶναι παράλυτος καί περιμένει τή θερα­πεία.

«Κύριε, ἄνθρωπον οὐκ ἔχω». Ὁ ἄγ­γελος κατεβαίνει στήν κολυμ­βήθρα καί ἀνακινεῖ τό νερό, ἀλλά ὁ παράλυτος τῆς εὐαγγελικῆς πε­ρι­κο­πῆς δέν ἔχει ποιόν νά τόν ση­κώσει καί νά τόν βάλλει στό νερό. Καί παραμένει παράλυτος καί πε­ριμένει μέχρι τήν ἡμέρα πού περ­νᾶ ἀπό ἐκεῖ ὁ Χριστός καί τοῦ ἀπευ­θύνει τό αἴτημά του. «Κύριε, ἄνθρωπον οὐκ ἔχω».

Τά λόγια τοῦ παραλυτικοῦ τῆς Ἱερου­σαλήμ ἐκφράζουν τόν κοινό πόνο πολλῶν ἀνθρώπων τῆς ση­με­­ρινῆς ἐποχῆς, ἀπέναντι στήν ἀδιαφο­ρία τῶν ἀνθρώπων γιά τόν πλη­σίον τους, ἡ κατάσταση ὅμως τοῦ πα­ρα­λυτικοῦ περιγράφει κάτι ἐξί­σου σοβαρό καί ἀνησυχητικό: τήν κατά­σταση πολλῶν ἀνθρώ­πων τῆς ἐποχῆς μας.

Γιατί ἄν ἡ σύγχρονη ἐπιστήμη καί τεχνολογία μπορεῖ νά βρεῖ κά­ποιες λύσεις γιά νά θεραπεύσει τά προβλήματα ἑνός παραλύτου στό σῶμα, νά τοῦ ἁπαλύνει τόν πόνο καί νά τοῦ προσφέρει τή δυνατό­τη­τα νά κινεῖται, ἀδυνατεῖ νά βοη­θήσει ὅσους εἶναι παρά­λυ­τοι στήν ψυχή. Καί δυστυχῶς, ἀδελφοί μου, στίς ἡμέρες μας εἶναι περισσότεροι ἐκεῖ­­νοι οἱ ἄνθρωποι πού εἶναι πα­ράλυτοι στό σῶμα ἀπό αὐτούς πού εἶναι παράλυτοι στήν ψυχή.

Καί ποιοί εἶναι παράλυτοι στήν ψυ­χή; Εἶναι αὐτοί πού ἡ ἁμαρτία καί οἱ ἐπιθυμίες καί οἱ ἡδονές τοῦ κόσμου τούς ἔχουν νεκρώσει τήν ψυχή. Εἶναι αὐτοί πού ἔχουν δια­γράψει τόν Θεό ἀπό τή ζωή τους ἤ ἀδιαφοροῦν ἐντελῶς γι᾽ αὐτόν. Εἶναι αὐτοί πού μπορεῖ νά μήν τόν ἔχουν διαγράψει, ἀλλά τόν ἔχουν ξεχάσει καί τόν θυμοῦνται μόνο σέ ὧρες ἀνάγκης.

Εἶναι αὐτοί πού δέν ἀρνοῦνται τόν Θεό, πού δέν ἀπορ­ρίπτουν τήν Ἐκκλησία, ἀλλά πιστεύουν μέ τόν τρόπο πού θέ­λουν, ἐφαρμόζουν τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ, προσαρμό­ζοντάς τες στά μέ­τρα τους καί στίς ἀδυναμίες τους, δέν μετέχουν συστη­ματικά στή λειτουρ­γική καί μυστηριακή ζωή της Ἐκκλησία, καί ὅμως νο­μίζουν ὅτι ὅλα εἶναι ὅπως πρέπει στή ζωή τους, ἀφοῦ, ὅπως ἰσχυ­ρί­-ζονται δέν ἔχουν κά­νει κάτι φο­βε­ρό στή ζωή τους.

Πόσοι ἀπό ἐμᾶς, ἀλήθεια, ἐάν ἐξε­τάσουμε πραγματικά τόν ἑαυτό μας, δέν θά διαπιστώσουμε ὅτι ἀνή­κουμε σέ μία ἀπό τίς παρα­πά­νω κατη­γορίες;

Καί ἡ ἱστορία ἐπαναλαμβάνεται. Ὁ Θεός δέν μᾶς ἐγκαταλείπει στήν παραλυσία μας. Στήν περίπτωση τῆς εὐαγγελικῆς περικοπῆς ἔστελ­νε τόν ἄγγελό του νά ταράξει τό ὕδωρ τῆς κολυμβήθρας γιά νά θε­ραπευθεῖ ὅποιος εἰσέλθει πρῶτος.­

Στή δική μας περίπτωση ὁ Θεός ἀναταράσσει τά ὕδατα, ἀνα­ταράσ­σει τή ζωή μας μέ ποικί­λους τρό­πους, προκειμένου νά μᾶς θε­ρα­πεύ­σει, προκειμένου νά μᾶς ἀπαλ­λάξει ἀπό τήν παραλυσία. Καί χρη­σιμοποιεῖ ὡς ἀγγέλους του πρό­σωπα καί καταστάσεις· χρησι­μο­ποιεῖ ἀνθρώπους πού μᾶς ὑπεν­θυμίζουν τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ, πού μᾶς ἐλέγχουν γιά τή συμπερι­φορά καί τά λάθη μας· χρησιμο­ποιεῖ ἄλλοτε τίς θλίψεις καί τίς ἀσθένειες, τίς δυσκολίες καί τόν πόνο, τά προβλήματα καί τόν θά­νατο.

Μέ ὅλα αὐτά καί ἄλλα πολ­λά τά ὁποῖα ἡ ἀγάπη του ἐπινοεῖ, προσπαθεῖ νά ταράξει τό ὕδωρ καί νά θεραπεύσει τήν παραλυσία μας. Καί ὅταν ὅλα αὐτά δέν μᾶς βοη­θοῦν, τότε ὁ Θεός ἐπεμβαίνει ὁ ἴδιος γιά νά μᾶς θεραπεύσει. Ἐπ­εμ­­βαίνει ὅμως ὑπό μία προϋ­πό­θεση. Καί ἡ προϋπόθεση εἶναι νά συνειδητοποιήσουμε τήν κατά­στα­σή μας καί νά ζητήσουμε τή βοή­θειά του.

Ὁ Θεός δέν ἐξαναγκάζει κανένα στή θεραπεία, ἔρχεται ὅμως ἀρω­γός σέ αὐτόν πού ἐπαναλαμβάνει μαζί μέ τόν παραλυτικό τῆς σημε­ρι­νῆς εὐαγγελικῆς περικο­πῆς: «Κύ­­ριε, ἄνθρωπον οὐκ ἔχω». Διότι, ἐάν ὁ ἄνθρωπος δέν συνει­δητοποιήσει τήν παραλυσία του, τότε δέν θά μπορέσει καί νά ἀντα­ποκριθεῖ στήν ἐντολή τοῦ Θεοῦ: «ἔγειρε, ἄρον τόν κράβατόν σου καί περιπάτει».

῾Η ἀπάντηση τοῦ Χριστοῦ στό πα­ράπονο τοῦ παραλύτου εἶναι, ἀδελ­φοί μου, ἡ ἀπάν­τησή του καί στά δικά μας παράπονα. ῾Ο Χριστός δέν ἀδιαφορεῖ ποτέ οὔτε γιά τίς ἀνάγκες μας οὔτε γιά τά αἰτήματα τῆς ψυχῆς μας· δέν ἀδιαφορεῖ βλέ­πον­τάς μας νά βρισκόμαστε καί ἐμεῖς κά­ποτε παραλε­λυ­μένοι ἀπό τή φιλαυτία, τή φι­λοδοξία, τίς ἐφάμαρτες ἐπιθυμίες καί πράξεις μας· δέν ἀδιαφορεῖ οὔτε ὅταν τά πάθη τοῦ σώ­ματος μᾶς κατα­τρύ­χουν καί μᾶς ταλαιπω­ροῦν.

Ἁ­πλῶς περιμένει τήν κατάλληλη στιγμή, περιμένει τήν ὥρα πού θά εἴμαστε ἕτοιμοι νά δεχθοῦμε τή σωτήρια πρόσ­κλη­­­σή του, ἀρ­κεῖ νά τόν ἐμπιστευόμαστε, ἀρκεῖ νά μήν ἀπογοητευόμαστε, ἀλλά νά προ­ε­τοι­­μά­ζουμε τόν ἑαυτό μας γι’ αὐ­τήν τήν σωτή­ρια ἐπίσκεψη του, καί νά ἔχουμε τή βεβαιότητα ὅτι δέν πρόκειται νά μᾶς ξεχάσει.

Εκκλησία Online
Γράψε το σχόλιό σου

Αφήστε μια απάντηση

Comment moderation is enabled. Your comment may take some time to appear.