Στη σημερινή ευαγγελική περικοπή ένας πατέρας αντιμετωπίζει ένα σοβαρό πρόβλημα με τον δευτερότοκο γιο του. Ο νεώτερος γιος εύρισκε πληκτική την ζωή μέσα στο πατρικό του σπίτι. Τον τραβούσε ο έξω κόσμος, που πίστευε ότι ήταν ένας παράδεισος απολαύσεων, ανέσεων και ελευθερίας. Πίστευε, ότι μακριά από το πατρικό σπίτι, θα μπορούσε να ζήσει χωρίς δεσμεύσεις και έλεγχο.

Ζήτησε, λοιπόν, από τον πατέρα του περιουσία που δεν του ανήκε. Ο πατέρας με ψυχικό πόνο παρακολουθούσε το δράμα του παιδιού. Δεν θέλησε να τον κρατήσει με τη βία. Του έδωσε πλούτη από τα πλούτη του. Και ο γιος, χωρίς καν να ευχαριστήσει, ούτε να χαιρετίσει, έφυγε σε μακρινή χώρα, σε χώρα όπου οι κάτοικοι ζούσαν αμαρτωλά και μέσα σε κάθε είδους ασωτίας και ηθικής ακαθαρσίας. Εκεί, μακριά από την στοργική προστασία του πατέρα, σπαταλά όλη την πατρική περιουσία «ζων ασώτως».

Οι αμαρτωλές διασκεδάσεις, οι κόλακες, οι κακοί φίλοι και φίλες, μέσα σε λίγο χρονικό διάστημα τον απογυμνώνουν απ’ όλα του τα αγαθά. Και, όταν εκείνοι τον είδαν πτωχό και πεινασμένο, τον εγκαταλείπουν αβοήθητο. Εκείνος, για να μην αποθάνει από την πείνα, στην αφιλόξενη εκείνη χώρα, ζήτησε να εργασθεί. Αλλά, ποιός τίμιος άνθρωπος θα έδιδε εργασία σ’ έναν που δεν σεβάστηκε τον ίδιο του τον πατέρα; Για να μην αποθάνει, λοιπόν, από την πείνα, γίνεται βοσκός χοίρων και ζητούσε να χορτάσει από ξυλοκέρατα (χαρούπια) που έτρωγαν οι χοίροι! Αυτός που άλλοτε ήταν πρίγκιπας, τώρα περιφρονείται από δούλους. Αυτός που ήταν πλούσιος, κατάντησε πτωχός. Αυτός που είχε όλα τα αγαθά, στερείται από τα πιο βασικά της ζωής. Αυτός που ζούσε μέσα σε παλάτια, τώρα ζει ανάμεσα στους λασπωμένους λάκκους με τους άγριους χοίρους.

Κυριακή του Ασώτου: Τι γιορτάζουμε σήμερα 20 Φεβρουαρίου

Η μεγάλη θλίψη της αμαρτίας

Η μεγάλη θλίψη της αμαρτίας του τον κάμνει να συνέλθει. Η πτώση του και ο εξευτελισμός τον κάμνουν να θυμηθεί την αγάπη του πατέρα του, η οποία πλούσια εξεδηλώνετο ακόμα και προς τους υπηρέτες της πατρικής οικίας. Αποφάσισε, λοιπόν, να επιστρέψει στον καλό πατέρα, να ζητήσει συγγνώμη και να τον παρακαλέσει να τον δεχθεί όχι στη θέση του γιου, αλλά στη θέση ενός υπηρέτη. Ποθούσε, μετά απ’ όσα συνέβησαν, να γίνει δούλος στο σπίτι, όπου ήταν προηγουμένως αφέντης!

Ο πατέρας όλο αυτό το διάστημα δεν έμεινε αναπαυμένος με την αναχώρηση του παιδιού του. Ήταν ευσυνείδητος πατέρας και αγαπούσε τα παιδιά του. Τα μεγάλωσε με αγάπη, φροντίδα και στοργή. Δεν τους έλειψε τίποτε απ’ όσα χρειάζονται στη ζωή. Και τώρα που απομακρύνθηκε το αγαπημένο του παιδί, δεν έμεινε αδιάφορος. Τον παρακολουθεί νοερά, μέσα από την καρδιά του στοργικού πατέρα. Ήλπιζε, ότι η θλίψη της αμαρτωλής ζωής και η ταλαιπωρία της ζωής, θα τον οδηγούσαν στη μετάνοια και επιστροφή. Μάλιστα, η αγάπη του πατέρα εκφράζεται από το γεγονός, ότι δεν περιμένει μέσα στο πολυτελέστατο σπίτι περίμενε στην εξώπορτα της αυλής με αγωνία πότε θα επιστρέψει ο άσωτος γιος του.

Η επιστροφή του Υιού

Και να, κάποια μέρα βλέπει από μακριά ένα ρακένδυτο, ανυπόδητο, ρυπαρό και καταβεβλημένο ζητιάνο, να πλησιάζει δειλά-δειλά προς το σπίτι. Η πατρική καρδιά μίλησε, αυτή τον πληροφόρησε ότι είναι ο γυιός του. Πρώτος, λοιπόν, τρέχει για να αγκαλιάσει το παιδί του. Αγκάλιασε θερμά το παιδί του, τον φιλούσε ασταμάτητα και δάκρυα χαράς κυλούσαν από γερασμένα μάτιά του. Χωρίς καθυστέρηση δίδει εντολή να τον λούσουν, να τον ντύσουν, να του φορέσουν το δακτυλίδι της εξουσίας και να ετοιμάσουν μεγάλο πανηγύρι. Γιατί, «ο υιός μου ούτος νεκρός ην και ανέζησε, απολωλώς ην και ευρέθη».

Εκκλησία Online

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.