Η υπέροχη σημερινή ευαγγελική περικοπή (Ιω. 17.1-13) αποτελεί το πρώτο μισό της λεγομένης «αρχιερατικής προσευχής» του Ιησού. Ονομάσθηκε έτσι επειδή ο Χριστός με την προσευχή αυτή λίγο προ του Πάθους Του, αρχίζει να παρουσιάζεται ως αρχιερεύς, δηλαδή μεσίτης Θεού και ανθρώπων, όπως ήσαν οι αρχιερείς των Εβραίων.

Για ποιο λόγο η Εκκλησία άραγε την όρισε να διαβάζεται στη μνήμη των Πατέρων που συγκρότησαν την Α’ εν Νικαία Οικουμενική Σύνοδο;

Ίσως γιατί οι περισσότεροι από τους συνέδρους ήσαν αρχιερείς, μα πιθανότερο γιατί η προσευχή αναφέρεται στη σύμπνοια των οπαδών του Κυρίου, που ύψιστη έκφραση και έκφανσή της είναι οι Σύνοδοι. Άλλωστε οι Σύνοδοι διατύπωσαν και αποκρυστάλλωσαν τα δόγματα, και κυρίως το Χριστολογικό και Τριαδολογικό, που εκθέτει περιεκτικά ο Κύριος στο σημερινό ανάγνωσμα.

Θα ήταν επίκαιρο να μιλούσαμε για το πολίτευμα της Εκκλησίας. Μα ο λόγος σήμερα ας οικοδομηθεί πάνω σε άλλο θεμέλιο, επίκαιρο και σήμερα και πάντοτε και αιώνια: αγάπη! Τη ζητάει ο Σωτήρας· ζητάει «ίνα ώσιν εν» οι δικοί Του, καθώς είναι ένα Αυτός με τον Πατέρα.

«Ο Θεός αγάπη εστίν»· ένας από τους λίγους ορισμούς του θείου, που τον οφείλουμε στον ηγαπημένο μαθητή του Κυρίου μας, τον επιστήθιο φίλο Του ευαγγελιστή Ιωάννη, που κατέγραψε και μας παρέδωσε επίσης την αρχιερατική προσευχή Του. Ανέπεσε στο στήθος Του κατά τον Μυστικό Δείπνο (Ιω. 13.25) και έτσι ανείλκυσε το βάθος των δογμάτων.

Μα και στο δεύτερο μόλις βιβλίο των Γραφών σκιαγραφείται η θεότης με τρόπο που μας παρέχει έναν από τους πρώτους χαρακτηρισμούς Της. Ενώ δηλαδή ο Μωυσής βρισκόταν πάνω στο Σινά και παραλάμβανε τον Νόμο από τον Ύψιστο, «κατέβηκε ο Κύριος μέσα σε σύννεφο … Και πέρασε ο Κύριος από μπροστά του και [μια φωνή] κάλεσε: Ο Κύριος ο Θεός είναι οικτίρμων και ελεήμων, μακρόθυμος και πολυέλεος» (Έξ. 34.4-6).

«Ίνα ώσιν εν καθώς ημείς» και «Ο Θεός αγάπη εστίν»: δυο επωδοί σε κάθε συζήτηση περί αγάπης και συνάμα βάσεις του Τριαδολογικού και του σωτηριολογικού δόγματος.

Η σχέση του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος είναι σχέση αγαπητική. Εκείνο το «καθώς» –«καθώς ημείς»– εκφράζει φοβερό λόγο. Το ζητούμενο δεν είναι μια κάποια ενότητα, κάτι το επιφανειακό και περιστασιακό ίσως, αλλά ένωση βαθιά και μόνιμη των ψυχών μας.

Μας τρομάζει το ύψος στο οποίο τίθενται τα πράγματα· ζαλιζόμαστε. Ωραίο σαν θέμα, αλλά στην πράξη τι γίνεται;

Πράγματι, μια τέτοια τελειότητα αγάπης είναι ίνδαλμα άπιαστο για μας. Δεν υφίσταται πλήρης αντιστοιχία της στην εσωτερική σχέση της Αγίας Τριάδος με την αγαπητική σχέση των ανθρώπων. Στην πρώτη περίπτωση έχουμε την «περιχώρηση» των τριών Προσώπων, Πατρός, Υιού και Πνεύματος· ολοσχερή ταύτιση, χωρίς όμως σύγχυση και ανάμειξη των Υποστάσεων. Πρόκειται για μυστήριο.

Στη δική μας αγάπη όσο και αν τα άτομα ενώνονται, ποτέ δεν είναι δυνατό να αναταθούν στην απρόσιτη κατάσταση της Αγίας Τριάδος. Παρά ταύτα ο Χριστός δείχνει τον ανέφικτο στόχο, για να μας υποδαυλίσει τον ζήλο να επιδιώξουμε να προσπελάσουμε όσο γίνεται κοντύτερα. Γι’ αυτό παραλληλίζει την ευκταία σχέση των λατρευτών Του με εκείνη την υπαρκτή της Τριαδικής θεότητος.

Ιλιγγιούμε! Μας ζητείται η αγάπη στον απόλυτο βαθμό της. Κοινωνία οριζόντια στην Αγία Τριάδα – κοινωνία οριζόντια και σε όλο το πλάτος της Εκκλησίας. Είμαστε παιδιά του ενός Πατέρα, άρα είμαστε αδέλφια ισότιμα μεταξύ μας. «Εν Πνεύμα … εις Κύριος, μία πίστις, εν βάπτισμα· εις Θεός και πατήρ πάντων», τονίζει ο Παύλος (Εφ. 4.4-6).

Αφετέρου η βαθειά και ειλικρινής αγάπη συνιστά την κάθετη διάσταση της αδελφότητας, κάπως αντίστοιχα με την κάθετη σχέση των θείων Προσώπων.

Μα σε τέτοιο εύρος και σε τέτοιο βάθος κανείς δεν ισχύει ν’ ανταποκριθεί κοινωνικά! Δεν μένει παρά όλοι από κοινού να καταθέσουν ό,τι διαθέτουν ξεχωριστά. Έτσι το περίσσευμα του ενός καλύπτει το υστέρημα του άλλου τώρα, αν δε άλλοτε χρειασθεί, θα συμβεί το αντίστροφο. Με τέτοια τακτική επιτυγχάνεται θεάρεστη κοινωνία και ισότητα (πρβ. Β’ Κορ. 8.13-14), μέθεξη πνευματική και υλική.

Σήμερα λ.χ. που παρεξέκλινε οξύθυμα ο αδελφός μου, θα τον καλύψω με την πραότητά μου εγώ. Αύριο που θα παρεκτραπώ εγώ, θα με σηκώσει εκείνος. «Αλλήλων τα βάρη βαστάζετε, και ούτως αναπληρώσατε τον νόμον του Χριστού» (Γαλ. 6.2). Έτσι έστω και συλλογικά, αλληλοσυμπληρούμενοι, ανεβαίνουμε τις βαθμίδες της αγάπης.

Επιπρόσθετα η αγάπη αναφορικά με τη θεότητα δεν εκφράζεται μόνο στην ενδοτριαδική σχέση, αλλά και στην «εξωτριαδική» σχέση, δηλαδή στην επαφή της με την κτιστή φύση, που κορυφαία εκδήλωσή της ήταν η αποστολή του Λόγου. Η εν Χριστώ σωτηρία σχεδιάσθηκε και πραγματοποιήθηκε από την αγάπη πάλι του Θεού προς το πλάσμα Του. «Ούτω γαρ ηγάπησεν ο Θεός τον κόσμον, ώστε τον υιόν αυτού τον μονογενή έδωκεν, ίνα πας ο πιστεύων εις αυτόν μη απόληται, αλλ’ έχη ζωήν αιώνιον» (Ιω. 3.16).

Ιερομόναχος Ιουστίνος

Εκκλησία Online
Γράψε το σχόλιό σου

Αφήστε μια απάντηση

Comment moderation is enabled. Your comment may take some time to appear.