Το τεράστιο χάσμα της κοινωνίας των κατεχομένων επισφράγισαν με τον πιο επίσημο τρόπο οι παράνομες εκλογές της περασμένης Κυριακής, από τις οποίες αναδείχθηκαν τα 50 νέα μέλη της «βουλής» του ψευδοκράτους, φέρνοντας στην επιφάνεια διαφορετικές προεκτάσεις, για μια σειρά από ζητήματα και επιλογές, που έκαναν οι Τουρκοκύπριοι. Όπως ήταν αναμενόμενο, με βάση και τις δημοσκοπήσεις, το κόμμα εθνικής ενότητας από το οποίο προέρχεται ο κατοχικός ηγέτης, Ερσίν Τατάρ, ήταν ο μεγάλος νικητής και ο ίδιος τρίβει τα χέρια του από ικανοποίηση.

Κι αυτό διότι, με νέο αρχηγό τον εκλεκτό της Άγκυρας Φαίζ Σουτσούογλου, ο οποίος θα αναλάβει και νέος πρωθυπουργός, μετά την παραίτηση του Ερσάν Σανέρ, λόγω της συμμετοχής του σε ροζ βίντεο και σε συνεργασία ενδεχομένως με το Δημοκρατικό Κόμμα που επίσης διατηρεί τις ίδιες ακραίες θέσεις για το Κυπριακό, αν και τις εκφράζει με μετριοπάθεια, αναμένεται να δημιουργήσουν ένα στέρεο συνασπισμό που θα κρατήσει το σαθρό πολιτικό σύστημα του ψευδοκράτους, μακριά από νέες κρίσεις. Από την άλλη πλευρά, ιδιαίτερα θετικά ήταν τα αποτελέσματα και για το τουρκικό ρεπουμπλικανικό κόμμα, δηλαδή το κόμμα της αριστεράς, το οποίο αύξησε κατά πολύ τα ποσοστά του, λαμβάνοντας το 32,04% των ψήφων και καταλαμβάνοντας παράλληλα 18 «έδρες» στην παράνομη Βουλή.

Επισφραγίστηκε το χάσμα

Η δημιουργία των δύο βασικών πόλων, επισφραγίζει το χάσμα ανάμεσα στην τουρκοκυπριακή κοινωνία. Από τη μία η πλειοψηφία, με τη συμβολή και χιλιάδων εποίκων, φυσικά, που στήριξε την πολιτική Τατάρ για δύο κράτη, την διατήρηση των πελατειακών σχέσεων με την Άγκυρα και γενικότερα την απομάκρυνση από τους Ελληνοκύπριους και την πρόσθεση των Τουρκοκυπρίων στο άρμα του Ταγίπ Ερντογάν. Από την άλλη, αν και για τα μικρότερα κόμματα της κεντροαριστεράς το αποτέλεσμα ήταν εντελώς καταστροφικό, το Ρεπουμπλικανικό κόμμα του Ερχιουρμάν, κατάφερε να αυξήσει τα ποσοστά του, προσελκύοντας ψηφοφόρους, κυρίως από άλλα αριστερά κόμματα και πλέον θα αποτελεί στη νέα «βουλή» τη μοναδική ομοσπονδιακή φωνή.
Μεγάλη απογοήτευση των παράνομων εκλογών, ήταν για πολλούς στις ελεύθερες περιοχές, η αποτυχία του κόμματος του πρώτη κατοχικού ηγέτη Μουσταφά Ακιντζί να μπει στη Βουλή. Ο Ακιντζί ο οποίος δείχνει κουρασμένος και δηλώνει απογοητευμένος από τα τεκταινόμενα το τελευταίο διάστημα στα κατεχόμενα, απείχε από την προεκλογική και δεν εργάστηκε καθόλου για το κόμμα που ο ίδιος ίδρυσε. Εξάλλου, η τεράστια αποχή που παρατηρήθηκε στις παράνομες εκλογές, ξεκάθαρα ευνόησε τις δυνάμεις που στηρίζονταν στις ψήφους των εποίκων και των ακραίων Τουρκοκυπρίων που ευνοούν, σε σχέση με το Κυπριακό τη λύση δύο κρατών.

Οι δολοφόνοι στη «βουλή»
Ωστόσο τα σημαντικά στοιχεία προκύπτουν από τα μικρότερα κόμματα και ειδικότερα το κόμμα των εποίκων, που αποτελεί την πιο ακραία έκφραση του τουρκισμού στο ψευδοκράτος. Το κόμμα αναγέννησης, όπως είναι το όνομα του, ή το κόμμα των εποίκων, όπως συνηθίζουν να το αποκαλούν οι Τουρκοκύπριοι, έλαβε κάτι περισσότερο από 6% και κατάφερε να μπει στη «βουλή», με δύο βουλευτές, τον Ερχάν Αρικλί και τον Ταλίπ Αταλάϊ. Ο Αρικλί είναι και ο ιδρυτής και ο πρόεδρος του κόμματος, παρά το γεγονός ότι είναι ένας εκ των καταζητούμενων με ένταλμα της Ιντερπόλ, για τη δολοφονία του Τάσου Ισαάκ το 1996 στη Δερύνεια.

Σε ό,τι αφορά τον Αρικλί, όλοι τον μάθαμε ως έναν εκ των ανθρώπων που με ένα λοστό χτυπούσε μέχρι θανάτου τον Τάσο Ισαάκ, τον Αύγουστο τον 1996 στη Δερύνεια. Ο ίδιος, όπως και ο Κενάν Ακίν, ο οποίος παρεμπιπτόντως ήταν κι αυτός υποψήφιος στις «εκλογές», αλλά απέτυχε να εκλεγεί, ζει ανενόχλητος στα κατεχόμενα, απολαμβάνοντας, όλα τα προνόμια που του προσφέρθηκαν κατά καιρούς για την εγκληματική δράση του.

Από μουφτής στα… έδρανα

Εξίσου σημαντική, όμως και ιδιαίτερα προβληματική είναι η εκλογή του δεύτερου «βουλευτή» του κόμματος των εποίκων, που δεν είναι άλλος από τον επίσης γνωστό μας πρώην μουφτή των Τουρκοκυπρίων Ταλίπ Αταλάϊ. Ο κ. Αταλάϊ απολάμβανε τα προηγούμενα χρόνια τις επαφές με Ελληνοκύπριους, ακόμα και με τον ίδιο τον Αρχιεπίσκοπο, τον οποίο μάλιστα χαρακτήρισε και φίλο του. Την ίδια ώρα απολάμβανε του δικαιώματος να μπαινοβγαίνει στις ελεύθερες περιοχές όποτε έκρινε σκόπιμο, χωρίς κανένα έλεγχο, ενώ συχνά πυκνά πραγματοποιούσε και επισκέψεις και στην Αρχιεπισκοπή. Αποχώρησε από τη θέση του Μουφτή πριν από έξι μήνες και αποφάσισε να πολιτευτεί.

Ο πρώην μουφτής, δεν επέλεξε ένα οποιοδήποτε κόμμα αλλά το κόμμα των εποίκων, με αρχηγό τον δολοφόνο του Τάσου Ισαάκ και τις πιο ακραίες θέσεις εναντίον των Ελληνοκυπρίων. Πρόκειται για ένα κόμμα που λειτουργεί με καθεστώς φράξιας και που σύμφωνα με Τουρκοκύπριους, εκεί βρήκαν στέγη εγκληματικά στοιχεία που δρουν ανενόχλητα στο ψευδοκράτος. Μάλιστα, οι ίδιες πηγές υποστηρίζουν πως σύντομα, όταν θα γίνουν εκλογές για την ηγεσία του κόμματος, ο διάδοχος του Αρικλί, θα είναι ο Αταλάϊ.

Ο Αταλάϊ είναι ουσιαστικά ένας έποικος που γεννήθηκε στην πόλη Ερνεμλί της επαρχίας της Μερσίνας το 1968 και ένα χρόνο μετά την τουρκική εισβολή μετακόμισε με το πρώτο κύμα των παράνομων εποικισμών στην Κύπρο με την οικογένειά του. Αυτό σημαίνει πως για να βρίσκεται ανάμεσα σε εκείνη την πρώτη φουρνιά εποίκων η οικογένεια του, είχε προσφέρει στην εισβολή, με ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες από τα κατεχόμενα, να κάνουν λόγο για συμμετοχή του πατέρα του ως στρατιώτη του Αττίλα. Ο Ατταλάϊ μετά από πολύχρονη παραμονή στην Τουρκία, όπου σπούδασε σε διάφορα πανεπιστήμια, επέστρεψε στην Κύπρο, αποκτώντας μια αρκετά μεγάλη περιουσία, καταπατώντας περιουσίες προσφύγων κυρίως στην περιοχή της Αμμοχώστου.

Τα δύο προσωπεία
Παρά το γεγονός ότι ο Ατταλάϊ εμφανιζόταν συνήθως ως διαλλακτικός και ως ο άνθρωπος που πιέζει τον κατοχικό στρατό ώστε να επιτρέψει στους Ελληνοκύπριους να λειτουργούνται στις εκκλησίες τους, η δράση του αλλά και τα συμφέροντα που εξυπηρετεί ελέγχονται για μια σειρά από λόγους.

Ο Ατταλάϊ διορίστηκε ως εγκάθετος της Άγκυρας στην συγκεκριμένη θέση, το 2011 όταν ο προηγούμενος «Μουφτής» του ψευδοκράτους καθαιρέθηκε από τον τότε κατοχικό ηγέτη, Ντερβίς Έρογλου, μετά από διαφωνία που προέκυψε μεταξύ των δύο, επειδή ο προηγούμενος μουφτής, ήθελε να συναντήσει τον Πάπα Βενέδικτο, κατά την ιστορική επίσκεψη του στην Κύπρο.

Ο Ατταλάϊ από την πρώτη στιγμή που διορίστηκε στην συγκεκριμένη θέση, επεδίωξε να κτίσει μια φιλία με τον Αρχιεπίσκοπο Χρυσόστομο και το κατάφερε. Κέρδισε την εμπιστοσύνη του και ειδικά μέσω των πρωτοβουλιών που αναλαμβάνει κατά καιρούς η σουηδική πρεσβεία στην Κύπρο, ανέπτυξε προσωπική σχέση με τον προκαθήμενο της εκκλησίας. Δεν σταμάτησε ωστόσο να διατηρεί σχέσεις με ακραία στοιχεία, τόσο στην Τουρκία όσο και στα κατεχόμενα. Εναντίον του υπήρξαν πολλές φωνές και διαμαρτυρίες από τους Τουρκοκύπριους για την προσπάθεια του να ισλαμοποιήσει έναν λαό όπως οι Τουρκοκύπριοι, οι οποίοι επέλεξαν να ζουν σε ένα κοσμικό κράτος.

Εξάλλου, ο Ατταλάϊ διατηρεί άριστες σχέσεις και με το κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης, του οποίου είναι μέλος στην Τουρκία. Άλλωστε διαθέτει ταυτότητα και διαβατήριο, τόσο της Τουρκίας όσο και του ψευδοκράτους, ενώ υπήρξε υποψήφιος και το 2015 με το κόμμα του Ερντογάν, το κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης στην Τουρκία.

Εκκλησία Online

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.