Του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Καισαριανής, Βύρωνος και Υμηττού κ. Δανιήλ.

Τον 1ο αιώνα μ.Χ. περισσότεροι ήταν οι ΙΟΥΔΑΙΟΙ που ζούσαν εκτός Παλαιστίνης από αυτούς που ζούσαν στην Αγία Γη, για πολλούς λόγους: βίαιη μετακίνηση, φυγή, και ηθελημένη μετανάστευση. Οι Ασσύριοι, για παράδειγμα, είχαν μετατοπίσει τις βόρειες φυλές στην Μηδία, ενώ από τους ΙΟΥΔΑΙΟΥΣ που εξορίστηκαν στη Βαβυλώνα, πολλοί επέλεξαν να παραμείνουν εκεί. Υπήρχαν επίσης μεγάλες ιουδαϊκές κοινότητες σε όλη τη ρωμαϊκή επικράτεια. Μερικοί ΙΟΥΔΑΙΟΙ είχαν διαφύγει στην Αίγυπτο ή μετανάστευσαν εκεί, καθώς και σε άλλα μέρη της βόρειας Αφρικής, αναζητώντας την υλική ευημερία. Πράγματι, η μεγαλύτερη κοινότητα της Διασποράς ήταν στην Αλεξάνδρεια που αποτελούνταν από αρκετές εκατοντάδες χιλιάδες, ήδη από τον 1ο αιώνα μ.Χ. Τέλος, υπήρχαν σημαντικές ιουδαϊκές κοινότητες στη Μικρά Ασία (στις Πράξεις επισημαίνονται οι «Καππαδοκία, Πόντος και Ασία, Φρυγία και Παμφυλία») και σε ελληνικές πόλεις, όπως η Κόρινθος. Έτσι, όταν συνέβη το γεγονός της Πεντηκοστής, γύρω στα 30 μ. Χ., η ιουδαϊκή Διασπορά κάλυπτε μεγάλο μέρος του μεσογειακού κόσμου, καθώς και σε χώρες πέρα από τα ανατολικά σύνορα της Ρώμης, όπως στην Παρθία (Περσία).

Παρά τη Διασπορά, η Ιερουσαλήμ παρέμενε το κέντρο του ιουδαϊκού κόσμου, ως ο μόνος τόπος, όπου μπορούσαν να προσφέρουν θυσίες στο Θεό (αν και υπήρχε ένας ανταγωνιστικός ναός στον Λεοντόπολη της Αιγύπτου, χτισμένος από τον εκτοπισμένο αρχιερέα Ονία Δ΄, τον 2ο αιώνα π. Χ.). Οι άντρες ΙΟΥΔΑΙΟΙ έπρεπε, όποτε μπορούσαν, να συμμετέχουν στις μεγάλες γιορτές. Στις Πράξεις περιγράφεται το μεγάλο πλήθος που είχε συγκεντρωθεί για την Πεντηκοστή, Ιουδαίοι και προσήλυτοι (εθνικοί που είχαν αποδεχθεί τον ιουδαϊσμό) από τις τέσσερις άκρες της γης. Κατά τον Λουκά, αυτή η ξεχωριστή Πεντηκοστή θα μαρτυρήσει την αναμενόμενη συγκέντρωση των διασκορπισμένων φυλών του Ισραήλ (Λουκά 13, 29).

Το νέο περιεχόμενο και η σημασία της εορτής της Πεντηκοστής

Η Ιουδαϊκή γιορτή της Πεντηκοστής γιορταζόταν 50 ημέρες μετά το Πάσχα. Ήταν μία αγροτική γιορτή, που αρχικά υπενθυμίζει ότι ο Θεός δώρισε τη γη και την ευλόγησε (η «Μέρα των Πρώτων Καρπών»). Επειδή ο Μωυσής έφτασε στο Σινά περίπου 50 ημέρες μετά το πρώτο Πάσχα (Εξόδου 19,1) γιορταζόταν ακόμη η σύναψη της Διαθήκης του Σινά και αργότερα η παράδοση του Νόμου.

Κατά το Λουκά, ο εορτασμός της σχέσης του Θεού με τον Ισραήλ γίνεται η ευκαιρία για την ανανέωση αυτής της Διαθήκης. Οι 12 (που είχαν συμπληρωθεί από το Ματθία) δέχονται το Άγιο Πνεύμα ως πύρινες γλώσσες φωτιάς, με ένα τρόπο που απηχεί την εκδήλωση της παρουσίας του Θεού στο όρος Σινά, μαζεμένοι σε ένα σπίτι της πόλης.

Το κήρυγμά τους που ακολουθεί, και ιδιαίτερα η ομιλία του Πέτρου, φέρουν σε αυτό το μικρό σπίτι περίπου 3.000 ανθρώπους από τις διασκορπισμένες φυλές του Ισραήλ, που είχαν μαζευτεί στην Ιερουσαλήμ για τη γιορτή. Πράγματι, στην ικανότητα τόσο πολλών εθνοτήτων να καταλάβουν τους Αποστόλους στη δική τους γλώσσα, ο Λουκάς, ίσως βλέπει επίσης ανατροπή της τραγικής ιστορίας του πύργου της Βαβέλ (Γενέσεως 11). Τις έσχατες ημέρες, όταν ο Θεός χαρίζει πλουσιοπάροχα το Πνεύμα του σε κάθε άνθρωπο (Πράξεων 2,17-21). Η σύγχυση και ο διασκορπισμός της ανθρωπότητας ανατρέπονται. Πριν από την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος την Πεντηκοστή, όμως, πρέπει να λυθεί μία δυσκολία. Οι 12, ο νέος Ισραήλ, είχαν μειωθεί εξαιτίας της αποχώρησης του Ιούδα Ισκαριώτη.

Στις Πράξεις (1,12-16) περιγράφεται η αντικατάσταση του Ιούδα από το Ματθία. Προσπαθώντας να κατανοήσει τα θλιβερά γεγονότα της προδοσίας και του θανάτου του Ιούδα ως μέρος του σχεδίου του Θεού, ο Λουκάς βρίσκει το νόημά τους στα αποσπάσματα δύο Ψαλμών. Η περιγραφή στις Πράξεις είναι μία από τις δύο εκδοχές της Καινής Διαθήκης για το θάνατο του Ιούδα, κατά την οποία «έπεσε με το πρόσωπο στη γη, σκίστηκε η κοιλιά του και χύθηκαν έξω όλα του τα σπλάχνα» (Πράξεων 1,18 β. Ο Ματθαίος στο 27, 3-10 περιγράφει μία αυτοκτονία). Παρά τις διαφορές τους, οι Πράξεις και ο Ματθαίος συμφωνούν ότι πρόκειται για ένα βίαιο γεγονός, που συσχετιζόταν με κάποιο τρόπο με ένα χωράφι κοντά στην Ιερουσαλήμ, που στις μέρες τους ήταν ακόμα γνωστό ως «Χωράφι του Αίματος» (στα αραμαϊκά Ακελδαμά).

Οι προϋπόθεσεις για την συμπλήρωση των 12 αποκαλύπτουν ένα πρωτοχριστιανικό ορισμό του Αποστόλου. Ο υποψήφιος έπρεπε να είναι αυτόπτης και αυτήκοος μάρτυς του Ιησού, «αρχίζοντας από τότε που βαφτίστηκε ο Ιησούς από τον Ιωάννη, ως την ημέρα που αναλήφθηκε από ανάμεσά μας» (Πράξεων 1, 22α), να μπορεί επομένως να είναι μάρτυρας της Ανάστασης. Ο Παύλος, όπως θα δούμε παρακάτω, δεν ήταν αυτόπτης και αυτήκοος μάρτυρας του Ιησού ούτε ανήκε στους αρχικούς μαθητές του. Χάρη στη συνάντησή τους στο δρόμο για τη Δαμασκό, όμως, έγινε μάρτυρας της Ανάστασης, πίστεψε ο ίδιος και ανέλαβε το έργο του Αποστόλου των Εθνών (Α΄ Κορινθίους 9, 1. 15, 8. Γαλάτας ακόμα 1,15-17).

Οι απόστολοι Πέτρος και Ιωάννης

Στις ιστορίες της πρώτης κοινότητας της Ιερουσαλήμ μετά την Πεντηκοστή, δύο Απόστολοι επικρατούν: ο Σίμων Πέτρος και ο Ιωάννης, γιός του Ζεβεδαίου. Αργότερα, ο Ιάκωβος, ο αδελφός του Κυρίου (γιός του Ιωσήφ από προηγούμενο γάμο ή ξάδερφος του Ιησού), θα μπει επίσης στην ομάδα (Πράξεων 12,17. 15,13. 21,18) και η μεταγενέστερη παράδοση υποστηρίζει ότι αυτός ο Ιάκωβος και άλλοι συγγενείς του Ιησού ήταν ανάμεσα στους πρώτους επισκόπους της Ιερουσαλήμ. Αλλά προς το παρόν, η προσοχή εστιάζεται στους δύο από τους οποίους ο Ιωάννης είναι ο πιο λιγομίλητος. Οι σπουδαίες ομιλίες των Πράξεων 2-4 βγαίνουν από τα χείλη του Πέτρου, σύμφωνα με το ρόλο του ως εκπροσώπου των 12. Εντυπωσιακοί είναι οι παραλληλισμοί ανάμεσα στη δραστηριότητα αυτών των αποστολών και στη δράση του Ιησού.

Μεγάλο μέρος του έργου του Πέτρου και του Ιωάννη διαδραματίζεται στο Ναό, απηχώντας τη δραστηριότητα του Χριστού εκεί (Λουκά 20-21). Η θεραπεία του χωλού στην Ωραία Πύλη απηχεί μία παρόμοια θεραπεία από τον Ιησού στο Λουκά 5,18-26.

Στην καρδιά της Ιερουσαλήμ του 1ου αιώνα, δεσπόζει ο ναός της. Ο Ναός του Ηρώδη περιελάμβανε μία σειρά ανοιχτές αυλές των οποίων η ιερότητα αύξανε όσο πλησίαζαν προς το κεντρικό θυσιαστήριο. Αυτό το στεγασμένο κτίριο εμπεριείχε τα Άγια, όπου γινόταν η καθημερινή προσφορά θυμιάματος (Λουκά 1,9), καθώς και τα Άγια των Αγίων, όπου πρόσβαση είχε μόνο ο Αρχιερέας που έμπαινε εκεί μόνο μία φορά το χρόνο, κατά το Γιόμ Κιπούρ (Ημέρα Εξιλασμού). Ο Λουκάς αναφέρει πολλά σημεία εντός του περιβόλου του Ναού. Η «Ωραία Πύλη» (Πράξεων 3,2) μπορεί να είναι η πύλη του Νικάνορα, που είτε ήταν το όριο ανάμεσα στην αυλή των Εθνών και την Αυλή των Γυναικών, είτε έδινε πρόσβαση από τη δεύτερη στην Αυλή του Ισραήλ. Η στοά του Σολομώντα (Πράξεων 3,11) ήταν το περιστύλιο που έκλεινε την Αυλή των εθνικών από την Ανατολική πλευρά.

Στο προαναφερόμενο ιστορικό και θεολογικό αυτό πλαίσιο κατανοούνται τα λόγια του ευαγγελιστού Λουκά «και θα έρθουν άνθρωποι από την ανατολή και τη δύση, απ’ το βορρά και το νότο και θα καθίσουν στο τραπέζι της βασιλείας του Θεού» (Λουκά ιγ΄, 29).

Εκκλησία Online
Γράψε το σχόλιό σου

Αφήστε μια απάντηση

Comment moderation is enabled. Your comment may take some time to appear.