Σήμερον, ἀγαπητοί μου, θὰ σᾶς διηγηθῶμεν κάτι ποὺ εἰς τὴν ἀρχὴν θὰ σᾶς κάμῃ ἴσως νὰ γελάσητε. Ἀλλ᾿ ἐὰν παρακολουθήσητε τὴν συνέχειαν καὶ προσέξητε τὴν βαθυτέραν του ἔννοιαν, τότε τὸ γέλιο σας θὰ μεταβληθῇ εἰς κλάμα.

Ἕνας εἶχε μία μαϊμοῦ. Τὴν ἔμαθε νὰ χορεύῃ. Τὴν ἐστόλισε ὡς νύμφην, καὶ διὰ νὰ μὴ φαίνηται ἡ ἀπαισία ὄψις τοῦ ζῴου, κατεσκεύασεν ἓν ὡραιότατον προσωπεῖον (μάσκαν) γυναικὸς ποὺ ἐσκέπαζεν ὅλο τὸ κεφάλι, τὴν ἔφερεν εἰς τὴν πλατεῖαν τῆς πόλεως καὶ τὴν ἔβαλε νὰ χορεύσῃ. Κόσμος πολὺς ἐμαζεύθη. Ἡ μαϊμοῦ – νύμφη ἐχόρευε καὶ τοὺς πλέον ἰδιοτρόπους χοροὺς καὶ ἐλυγίζετο μὲ τόσην ἐπιδεξιότητα, ὥστε ὅσοι τὴν ἔβλεπον τὴν ἐθαύμαζον καὶ ἐνόμιζον ὅτι ἦτο ἄνθρωπος. Ἕνας ὅμως, ποὺ ἐγνώριζεν ὅτι ἡ χορεύτρια δὲν ἦτο ἄνθρωπος ἀλλὰ μαϊμοῦ καὶ δὲν ὑπέφερε νὰ βλέπῃ τὰ πλήθη νὰ χειροκροτοῦν, νὰ θαυμάζουν καὶ ν᾿ ἀποθεώνουν ἓν κτῆνος, ἀπεφάσισε ν᾿ ἀποκαλύψῃ τὴν ἀπάτην. Ἔκαμε λοιπὸν τὸ ἑξῆς. Ἐπειδὴ ἐγνώριζεν ὅτι οἱ μαϊμοῦδες ἀγαποῦν πολὺ τὰ ἀμύγδαλα, τὴν στιγμὴν ποὺ ἡ μαϊμοῦ – νύμφη ἐχόρευε καὶ ὁ κόσμος τὴν ἐχειροκροτοῦσε καὶ ὁ κύριός της ἐχαίρετο διὰ τὰς λαμπράς της ἐπιτυχίας, ὁ φίλος μας ἔρριψεν ἐμπρὸς εἰς τὰ πόδια της μερικὲς χοῦφτες ἀμύγδαλα. Αὐτὸ ἔφθασε διὰ νὰ γίνουν τὰ ἀποκαλυπτήρια. Ἡ χορεύτρια, μόλις εἶδε τὰ ἀμύγδαλα, αὐτοστιγμεὶ μετεβλήθη· ἐλησμόνησε τὸν κύριόν της, τὰ πλήθη, τὴν δόξαν, τὰ πάντα, καὶ ὥρμησεν εἰς τὰ ἀμύγδαλα. Καὶ ἐπειδὴ τὸ προσωπεῖον τὴν ἠμπόδιζε διὰ νὰ τὰ φάγῃ, μὲ τὰ νύχια της τὸ ἔσχισε, τὸ ἔκαμε κομμάτια, τὸ ἐπέταξε μακριά, καὶ τότε ἐφάνη ὁποία ἦτο· μαϊμοῦ καὶ ὄχι ἄνθρωπος! Ὅλοι ἤρχισαν νὰ γελοῦν καὶ νὰ καγχάζουν διὰ τὸ πάθημά της.
Τὸ παράδειγμα αὐτὸ (ποὺ σημειωτέον ἀναφέρει εἰς τὸ τέλος μιᾶς περιφήμου ὁμιλίας του καὶ ἕνας ἐκ τῶν πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας, ὁ Νύσσης Γρηγόριος, ἀδελφὸς τοῦ Μ. Βασιλείου) ἀναφέρομεν ἐδῶ, διότι νομίζομεν ὅτι εἶνε μία ζωηρὰ εἰκὼν τῆ σημερινῆς πραγματικότητος.

Ὁ ἄνθρωπος μὲ προσωπεῖον

Ὁ ἄνθρωπος, ὁ σημερινὸς ἄνθρωπος! Ὡς πρὸς τὴν ἐξωτερικὴν ἐμφάνισιν διαφέρει πολὺ ἀπὸ τὸν πρωτόγονον ἄνθρωπον. Δὲν ζῇ ὅπως ἐκεῖνος. Δὲν κατοικεῖ εἰς τὰ σπήλαια καὶ εἰς τὰ δάση. Δὲν φορεῖ δέρματα ζῴων. Δὲν κρατεῖ ῥόπαλα καὶ πέτρινα μαχαίρια. Ὁ σημερινὸς ἄνθρωπος ἐξειλίχθη. Ἄφησε τὰ σπήλαια καὶ τὰ παρθένα δάση ὡς κατοικίας τῶν θηρίων καὶ αὐτὸς ἐξημερωμένος(;) συνεκεντρώθη εἰς κέντρα πολιτισμοῦ. Κατοικεῖ εἰς μέγαρα, εἰς πολυκατοικίας, εἰς οὐρανοξύστας μὲ ὅλα τὰ κομφὸρ μιᾶς ἀνέτου ζωῆς! Φορεῖ ἐνδυμασίας πολυτελεστάτας. Ἐκπαιδεύεται εἰς πλῆθος ἐκπαιδευτηρίων. Μανθάνει νὰ γράφῃ, νὰ ὁμιλῇ διαφόρους γλώσσας, νὰ τραγουδᾷ, νὰ παίζῃ ὄργανα, νὰ χορεύῃ, νὰ πετᾷ εἰς τὰ νέφη, νὰ ταξιδεύῃ εἰς τὰ βάθη τῆς θαλάσσης, νὰ… Καὶ ἐφαντάσθη ὁ ταλαίπωρος, ὅτι ἐξεπολιτίσθη, ὅτι οὐδεμίαν ἔχει σχέσιν μὲ τοὺς ἀγρίους ποὺ μακρὰν ἀπὸ τὰ κέντρα τοῦ πολιτισμοῦ κατοικοῦν ὡς θηρία εἰς τὰς ἐρήμους ἐκτάσεις τῆς Ἀφρικῆς, τῆς Ἀμερικῆς καὶ τῆς Ἀσίας.
Ἀλλὰ ὁ πολιτισμὸς αὐτός, διὰ τὸν ὁποῖον ἐκαυχᾶτο ἡ ἀνθρωπότης, δὲν ἦτο ὁ ἀληθὴς πολιτισμός. Δὲν ἐπροχώρησεν εἰς τὰ βάθη τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως. Δὲν ἐξερρίζωσε τὰ πάθη τοῦ ἀνθρώπου. Δὲν τὸν ἡμέρωσε. Δὲν τοῦ ἐξηυγένισε τὴν καρδίαν του. Ἠρκέσθη εἰς τὴν ἐπιφάνειαν. Ἐφόρεσεν εἰς τὸν ἄνθρωπον προσωπεῖον, τοῦ ἔδειξε τὸν καθρέπτην του καὶ τοῦ εἶπε· «Βλέπεις πόσον σὲ μετεμόρφωσα; Δὲν εἶσαι πλέον ὁ πρωτόγονος ἄνθρωπος ποὺ ἐτρέφεσο μὲ ῥίζας καὶ φλοιοὺς δένδρων. Δὲν τρέμεις πλέον τὴν φύσιν. Μὲ τὴν δύναμίν μου τὴν ἐδάμασες. Τὰ πανεπιστήμιά μου σὲ ἐφώτισαν. Ἐπέταξες προλήψεις καὶ δεισιδαιμονίας αἰώνων. Σὲ ἀνεβίβασα εἰς τὸν κολοφῶνα τῆς δόξης. Εἶσαι ἄξιος θαυμασμοῦ. Εἶσαι ὁ ἄνθρωπος τοῦ 20οῦ αἰῶνος. Εἶσαι ὁ ὑπεράνθρωπος. Λαοὶ καὶ ἔθνη, μιμηθῆτε τον».

Τὰ ἀποκαλυπτήρια τοῦ ἀνθρώπου

Ἀλλὰ αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος, τὸν ὁποῖον ἐδημιούργησεν ὁ αἰὼν αὐτὸς, δὲν εἶνε ὁ ἀληθὴς ἄνθρωπος. Εἶνε ἄνθρωπος ὅλος ἀπάτη. Καὶ ὅπως μερικὰ ἀμύγδαλα ἔφθασαν διὰ νὰ ξεσκεπάσουν τὴν μαϊμοῦ ποὺ ἐκρύπτετο ἐπιμελῶς κάτω ἀπὸ τὸ προσωπεῖον, ἔτσι καὶ διάφορα γεγονότα ποὺ παρουσιάζονται εἰς τὴν καθημερινὴν ζωὴν ἀρκοῦν [διὰ] νὰ ξεσκεπάσουν τοὺς ἀνθρώπους καὶ νὰ φανερώσουν τὴν πραγματικήν των φύσιν. Θέλετε παραδείγματα; Ὅσα θέλετε ἔχει νὰ δείξῃ ἡ σύγχρονος ζωή. Ἂς ἀναφέρωμεν ἐδῶ δύο – τρία.
Ἰδοὺ ἕνας νέος! Ἐφοίτησε 5-6 ἔτη εἰς τὸ πανεπιστήμιον, ἤκουσε παραδόσεις σοφῶν καθηγητῶν, ἐμελέτησε βιβλιοθήκας, ἔδωκεν ἐξετάσεις, ἐπῆρε τὸ δίπλωμα καὶ τώρα ὡς ἰατρὸς ἐγκατεστάθη εἰς μίαν ἐπαρχιακὴν πόλιν. Τί σπουδαῖος ἄνθρωπος! θὰ εἴπητε. Καὶ ὅμως ἀπατᾶσθε. Κάτω ἀπὸ τὴν μάσκαν τῆς ἐπιστήμης κρύπτεται ὁλόκληρος κοινωνικὴ τίγρις. Αὐτὸς ποὺ ἐξασκεῖ τὸ πλέον φιλάνθρωπον ἐπάγγελμα, αὐτὸς ποὺ ἀποστολὴν ἔχει νὰ προστατεύῃ καὶ ὄχι νὰ θανατώνῃ τὴν ζωήν, αὐτὸς ποὺ ἔδωκε τὸν ἱπποκράτειον ὅρκον ὅτι ποτέ δὲν θὰ μεταχειρισθῇ τὴν ἐπιστήμην του διὰ νὰ ἐγκληματήσῃ κατὰ τῆς ζωῆς τοῦ παιδιοῦ, μεταβάλλεται αἴφνης εἰς ἐγκληματίαν. Ὀλίγα «ἀμύγδαλα», ὀλίγες λίρες, ἐὰν τοῦ ῥίψῃ ὁ πλούσιός του πελάτης, θὰ λησμονήσῃ τὰ πάντα καὶ θὰ ἐκτελέσῃ ἔκτρωσιν, θὰ φονεύσῃ παιδί, θὰ βάψῃ τὰ χέρια του εἰς τὸ αἷμα. Εἶνε ἱκανὸς νὰ μεταβάλῃ τὴν κλινικήν του εἰς σφαγεῖον, ἀρκεῖ ὁ ἄνθρωπος νὰ ἔχῃ τὰ «ἀμύγδαλά» του, τὰ χρήματά του! Αὐτὰ τὸν τρελλαίνουν, ἢ μᾶλλον ὄχι αὐτὰ ἀλλὰ ἡ πρὸς τὴν πλεονεξίαν «ῥέπουσα ψυχή», ἡ πονηρά του φύσις, τὴν ὁποίαν δὲν ἠδυνήθη ἡ ἐπιστήμη νὰ μεταβάλῃ. Παρέμεινεν ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς θηρίον μὲ [ὑπὸ] τὸ προσωπεῖον τῆς πλέον φιλανθρώπου ἐπιστήμης.
Βλέπετε τὸν ἄλλον; Κατέχει θέσιν ἐξέχουσαν. Εἶνε ἀνώτατος ὑπάλληλος τοῦ κράτους. Ἀντιπροσωπεύει εἰς τὴν ἐπαρχιακὴν πόλιν μίαν Ἑλλάδα ἔνδοξον. Καὶ θὰ ἔπρεπε διὰ τοῦτο νὰ εἶνε παράδειγμα ἀρετῆς, ἠθικὸν μετέωρον, ἥλιος φωτίζων τὴν ἐπαρχίαν ὁλόκληρον. Καὶ ὅμως! Ἐὰν παρουσιασθοῦν τὰ «ἀμύγδαλα», ἐὰν εἰς τὸ γραφεῖόν του εἰσέλθῃ ἁμαρτωλὸν γύναιον ἱκανὸν νὰ ἠλεκτρίσῃ τὰς κατωτέρας του ὁρμάς, τότε ὁ ὑψηλὸς αὐτὸς κύριος, ὁ ἀκατάδεκτος, λησμονεῖ τὰ πάντα, καὶ τὸν βλέπετε νὰ κατρακυλᾷ πρὸς τὰ κάτω, νὰ γίνεται ἀντικείμενον γέλωτος καὶ τῶν μικρῶν παιδίων τῆς πόλεως. Ἔπεσε τὸ προσωπεῖον καὶ ἐφάνη ὁ πίθηκος, ἔστω καὶ ἐὰν φορῇ τὰ χρυσᾶ διάσημα τῆς ἀρχῆς.
Ἀλλά, ἐὰν ὑπάρχῃ ἓν γεγονὸς ποὺ ἔγινεν ἀφορμὴ διὰ νὰ πέσουν ὅλαι αἱ μάσκαι καὶ νὰ ξεσκεπασθῇ ὅλη ἡ ἀγριότης τοῦ σημερινοῦ πολιτισμοῦ, ἦτο ὁ τελευταῖος παγκόσμιος πόλεμος. Αὐτὸς ἔφερεν εἰς τὴν ἐπιφάνειαν ὅ,τι ἦτο ἐπιμελῶς κρυμμένον εἰς τὰς καρδίας τῶν δῆθεν ὑπερπολιτισμένων ἀνθρώπων τοῦ πλανήτου μας. Ὁ ἑωσφόρος ἔρριψεν ἄφθονα τὰ «ἀμύγδαλά» του, ὅλα δηλαδὴ ἐκεῖνα ποὺ γαργαλίζουν τὰ πλέον ἐγκληματικὰ ἔνστικτα τοῦ κτήνους, καὶ οἱ ἄνθρωποι ποὺ ἐθαυμάζοντο ὅτι εἶχον φθάσει εἰς τὴν κορυφὴν τοῦ πολιτισμοῦ καὶ εἶχον ἀξίωσιν νὰ κυβερνήσουν ὅλον τὸν πλανήτην καὶ νὰ δημιουργήσουν νέαν τάξιν πραγμάτων, αἴφνης ἐπέταξαν τὰ προσωπεῖα των καὶ συντεταγμένοι εἰς ἀγέλας θηρίων ἐπλημμύρισαν τὴν Εὐρώπην καὶ διέπραξαν τὰ φρικιαστικά των ἐγκλήματα· τὰ διέπραξαν δημοσίᾳ ἐν μέσῳ τῶν πλατειῶν. Καὶ ἦσαν οἱ ἐγκληματίαι αὐτοὶ ὄχι καννίβαλοι, ἀλλὰ μορφωμένοι Εὐρωπαῖοι, ἀπόφοιτοι γυμνασίων, πανεπιστημίων καὶ ἀκαδημιῶν. Ὁ πόλεμος τοὺς ξεσκέπασε. Τὸ ὄνομά των θὰ μείνῃ εἰς τὴν ἱστορίαν ὡς συνώνυμον τῶν ἀγριωτέρων θηρίων τῆς ζούγκλας.

Ἡ διὰ τοῦ σταυροῦ μεταβολὴ

Τὰ πράγματα φωνάζουν ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἰς οἱανδήποτε ἐποχὴν καὶ ἐὰν ζῇ, θὰ παραμένῃ κατὰ τὸ βάθος ὁ ἴδιος, ἄγριος καὶ ἐγκληματικός, καὶ θὰ διαπράττῃ τὰ φρικιαστικώτερα τῶν ἐγκλημάτων, ἐφ᾿ ὅσον ἡ πονηρά του φύσις δὲν ὑποστῇ μεταβολήν. Ἀλλὰ ποία δύναμις εἶνε ἱκανὴ νὰ ἐπιτελέσῃ τὸ ἐσωτερικὸν αὐτὸ θαῦμα; Τὰ σχολεῖα; Τὰ πανεπιστήμια; Οἱ στρατοί; Τὰ νέα ὅπλα; Ἡ βόμβα τοῦ ἀτόμου; Τὰ διάφορα κοινωνικὰ συστήματα; Τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη; Πάντα ταῦτα δὲν ἐγγίζουν τὰ βάθη τῆς ἀνθρωπίνης ὑπάρξεως, δὲν εἰσέρχονται εἰς τὸ ἀόρατον ἐκεῖνο σπήλαιον, τὸ ὑποσυνείδητον, ὅπου ὁ ἄνθρωπος τρέφει τὰ ἀγριώτατα θηρία! Τὰ πάθη, ὤ ποία δύναμις εἶνε ἱκανὴ νὰ τὰ συλλάβῃ, νὰ τὰ δαμάσῃ, νὰ τὰ νεκρώσῃ καὶ τὰ ἐξοντώσῃ, ὥστε νὰ μὴ ἀκούῃ ἡ ἀνθρωπότης τοὺς βρυχηθμούς των; Ἐὰν θέλῃς, ἀδελφέ, τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸ ἐρώτημα αὐτό, μὴ περιφρονήσῃς τὴν ὑπόδειξίν μου. Ἐλπίζω ὅτι ἔχεις Εὐαγγέλιον καὶ ὅτι καθημερινῶς τὸ μελετᾷς. Λοιπὸν ἄνοιξέ το Λκ κεφ. 23, στίχ. 39 – 43. Εἰς τοὺς στίχους αὐτοὺς θὰ ἴδῃς ὅτι ἕνας ληστής, τοῦ ὁποίου τὴν ψυχὴν δὲν ἠδυνήθη νὰ δαμάσῃ ὅλη ἡ Ῥωμαϊκὴ αὐτοκρατορία, αἴφνης ὑφίσταται τὴν θείαν μεταβολήν, καὶ ἀπὸ τὴν καρδίαν του ἐξέρχεται ἡ μεγαλειώδης προσευχὴ τῆς μετανοίας του! «Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου» (Λουκ. 23,42). Τὸ θηρίον, ποὺ μίαν ὁλόκληρον ζωὴν ἔζη εἰς τὴν καρδίαν τοῦ λῃστοῦ, ἐδέχθη θανάσιμον πλῆγμα καὶ ἐξέπνευσεν ἐνώπιον τοῦ σταυροῦ, καὶ ἕνας νέος ἄνθρωπος ἐγεννᾶτο. Μεταβολὴ θεϊκή, ὑπερφυσική.

Ἀλλαγὴ καρδίας

Αὐτὸ τὸ θαῦμα τοῦ Γολγοθᾶ πρέπει νὰ ἐπαναλειφθῇ εἰς τὰς καρδίας τῶν ἀνθρώπων. Ἀλλ᾿ ὁ ἄνθρωπος εἶνε ἐλεύθερον ὂν καὶ ἀντιδρᾷ εἰς τὴν ἐπίδρασιν αὐτὴν τοῦ σταυροῦ καὶ δὲν θέλει νὰ ταπεινωθῇ καὶ ν᾿ ἀσπασθῇ τοὺς ἀχράντους πόδας τοῦ Ἐσταυρωμένου καὶ αὐταπατᾶται ὅτι μόνος του μὲ τὰ ἰδικά του μέσα θὰ ἐκπολιτισθῇ καὶ θὰ ἐξημερωθῇ. Καὶ ἐφ᾿ ὅσον θὰ ἐξακολουθῇ ἡ τραγικὴ αὐτὴ ἀπάτη, καὶ ἡ θρησκεία τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἐξ ὑπαιτιότητος τοῦ ἀνθρώπου, δὲν εἰσέρχεται εἰς τὰ βάθη τῆς καρδίας τῶν περισσοτέρων διὰ νὰ δημιουργήσῃ ἐκεῖ τὴν θείαν μεταβολήν, ἡ ἀνθρωπότης, παρ᾿ ὅλον τὸν ἐξωτερικόν της πολιτισμόν, παρ᾿ ὅλα τὰ πανεπιστήμια καὶ τὰς ἀκαδημίας της, παρ᾿ ὅλα τὰ διάφορα συστήματα τῆς διοικήσεως, παρ᾿ ὅλα τὰ προσωπεῖα μιᾶς φαινομενικῆς εὐγενείας, θὰ εἶνε κατὰ βάθος ἀγέλη ἀνημέρων θηρίων, τὰ ὁποῖα εἰς τὴν πρώτην εὐκαιρίαν θὰ ἐκπηδήσουν μέσα ἀπὸ τὰς καρδίας τῶν ἀνθρώπων διὰ νὰ κατασπαράξουν τὴν γῆν.
Ἄνθρωποι, ἐννοήσατέ το· μὲ μάσκας δὲν σῴζεται ἡ κατάστασις. Χρειάζεται ἀλλαγὴ καρδίας, τὴν δὲ καρδίαν δύναται νὰ τὴν ἀλλάξῃ μόνον ὁ Κύριος, ὁ ὁποῖος ἀπὸ τὸ ὕψος τοῦ σταυροῦ μᾶς φωνάζει· Δώσατέ μου τὴν καρδίαν σας, διὰ νὰ τὴν μεταβάλω ἀπὸ τώρα εἰς παράδεισον!

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Εκκλησία Online
Αποστολή
Αξιολόγηση επισκεπτών 5 (5 ψήφοι)

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.