Τί ἀνταποδώσω στόν ἐν τῷ κόσμῳ φυτεύσαντά με πατέρα, ἀντάξιο πάντων ὧν δέδωκέ μοι; Πῶς τό λυχναράκι νά φωτίσει κι’ ἐπαρκῶς νά εὐαρεστήσει τοῦ ἥλιου τό φῶς;

Ποῦ νά βρεῖ λόγους ἰσάξιους τιμῆς κι’ εὐγνωμοσύνης ὀφειλετικῆς πρός τόν γίγαντα πατέρα του ὁ υἱός του, ὁ κεγχριαῖος καί ταπεινός;

Ἀβάσταχτος τῆς απώλειας ὁ πόνος καί βαρύς!

Χωρίς τοῦ Θεοῦ τήν ἀρωγή, νά τόν ἀντέξει δέν μπορεῖ κανείς..

Μετέωρη μένει ἡ ζωή μας καί πικρή,
χωρίς τοῦ πατέρα τή στοργή,
εὐάλωτη καί ἀπροστάτευτη,
χωρίς τήν ἀσπίδα του, τήν παντός κακοῦ ἀποτρεπτική…
χωρίς τήν ἀγάπη του, τήν ἀφειδώλευτη,
χωρίς τήν ἀγκαλιά του τή στιβαρή καί τρυφερή!

Ὁ χρόνος, ἀντί νά μικραίνει, τόν πόνο μεγαλώνει,
τῆς ἀπουσίας τό κενό ὁλοένα καί βαθαίνει,
καί ἡ ψυχή μου φρέαρ ἀπύθμενο δακρύων γοερῶν
καί ἡ καρδιά μου ἄβυσσος θλιμμένων στεναγμῶν.

Μᾶς λείπεις, Πατέρα!

Καί σ’ ἀναζητοῦμε…

Ὅλοι…

Ὅσοι σέ ἔζησαν,

Ὅσοι σέ γνώρισαν,

Σ’ ἀναζητοῦν οἱ φίλοι σου, πού τόσο ἀγάπησες καί σέ ἀγάπησαν καί θά ἀγαποῦν καί θά θυμοῦνται πάντα!

Σ’ ἀναζητοῦνε οἱ «μικροί»,
κρύφια πού εὐεργετοῦσες,
σάν ἄγγελος πού ἄδολα
στίς στοργικές σου σκέπαζες
ἀόρατες φτεροῦγες.

Καί οἱ «μεγάλοι» σέ ζητοῦν,
ἀμερόληπτος κι’ ἀνιδιοτελής
πάντα, πού βοηθοῦσες,
σέ κάθε τους περίσταση,
πρόθυμ’ εὐεργετοῦσες.

Σέ ψάχνουνε καί οἱ παλιοί,

Βλογάνε τ’ ὄνομά σου,
τήν μνήμη σου πάντα κρατοῦν
καί προσευχές ἐν θλίψεσι
στόν Κύριο θερμές ἀναφωνοῦν!

Σέ ἀναζητᾶ τό σπίτι σου
στόν Πλατανιᾶ,
μέ κόπο καί ἱδρῶτα περισσό
πού ἔκτισες, Πατέρα.

Τήν παρουσία σου ζητοῦν
ἀμπέλια κι’ ἐλαιῶνες,
πού φύτεψαν καί σκάλισαν καί πότισαν,
τά ἐργατικά φιλάνθρωπα,
φιλόπτωχα καί δοτικά σου χέρια!

Κι’ ἀνθίζανε καί βλάσταιναν κι εὐωδιάζαν ὅλα,
σά μύρον ἁγιάσματος εὐφραίναν τίς ψυχές μας
τῶν καλῶν σου ἔργων οἱ καρποί
ἔργων δικαιοσύνης, σάν ἤλιος πού φώτιζαν
καί θέρμαιναν καί χόρταιναν ψυχές ἀναγκεμένων…

Γι΄ αὐτό καί λόγον ἀγαθόν, πῶς νά φιλοτιμήσω,
τήν ἄοκνη κι ἀνέσπερη,
πρός ὅλους ἀμερόληπτη ἀγάπη σου,
καί πρός τούς ἀδυνάμους
συμπάθεια καί ἀρωγή,
πῶς νά προσωποιήσω,
μέ λόγια ἁπλά καί φτωχικά,
τήν ἀγαπητική πορεία
ὅλης τῆς ζωῆς
πῶς νά τήν ζωγραφίσω;

Ποιό λεξικό, ποιά γλῶσσα, ποιός ρήτορας σύγχρονος ἤ ἀρχαῖος ἄραγε νά μπορεῖ,
τ’ ἀνείπωτα τά αἰσθήματα
πόνου, ἀπώλειας, θλίψης κι’ εὐγνωμοσύνης,
πού τώρα νοιώθει ἡ ψυχή μέ λέξεις νά ἐκφράσει,
κι’ ἐπάξια τόν ἀλησμόνητο πατέρα νά τιμήσει;

Ἀνάξιό μου τό μυαλό
τῆς προσευχῆς τό λογισμό,
πῶς νά τόν σχηματίσει;
Καί πῶς θυμίαμ’ εὔοσμο
ἡ ἁμαρτωλή μου ἡ ψυχή,
στόν Κύριο νά κατευθύνει;

Μέ δέος, στό Ἅγιο Θυσιαστήριο μπροστά, γόνατα κλίνω τῆς καρδιᾶς, καί ὁλοθύμως προσδοκῶ ἐλπίζω κι’ ἀτενίζω στήν κοινή Ἀνάσταση νεκρῶν, ὅταν, πατέρα μου γλυκέ, μπροστά στό θρόνο τοῦ Χριστοῦ, θά σέ ξανασυναντήσω!

Μπροστά στήν Ἐσταυρωμένη ἀγάπη καταθέτω τό βάρος τῆς ἀνείπωτης κατ’ ἄνθρωπον θλίψης μου καί τίς ἐκ βαθέων εὐχαριστίες μου πρός τήν μακαρία ψυχή τοῦ πατέρα μου!

Σέ εὐχαριστώ γιά ὅσα μᾶς πρόσφερες!

Σέ εὐχαριστῶ γιά τό παράδειγμα ζωῆς, πού μᾶς ἐνέπνευσες!

Γιά ὅ,τι ὡς καταπίστευμα μᾶς ἐνστάλαξε ὁ γλυκύτατος τῆς φωνῆς σου ἦχος καί τῆς καλοκάγαθης καρδιᾶς σου ὁ χτύπος.

Σέ εὐχαριστοῦμε γιά τίς νουθεσίες, τίς εὐεργεσίες, γιά τούς ἀγῶνες καί τίς ἀγωνίες σου!

Γιά τήν ἀπαράμιλλης ἀξίας κληρονομιά πού μᾶς ἀφήνει ὡς παρακαταθήκη καί πολύτιμο μαργαρίτη τό παράδειγμα τῆς ζωῆς σου, ὅπως ὁ Προφήτης Ἠλίας ἄφησε στόν Ἐλισσαῖο τή μηλωτή του!

Θά εἶσαι πάντα γιά μας ὁ τηλαυγής φάρος καί ὁ φωτεινός ὁδοδείκτης πού θά φωτίζει ἀκατάπαυστα τά σκοτεινά μονοπάτια τῆς ζωῆς καί θά γαληνεύει τίς ταραγμένες θάλασσες καί τ’ ἀφρισμένα κύματά της!

Σ’ ἀγαπῶ, μέ ὅλη τήν δύναμη τῆς καρδιᾶς καί τῆς ψυχῆς μου, λατρεμένε μου πατέρα!

Αἰωνία σου ἡ μνήμη Καπετάνιε μου, Συνδημιουργέ μου, Πατέρα μου!!!

† Ὁ Δορυλαίου Δαμασκηνός Λιονάκης

Εκκλησία Online
Αποστολή
Αξιολόγηση επισκεπτών 0 (0 ψήφοι)

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.