Η διαδικασία για την εκλογή του νέου προέδρου μπορεί να επηρεάσει την πορεία της χώρας τα επόμενα χρόνια, αλλά και τη διαδοχή του ανώτατου ηγέτη, λένε οι New York Times.

Μπροστά σε ένα πολιτικό δίλημμα που μπορεί να επηρεάσει την πορεία της χώρας τα επόμενα χρόνια είναι η πολιτική και θρησκευτική ελίτ στο Ιράν ενόψει των εκλογών του Ιουνίου για την αντικατάσταση του προέδρου Εμπραχίμ Ραϊσί που σκοτώθηκε την Κυριακή σε δυστύχημα με το ελικόπτερο.

Το Σύνταγμα της χώρας ορίζει ότι οι εκλογές θα πρέπει να γίνουν σε 50 ημέρες από τον θάνατο του προέδρου. Ορίστηκαν για τις 28 Ιουνίου, αλλά για την ώρα ο κατάλογος των υποψηφίων είναι ακόμη ανοιχτός.

Ο «σκληρός» αλλά και άχρωμος Ραϊσί θεωρούταν για χρόνια διάδοχος του ανώτατου ηγέτη της χώρας Αλί Χαμενεΐ και, σε κάθε περίπτωση, πιστός σε αυτόν. Χωρίς τον Ραϊσί θα αρχίσει στο παρασκήνιο μια νέα μάχη για τη διαδοχή. Μια ένδειξη για το ποιοι θα πρωταγωνιστήσουν σε αυτή ίσως μας δώσει ο κατάλογος των υποψηφίων για την προεδρία.

Ένας είναι ο Μοχάμεντ Μπακέρ Γκαλιμπάφ, πρόεδρος του Κοινοβούλιου, αλλά με μειωμένη απήχηση λόγω της οικονομικής κρίσης. Πιθανός υποψήφιος ο Σαΐντ Τζαλίλι, πιστός στον Χαμενεΐ και διαπραγματευτής για τα πυρηνικά.

Ο Αλί Χαμενεΐ έχει πλεόν δύο επιλογές, κάθε μία από τις οποίες έχει τα ρίσκα της, τονίζουν οι New York Times.

Μία είναι να ανοίξει την εκλογική κούρσα για την προεδρία, δίνοντας χώρο σε μετριοπαθείς φωνές, οι οποίες δείχνουν έναν διαφορετικό δρόμο από αυτόν που επιλέγει η θρησκευτική και πολιτική ελίτ.

Οι εκλογές, χωρίς κάποια άνωθεν παρέμβαση για το ποίοι και πώς θα μετέχουν, μπορεί να ανοίξουν την αναμέτρηση σε εκπροσώπους από όλο το πολιτικό φάσμα, από σκληροπυρηνικούς ως μεταρρυθμιστές. Αν εκλεγεί, λοιπόν, ένας τρόπον τινά μοντέρνος πρόεδρος, η πολιτική ελίτ θα έχει υποστεί πλήγμα στο γόητρό της, έστω και οι πρόεδροι έχουν λόγο μόνο για τα εσωτερικά ζητήματα και όχι τα θέματα εξωτερικής πολιτικής.

Η δεύτερη επιλογή είναι να περιορίσουν τον αριθμό των υποψηφίων, το οποίο με τη σειρά του μπορεί να φέρει χαμηλή προσέλευση στις κάλπες, άρα και μια αδύναμη νομιμοποίηση. Ωστόσο ο αποκλεισμός μετριοπαθών φωνών, οδηγεί τους ψηφοφόρους να γυρίσουν την πλάτη στις κάλπες.

Αυτό, συνεχίζουν οι New York Times, είναι τάση των τελευταίων ετών καθώς από το 60% της συμμετοχής στο 2016, το ποσοστό κατρακύλησε στο 41% αυτόν τον Μάρτιο. Μόλις την περασμένη εβδομάδα σε μια συμπληρωματική εκλογή το ποσοστό συμμετοχής ήταν το απογοητευτικό 8%.

Πολιτικοί αναλυτές στο Ιράν πιστεύουν ότι το καθεστώς δεν θα πάρει τον δρόμο του ανοίγματος της εκλογικής διαδικασίας.

Η χαμηλή συμμετοχή ερμηνεύεται σαν ένδειξη ότι οι πολίτες κουράστηκαν από τους κληρικούς και το όλο και πιο συντηρητικό και «σκληρό» πολιτικό κατεστημένο. Με τη σειρά του το κατεστημένο αντιλαμβάνεται ότι έχει αυτή η απόσταση με την κοινωνία, αλλά επιλέγει τον δρόμο της συντήρησης και της καταστολής.

Εκκλησία Online
Γράψε το σχόλιό σου

Αφήστε μια απάντηση

Comment moderation is enabled. Your comment may take some time to appear.