Με τον όρο «Οικουμενισμός» εννοούμε βασικά μια ιδεολογία που έχει ως στόχο την ένωση όλων των χριστιανικών ομολογιών. Η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, η Ορθόδοξη Εκκλησία, έχει ενότητα, αφού αποτελεί το Σώμα του Χριστού διαχρονικά μέσα στη Ιστορία. Η ενότητα αυτή βασίζεται στην κοινή εμπειρία της δυνάμεως εξ ύψους, την οποία οι συγκεντρωμένοι στο υπερώο με αρχηγούς τους μαθητές του Χριστού δέχθηκαν την ημέρα της Πεντηκοστής. Στερεωμένοι μέσω της χάριτος του Αγίου Πνεύματος, οι αλιείες αναδεικνύονται «πάνσοφοι», τους χαρίζεται η συμμετοχή στη σοφία του Θεού, στην οποία κανένας δεν μπορεί να αντισταθεί. Κεντρική σημασία εδώ έχει η ολοκληρωτική στροφή προς τον Θεάνθρωπο Χριστό, το να επιθυμεί κανείς με όλη την ύπαρξή του τη σχέση και επικοινωνία με τον Κύριο. Μόνο έτσι μπορεί να γίνει εν Αγίω Πνεύματι αυτή η στερέωση και η συμμετοχή στη σοφία του Θεού, να κατορθώνεται η σταθερότητα και η αληθινή ενότητα στη βίωση της ζωής του Χριστού. Αυτή είναι η εμπειρία όλων των Αγίων και σε κάποιο βαθμό και όλων εκείνων που ακολουθούν πιστά τους Αγίους, που και αυτοί ανάλογα με την αγάπη τους προς τον Χριστό αγιάζονται.

Στον αντίποδα αυτής της αληθινής, της όντος ενότητας εν Αγίω Πνεύματι, βρίσκεται η κοσμική ενότητα, που έχει να κάνει στον χώρο της θρησκευτικότητας του ανθρώπου με κοινές καλές επιδιώξεις και με τον συναισθηματισμό του ανθρώπου που βαπτίζεται ως αγάπη. Αυτή στο χώρο του χριστιανισμού χαρακτηρίζεται από την έννοια των «Εκκλησιών», που η κάθε μία από αυτές έχει τη δική της αντίληψη της αλήθειας για τον Θεό, τον κόσμο, τη χριστιανική παράδοση. Είναι προφανές, ότι με τις προϋποθέσεις αυτές δεν μπορεί πια να γίνει λόγος για την «Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία», για κοινό βίωμα της Χάριτος του Θεού. Το βάρος έχει μετατεθεί από την ενότητα στον Θεάνθρωπο ως κεφαλή της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας στην ανθρωποκεντρική απόπειρα, να συμβιβάζονται οι πολλές και διαφορετικές απόψεις αυτών των Εκκλησιών και να συμπίπτουν σε έναν κοινό παρονομαστή ως προς τη δράση τους. Επίσης ζητούμενο είναι η συναισθηματική κάλυψη των μελών αυτών των χριστιανικών ομάδων, επειδή με αυτήν την προσέγγιση και σύναψη σχέσεων στο πλαίσιο του Οικουμενισμού πραγματοποιείται, σύμφωνα με τις πεποιθήσεις τους, η εντολή του Χριστού «αγαπάτε αλλήλους».

Από τις αρχές του 19ου αιώνα παρατηρείται στο Οικουμενικό Πατριαρχείο ένα άνοιγμα προς αυτόν τον Οικουμενισμό που βρίσκει την κορύφωσή του στο σύνθημα του Πατριάρχη Αθηναγόρα «αγάπη άνευ όρων και ορίων». Αυτή την παναίρεση, επειδή καταργεί τους Όρους των Αγίων Οικουμενικών Συνόδων, τον αληθινό τρόπο ζωής της Εκκλησίας, την αλήθεια του Χριστού, και την καλύπτει με τον συναισθηματισμό της αγαπολογίας μετονομάζει πολύ χαρακτηριστικά ο π. Βασίλειος Βολουδάκης από Οικουμενισμό σε Αθηναγορισμό[2]. Ο Αθηναγόρας ,που σύμφωνα με το σχέδιο του διεθνούς Μασονισμού εμφυτεύτηκε από τις Ηνωμένες Πολιτείες στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, με το σύνθημα αυτό όντως αποπειράται να εκτοπίσει τον Θεάνθρωπο από την Εκκλησία Του. Και η προσπάθεια αυτή μέχρι σήμερα συνεχίζεται με έντονη αντίσταση βέβαια από την πλευρά των πραγματικών ποιμένων της Εκκλησίας μας. Η αδιάκριτη χρήση του όρου «Εκκλησία» στον πληθυντικό προϋποθέτει, σύμφωνα με όσα λέχθηκαν ως τώρα, την απουσία της Χάριτος του Θεού, αφού έχει καταστρατηγηθεί το χαρακτηριστικό της μίας Εκκλησίας. Πώς καταγράφεται αυτή η απουσία της Θείας Χάριτος; Πρώτα απ’ όλα με την απουσία ποιμένων.

Χαρακτηριστικό της δυτικής Θεολογίας είναι, ότι σταματάει την περίοδο των Πατέρων της Εκκλησίας στη Δύση με τον Ισίδωρο της Σεβίλλης (560-636) και στην ορθόδοξη Ανατολή με τον άγ. Ιωάννη τον Δαμασκηνό (περ. 675-749). Για την Ανατολή αυτή η θέση γίνεται σχετικά εύκολα κατανοητή, επειδή από το 2ο ήμισυ του 9ου αιώνα η ορθόδοξη Ανατολή αντιμετωπίζεται από τους Φράγκους όλο και περισσότερο ως αίρεση. Το υπογραμμίζουν ιδιαίτερα τα έργα που εκδίδονται με τον τίτλο «Contra errores Graecorum – Εναντίον των πλανών των Γραικών» [3].

Γιατί όμως για τον Παπισμό σταματάει η πατερική περίοδος και στη Δύση κατά τον 7ο αιώνα; Δύο ουσιαστικοί λόγοι, πιστεύουμε, ότι εξηγούν αυτό το, με την πρώτη ματιά, παράδοξο φαινόμενο. Πρώτον, επικράτησε προοδευτικά η πεποίθηση ότι ο Παπισμός όχι μόνο είναι απόλυτα εναρμονισμένος με την πατερική παράδοση, αλλά ότι με την θεολογία που αναπτύσσει μέσω του Σχολαστικισμού, της επίσημης παπικής θεολογίας του Μεσαίωνα, εξελίσσει και υπερβαίνει τη θεολογία των Πατέρων της Εκκλησίας. Γεννιέται δηλαδή μια ανώτερη θεολογία[4]. Για να θεμελιωθεί αυτή η ανώτερη θεολογία σε μία στέρεα και ακλόνητη βάση, από εδώ και στο εξής δεν αναδεικνύονται πλέον στον Παπισμό Πατέρες αλλά «doctores ecclesiae universalis – διδάσκαλοι της καθολικής Εκκλησίας», ένας θεσμός που επίσημα ισχύει από το 1298[5].

Και δεύτερον, για την εγκατάλειψη των όρων «πατέρας», «πατερικότητα» εκ μέρους των δυτικών ήταν καθοριστική η ίδια η εξαφάνιση των πατέρων από τη ζωή των χριστιανών της Δύσεως. Με την επικράτηση των Φράγκων, κυρίως στην Γαλλία και Ισπανία, οι πριν ορθόδοξοι επίσκοποι όπως και οι ηγούμενοι των μοναστηριών αντικαταστάθηκαν από εκείνους. Σταμάτησαν να είναι ποιμένες, αφού δεν είχαν τις πνευματικές προϋποθέσεις γι’ αυτό, και μετατράπηκαν σε διοικητές[6]. Έτσι, προοδευτικά η χριστιανική Δύση απώλεσε την αίσθηση του ποιμένα, του πατέρα, έγινε φράγκικη. Αφού διαμορφώθηκε πλέον σύμφωνα με τις αντιλήψεις των Φράγκων για την κοινωνία, την Εκκλησία και τον Θεό, της έγινε όλο και περισσότερο αδιανόητη η εικόνα του ποιμένα, την οποία η Ορθοδοξία διατηρεί μέχρι σήμερα ως ζωντανή πραγματικότητα και φανερώνει με αυτό το ενιαίο της πατερικής παράδοσης ως εγγύησης της νέας πραγματικότητας που ο ίδιος ο Θεός με την ενανθρώπιση του Θεού Λόγου εγκατέστησε στην ανθρώπινη ιστορία. Όλα αυτά που λέγονται παραπάνω για τον Παπισμό ισχύουν πολύ περισσότερο ακόμα για τους Προτεστάντες, οι οποίοι επί πλέον έχουν καταργήσει το μυστήριο της Ειδικής Ιεροσύνης.

Επειδή η ημερίδα μας αφιερώνεται στον μακαριστό π. Γεώργιο Μεταλληνό, τον Πνευματικό μου Πατέρα, θα ήθελα στο σημείο αυτό να τονίσω την, θα έλεγα, ολοκληρωμένη πνευματική πατρότητά του. Ολοκληρωμένη με την έννοια, ότι κάλυπτε τα πνευματικά παιδιά του απ’ όλες τις πλευρές. Για μένα, ως προερχόμενο από τη δυτική πολιτιστική πραγματικότητα, ήταν καθοριστική αυτή η ολική κάλυψη. Είναι ακριβώς αυτό που περιγράφει ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος στο λόγο του με τίτλο «Εις τον Ποιμένα». Τον παρουσιάζει ως αναζητητή και θεραπευτή του απολώτος προβάτου, ως με τη χάρη του Θεού ικανότατο κυβερνήτη του πλοίου στο οποίο επιβαίνουν οι πιστοί, ως ιατρό που βάζει το νυστέρι εκεί που πρέπει και ως διδάσκαλο της άνωθεν σοφίας[7]. Θα επικεντρωθούμε στη συνέχεια λίγο περισσότερο στην ιδιότητα του διδασκάλου. Πάντοτε ο π. Γεώργιος ανήγε τα πνευματικά ζητήματα στην πατερική τους βάση, πάντοτε τα εξέταζε με το κριτήριο της γνησιότητας της πίστης μας, τη θεολογία των Αγίων Πατέρων μας. Και πάντοτε η δοκιμασία αυτών των θέσεων, που υποστήριζε, στην κάμινο της Θεολογίας των Θεόπνευστων Αγίων μας, γινόταν εκ μέρους του με την ειλικρινή διάθεση για διάλογο θεολογικό. Θέλω ενδεικτικά να αναφερθώ σε δύο έργα του π. Γεωργίου, πρώτον στο «Ομολογώ έν Βάπτισμα», στο οποίο εξετάζει την ερμηνεία του 7ου κανόνα της Δευτέρας Οικουμενικής Συνόδου και του (ενενηκοστού πέμπτου) 95ου κανόνα της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου από τις μεγάλες μορφές της Εκκλησίας μας, τον Άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη, τον Άγιο Αθανάσιο τον Πάριο, τον Νεόφυτο Καυσοκαλυβίτη και τον Κωνσταντίνο Οικονόμο τον εξ Οικονόμων[8], και δεύτερον στη σύντομη μεν αλλά πολύ μεστή σε περιεχόμενο μελέτη «Παράδεισος και Κόλαση στην Ορθόδοξη Παράδοση»[9].

Στο πρώτο έργο αναδεικνύει με λαμπρό τρόπο το θεολογικό μεγαλείο των παραπάνω Θεολόγων, οι οποίοι διαπιστώνουν, ότι το Βάπτισμα οποιονδήποτε αιρετικών σύμφωνα με τους Αγίους Κυπριανό και Μέγα Βασίλειο είναι «ψευδοβάπτισμα» και «όχι αληθινό» βάπτισμα, επειδή απλούστατα έχει τελεστεί μέσα στην αίρεση, όπου δεν υπάρχουν ιεροσύνη και μυστήρια. Δεν μπορεί δηλ. το βάπτισμα αυτό να θεωρείται ως «φώτισμα», μάλλον πρέπει να θεωρηθεί «μόλυσμα». Αυτή η στάση εκφράζει την Ακρίβεια της Εκκλησίας, η οποία αποτελεί και την κανονική τάξη της Εκκλησίας. Παράλληλα όμως υπάρχει και η Οικονομία της Εκκλησίας, η συγκατάβαση της Εκκλησίας. Αυτή ωστόσο μπορεί να βρει εφαρμογή μόνο στις περιπτώσεις εκείνες, όπου το βάπτισμα έχει τελεστεί με τον αποστολικό τύπο και με την σωστή επίκληση της Αγίας Τριάδος. Εφαρμοζόταν π.χ. στην περίπτωση των Αρειανών, Μακεδονίων, Σαββατιανών, Απολλιναρίων κ.ά., οι οποίοι, επειδή πληρούσαν τις παραπάνω προϋποθέσεις, γίνονταν δεκτοί χωρίς βάπτισμα, μόνο με Χρίσμα και Λίβελλο. Στους Παπικούς όμως, όπως αποφαίνονται οι παραπάνω Θεολόγοι, δεν μπορεί να εφαρμόζεται η Οικονομία της Εκκλησίας μας. Κατά το βάπτισμά τους δεν τηρείται ο αποστολικός τύπος, διότι δεν βαπτίζουν αλλά ραντίζουν[10].

Στη δεύτερη σύντομη αναφορά μας στον μακαριστό π. Γεώργιο θα στρέψουμε την προσοχή μας στις πραγματικότητες του Παραδείσου και της Κόλασης. Παραλληλίζοντας τη δυτική φραγκική με την ορθόδοξη βιβλική και πατερική παράδοση τονίζει ο π. Γεώργιος αφενός για τους Φράγκους: «έπλασαν τον μύθο, ότι και ο παράδεισος και η κόλαση είναι κτιστές πραγματικότητες. Μύθος είναι, ότι οι κολαζόμενοι δεν θα βλέπουν τον Θεό, ως και ο λόγος περί απουσίας του Θεού.» Επίσης «οι Φράγκοι σχολαστικοί δέχθηκαν την κόλαση ως τιμωρία και στέρηση της λογικής ενοράσεως της θείας ουσίας.» Εντελώς αντίθετα στην ορθόδοξη βιβλική και πατερική παράδοση υπογραμμίζει την πεποίθηση: «και οι κολασμένοι θα βλέπουν τον Θεό (π.χ. ο πλούσιος της παραβολής), αλλά ως “πυρ καταναλίσκον”». «Βιβλικά όμως και πατερικά κόλαση είναι η αποτυχία του ανθρώπου και η άρνησή του να συνεργασθεί με τη Θεία Χάρη, για να φθάσει στη «φωτιστική» θέα του Θεού (παράδεισος) και στην ανιδιοτελή αγάπη (πρβλ. Α’ Κορ. 13.8: «ου ζητεί τα εαυτής»). Δεν υπάρχει συνεπώς απουσία Θεού, παρά μόνο παρουσία Του. Γι’ αυτό είναι φρικτή η Β’ Παρουσία …». Παράδεισος και κόλαση έχουν επομένως την ίδια πηγή.

Η παραπάνω σύντομη αναφορά με τη βοήθεια του π. Γεωργίου τόσο στο βάπτισμα των δυτικών όσο και στην κατανόηση του παραδείσου και της κολάσεως μας βοηθούν να κατανοήσουμε, ότι πλέον με βάση τη δυτική «θεολογία» μιλάμε για έναν αλλοιωμένο, για έναν φανταστικό Θεό σύμφωνα με τις επιθυμίες των ανθρώπων. Ανάλογο είναι και το πρότυπο του ανθρώπου που θέλουν να φτιάξουν. Χαρακτηριστικό είναι ότι στην έπαρσή τους δεν διατήρησαν ούτε τον τύπο του βαπτίσματος, καταστρατήγησαν δηλ. το ίδιο το νόημα του βαπτίσματος, το οποίο με τις τρείς καταδύσεις και αναδύσεις, την τριήμερη ταφή και ανάσταση του Κυρίου, αναγεννάει τον άνθρωπο. Στο παπικό ράντισμα προέχει ή επίχυση, το ξέπλυμα από το προπατορικό αμάρτημα και όχι η αναγέννηση[11]. Στο επίκεντρο της θεολογίας τους δεν βρίσκεται πλέον ο Θεάνθρωπος, αλλά ο θεοποιημένος άνθρωπος με πρότυπο τον αλάθητο άνθρωπο της Ρώμης, τον Πάπα. Ο Προτεσταντισμός στη συνέχεια μεταφέρει το παραπάνω αλάθητο στον κάθε πιστό, γεγονός στο οποίο οφείλεται και η πολυδιάσπασή του.

Λέων Μπράνγκ
Δρ. Θεολογίας

Εκκλησία Online

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.