Έξω από τη Μονή υπάρχουν δύο κάστρα αριστερά και δεξιά, οι «πύργοι του Καραϊσκάκη». Υπάρχει επίσης εκκλησάκι των Αγίων Πάντων, που κτίστηκε το 1754. Ενώ, σώζεται και το κτίριο που στέγασε επί Τουρκοκρατίας τη «Σχολή Ελληνικών Γραμμάτων» που λειτούργησε στη Μονή.

Eίναι από τα πιο γνωστά μοναστήρια στην Ελλάδα, αλλά και στο εξωτερικό. Χιλιάδες προσκυνητές κάθε χρόνο φτάνουν σε ένα μοναδικό φυσικό περιβάλλον στον Προυσό Ευρυτανίας για να τιμήσουν την Παναγία της Προυσιώτισσα, στη μονή που είναι αφιερωμένη στη Κοίμηση της θεοτόκου.

Το ιστορικό μοναστήρι είναι κτισμένο σε απόκρημνη βραχώδη περιοχή μεταξύ των βουνών Χελιδόνα και Καλιακούδα της οροσειράς Τυμφρηστού. Απέχει 31 χιλιόμετρα από το Καρπενήσι, 53 χιλιόμετρα από το Αγρίνιο και μόλις δύο από το ομώνυμο χωριό.

Το όνομα της Μονής οφείλεται στη θαυματουργή εικόνα της «Παναγίας Προυσιώτισσας». Η εικόνα αυτή, (εικάζεται ότι είναι δημιουργία του ευαγγελιστή Λουκά) κατά την παράδοση , την περίοδο της εικονομαχίας «φυγαδεύτηκε» από την Προύσα της Μικράς Ασίας στην Στερεά Ελλάδα.

Για την χρονολογία ίδρυσης της Μονής υπάρχουν δύο εκδοχές. Άλλοι υποστηρίζουν ότι ιδρύθηκε τον 9ο αιώνα και άλλοι τον 12αιώνα. Κατά τον 9ο αιώνα που θεωρείται και η πιο πιθανή χρονολογία ο Αυτοκράτορας του Βυζαντίου ο Θεόφιλος (829-842), ως εικονομάχος είχε θέσει υπό διωγμό τα σύμβολα της Ορθοδοξίας. Η συγκεκριμένη εικόνα της Παναγίας βρισκόταν σε ναό της Προύσας, αλλά κάτω από τον φόβο της καταστροφής φυγαδεύτηκε, όπως και εκατοντάδες άλλες στην Ελλάδα «με θαυματουργό τρόπο.

Η παράδοση, που αγγίζει τα όρια του μύθου, συνδέει το καταφύγιο της εικόνας, τη σημερινή τοποθεσία της Μονής, με θαύματα που συνέβησαν κατά τη μεταφορά της εικόνας εκεί. Για το φόβο της καταστροφής από τους εικονομάχους ένας άρχοντας της Προύσας πήρε την εικόνα για να τη σώσει. Όμως όταν έφτασε στην Καλλίπολη , την έχασε, αυτή βρέθηκε στη θέση που είναι σήμερα το μοναστήρι και όταν αυτό έγινε γνωστό, ο άρχοντας μαζί με έναν δούλο του έφτασε στον Προυσό και αποφάσισαν να κτίσουν το μοναστήρι. Οι ίδιοι έγιναν οι πρώτοι μοναχοί, με τα ονόματα Διονύσιος και Τιμόθεος.

Η Μονή παρέμεινε ζωντανή όλα τα χρόνια που ακολούθησαν, αλλά λόγω του δύσβατου της περιοχής άρχισε να αποκτήσει φήμη. Το πρώτο πλήγμα το δέχτηκε το 1587, όταν μεγάλη πυρκαγιά κατέστρεψε το καθολικό της. Το 1748 έγινε σταυροπηγιακή, αποκτώντας πλέον και την αίγλη που της έδινε το προνόμιο του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Χρόνο με το χρόνο η μονή απέκτησε φήμη αλλά και περιουσία. Κατά την επανάσταση του 1821 εδώ υπήρχε μία από τις μεγαλύτερες μοναστικές αδελφότητες της περιοχής, με μοναχούς να παίζουν και τον ρόλο του δασκάλου για τα Ελληνόπουλα. Το μοναστήρι στηρίζει ανοικτά τον αγώνα και γίνεται καταφύγιο για τον Λάμπρο Κατσαντώνη, τον Γεώργιο Καραϊσκάκη και τον Μάρκο Μπότσαρη. Ο δε Καραϊσκάκης δώρισε το ασημένιο κάλυμμα της εικόνας σε ένδειξη ευγνωμοσύνης για τη θέρμη, η οποία τον ταλαιπωρούσε και από την οποία γιατρεύτηκε κατά την παραμονή του στη Μονή. Το Σκευοφυλάκιο της Μονής διαθέτει σήμερα τα όπλα του Καραϊσκάκη.

Μετά την απελευθέρωση, η Μονή δοκιμάστηκε ηθικά ενώ καταγράφτηκε και οικονομική κακοδιαχείριση με αποτέλεσμα να περιέλθει σε δεινή θέση, από την οποία κλήθηκε να την βγάλει ο Αγιορείτης Κύριλλος Καστανοφύλλης .

Όμως το μεγαλύτερο πλήγμα η μονή το δέχτηκε από τους Γερμανούς κατακτητές οι οποίοι στις 16 Αυγούστου του 1944 την πυρπόλησαν με αποτέλεσμα και καταστραφούν πολλά κειμήλια, σκεύη, χειρόγραφα και βιβλία, αλλά ευτυχώς όχι και η πολύτιμη εικόνα της Παναγίας, η οποία είχε τοποθετηθεί σε κρύπτη.

Μετά το τέλος του εμφυλίου άρχισε και η ανοικοδόμηση της Μονής από τον ηγούμενο Γερμανό, η οποία συνεχίστηκε και στη δεκαετία του 1970 από τον τότε ηγούμενο της μονής και μετέπειτα ηγούμενο της Ιεράς Μονής Δοχειαρίου του Αγίου Όρους Γρηγόριο. Από τότε η μονή, σιγά-σιγά μετατρέπεται σε θρησκευτικό και πνευματικό κέντρο της Ορθοδοξίας, και είναι μία από τις ελάχιστες που παραμένουν ισχυρές στις Ευρυτανία.

Το καθολικό της δεν είναι εντυπωσιακό σε όγκο, ωστόσο είναι ένας ενδιαφέρων ναΐσκος, σταυροειδής με τρούλο. Στα δυτικά του, στη ρίζα του βράχου, υπάρχει κρύπτη διαμορφωμένη σε παρεκκλήσι. Οι σήμερα σωζόμενες τοιχογραφίες φιλοτεχνήθηκαν γύρω στο 1785. Μέσα στην κρύπτη διασώζονται στην εξωτερική πλευρά τοιχογραφίες του 13ου αιώνα, ενώ εσωτερικά υπάρχουν δύο στρώματα, από τα οποία το ένα χρονολογείται στα 1518. Αξιόλογο είναι και το ξυλόγλυπτο τέμπλο της κρύπτης, που χρονολογείται στα 1810.

Το Σκευοφυλακίου της Μονής περιέχει πλήθος πολύτιμων χειρόγραφων Κωδίκων, εικόνες, ιερά σκεύη, λειψανοθήκες και βιβλία. Στη Μονή λειτουργεί ενδιαφέρον μουσείο με μέρος των θησαυρών, όπως εικόνες από το 15ο και 16ο αιώνα, ιερά άμφια, αργυρά και χρυσά δισκοπότηρα, χειρόγραφοι κώδικες, τοπογραφημένα βιβλία και το σπαθί του Καραϊσκάκη.

Έξω από τη Μονή υπάρχουν δύο κάστρα αριστερά και δεξιά, οι «πύργοι του Καραϊσκάκη». Υπάρχει επίσης εκκλησάκι των Αγίων Πάντων, που κτίστηκε το 1754. Ενώ, σώζεται και το κτίριο που στέγασε επί Τουρκοκρατίας τη «Σχολή Ελληνικών Γραμμάτων» που λειτούργησε στη Μονή.

Εκκλησία Online

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.