Η Υπαπαντή του Κυρίου: Σταν κύκλο των εορτών τού λειτουργικού χρόνου κάποια γεγονότα τού σωτηριολογικού κύκλου έχουν μια ιδιαίτερη σπουδαιότητα αφού μέσα απ' αυτά σαν από χαραμάδες ατενίζουμε το φιλάνθρωπο σχέδιο τής θείας τού Θεού βουλής για τη λύτρωσή μας. Ξεκινούν από την εκπλήρωση τής αρχαίας βουλής με τον Ευαγγελισμό τής Θεοτόκου, γευόμαστε την χαρά τής Γεννήσεως και τώρα την συνάντηση με την εκπλήρωση των νομικών διδαχών την ημέρα τής Υπαπαντής και συνεχίζονται, είτε στον κύκλο των κινητών, είτε σ' αυτόν των ακινήτων εορτών.

Η Υπαπαντή του Κυρίου: Μεγάλη γιορτή της ορθοδοξίας στις 2 Φεβρουαρίου

Η Υπαπαντή αποτελεί κι αυτή ένα σταθμό στην πορεία τής ζωής τού νέου Βρέφους και συμβαίνει σαράντα ημέρες μετά την Γέννηση.

Η προϋπάντηση

Υπαπαντή θα πει προϋπάντηση, (από τό ρήμα υπαπαντών, υπ>ό + απαντώ) και έχει σχέση με δυο περιστατικά, πού βρίσκουν την εκπλήρωσή τους την μέρα αυτή. Το πρώτο ήταν η νομική υποχρέωση. Κάθε Εβραίος πατέρας είχε την υποχρέωση από τον Μωσαϊκό Νόμο να προβεί στον εξαγιασμό και αφιέρωση τού πρωτοτόκου αρσενικού του παιδιού.

Από το βιβλίο τής Εξόδου (13, 1, 12-13) πληροφορούμαστε, ότι ο Θεός, μετά την θανάτωση των πρωτοτόκων παιδιών των Αιγυπτίων, διέταξε τούς Εβραίους να αφιερώνουν σ’ Αυτόν, “πάν άρσεν διανοίγον μήτραν”.

Αλλά και όταν στήθηκε η Σκηνή τού Μαρτυρίου και ανέλαβαν την ιερατική υπηρεσία της οι Λευίτες (Αριθμ. 3, 11), πάλι ο Θεός δίνει εντολή, ώστε να διατηρηθεί ζωντανή στην κάθε εβραϊκή καρδιά η έννοια τού δικαιώματός Του πάνω στα πρωτότοκα αγόρια νά εξαγοράζονται (Αριθμ. 18, 15-16) αντί πέντε σίκλων (σίκλος, μονάδα βάρους) από χρυσό ή άργυρο, και αντιστοιχούσε σε βάρος 14,5 γραμμάρια.

Ο Νόμος ακόμη όριζε, ότι η γυναίκα πού γεννούσε αρσενικό παιδί ήταν για επτά μέρες, μέχρι την περιτομή αυστηρά ακάθαρτη, και παρέμενε ακόμη ακάθαρτη, (όχι αυστηρά) για άλλες τριάντα τρείς ημέρες. Στο διάστημα αυτό δεν έπρεπε να πλησιάσει κάτι πού ήταν ιερό, αλλά ούτε και τής ήταν επιτρεπτό να μπει στο χώρο τού Ναού.

Μετά την τεσσαρακοστή μέρα έπρεπε να προσέλθει στο Ναό και να προσφέρει “αμνόν ενιαύσιον άμωμον εις ολοκαύτωμα και νεοσσόν περιστεράς ή τρυγόνα περί αμαρτίας επί την θύραν τής Σκηνής τού Μαρτυρίου προς τον ιερέα” (Λευιτ. 12, 7-8). Ο ιερέας μέσα από την πράξη τής ιερουργίας προέβαινε σε εξιλεωτική θυσία για τον καθαρισμό της και την αφιέρωση τού παιδιού της στο Θεό. Αυτή την νομική υποχρέωση έπρεπε να εκπληρώσει και η Παναγία, πού με τη συνοδεία τού Ιωσήφ, έρχεται στα Ιεροσόλυμα κρατώντας στην αγκαλιά το Βρέφος της και μαζί τούς νεοσσούς για την θυσία τού καθαρισμού.

Τό γεγονός αυτό το αναφέρει ο ευαγγελιστής Λουκάς (2, 22-25).

Ο ίδιος ευαγγελιστής παράλληλα διασώζει και ένα άλλο περιστατικό σχετικό με τον δίκαιο Συμεών, πού κατά τήν στιγμή τής εισόδου στόν περίβολο τού Ναού “προϋπάντησε” τήν Παναγία καί τό Βρέφος. Στό Συμεών είχε αποκαλυφθεί από τό ‘γιο Πνεύμα, ότι δεν θα πέθαινε μέχρι να δουν τά μάτια τόν σαρκωθέντα Θεό. “Ήν αυτώ κεχρηματισμένον υπό τού Πνεύματος τού Αγίου μή ιδείν θάνατον πρίν ή ίδη τόν Χριστόν Κυρίου” (Λουκ. 2. 26).

Η παράδοση

Η παράδοση αναφέρει σχετικά με το γεγονός αυτό, ότι ο δίκαιος Συμεών αρκετά χρόνια πριν από την γέννηση τού Χριστού, επιστρέφοντας στά Ιεροσόλυμα μαζί μέ άλλους νομοδιδασκάλους από κάποια αποστολή έκαναν συζήτηση πάνω σέ κάποια προφητικά κείμενα. Μεταξύ αυτών συζητήθηκε και αυτό, πού αναφέρεται στον Ησαία: “Ιδού η Παρθένος εν γαστρί έξει καί τέξεται Υιόν, καί καλέσεις τό όνομα αυτού Εμμανουήλ” (7, 14).

Ο Συμεών, άν καί άνθρωπος μέ πολλή ευλάβεια δυσπίστησε, καί πρόβαλλε αντιρρήσεις γιά τό αδύνατο τής γεννήσεως ανθρώπου μέ παρθενογένεση. Λέγεται ότι ενώ γίνονταν αυτή η κουβέντα, δέχθηκε από κάποιο αόρατο χέρι ένα ηχηρό ράπισμα, ενώ παράλληλα ακούστηκε μιά φωνή, πού τού έλεγε: “Καί θά δούν τά μάτια σου και θά αγγίξουν τά χέρια τόν Χριστόν Κυρίου”. Παρ’ όλα αυτά η δυσπιστία δέν τόν αποχωρίστηκε καί εξακολουθούσε νά έχει τούς ενδοιασμούς του.

Καί ενώ περνούσαν τό ποτάμι πού βρίσκονταν, λέγεται, ότι έβγαλε από τό χέρι του τό δακτυλίδι καί πέταξε στό νερό τού ποταμού καί είπε: “αν αυτό τό δακτυλίδι ξαναβρεθεί στά χέρια μου, τότε πράγματι θά μπορέσουν όλα αυτά νά γίνουν πραγματικότητα”.

Το θαυμαστό σημάδι της προφητείας

Η πορεία τής επιστροφής στά Ιεροσόλυμα συνεχίζονταν οπότε καί έφθασαν σέ κάποιο πανδοχείο ζητώντας φαγητό καί διαμονή. Ο πανδοχέας τούς πρόσφερε φαγητό από ψάρια. Καί ενώ έτρωγαν τά ψάρια, σ’ εκείνο τού Συμεών βρέθηκε μέ τρόπο θαυμαστό τό δακτυλίδι, πού πρίν είχε πετάξει στά νερά τού ποταμού. Ο Συμεών γεμάτος θαυμασμό, δοξολόγησε τό Θεό γιά τό θαυμαστό σημάδι πού τού φανέρωσε, καί πεπεισμένος πιά στήν εκπλήρωση τής προφητείας τού Ησαία επιστρέφει στά Ιεροσόλυμα μέ τήν απόφαση τής παραμονής, γιά τό υπόλοιπο τής ζωής του, στόν ιερό χώρο τού Ναού αναμένοντας νά δούν τά μάτια του τήν εκπλήρωση τής προφητείας.

Στήν ηλικία τών εκατό δέκα χρόνων αξιώθηκε νά κρατήσει στήν γηραλέα του αγκαλιά τό Βρέφος Ιησού καί να ζητήσει μετά τήν “απόλυσή” του από τήν ζωή. Είναι αξιοσημείωτα τά όσα είπε δεχόμενος στήν αγκαλιά του τό Βρέφος: “νύν απολύεις τόν δούλον σου, Δέσποτα, κατά τό ρήμα σου εν ειρήνη, ότι είδον οι οφθαλμοί μου τό σωτήριόν σου, ό ητοίμασας κατά πρόσωπον πάντων τών λαών, φώς εις αποκάλυψιν εθνών καί δόξαν λαού σου Ισραήλ”.

Ο ευαγγελιστής ακόμη διασώζει καί μιά προφητική αποστροφή πρός τήν Παναγία Μητέρα Του, “ιδού ούτος κείται εις πτώσιν καί ανάστασιν πολλών εν τώ Ισραήλ καί εις σημείον αντιλεγόμενον, καί σού δέ αυτής τήν ψυχήν διελεύσεται ρομφαία, όπως άν αποκαλυφθώσιν εκ πολλών καρδιών διαλογισμοί” (Λου. 2, 32-35).

Η δυσπιστία του Συμεών

Ο δίκαιος Συμεών αξιώθηκε καί νά δεί καί νά βαστάσει τόν σαρκωθέντα Θεό. Αξιώθηκε μ’ ένα τρόπο θαυμαστό νά προσεγγίσει τό μεγάλο μυστήριο τού Αιωνίου, πού μπήκε στήν διαδικασία τού χρόνου. Νά πιάσει τόν Αχώρητο, πού χώρεσε στήν παρθενική μήτρα, στήν γέρικη αγκαλιά του. Ο Συμεών δυσπίστησε στήν προφητεία, άν δηλαδή, μπορεί ένα τέτοιο παράτολμο σχέδιο, αυτό τής σαρκώσεως τού Ασάρκου, νά πραγματοποιηθεί.

Καί όμως, “όπου βούλεται Θεός, νικάται φύσεως τάξις” ο Λόγος τού Θεού κινείται από άκρα αγαθότητα καί αυτο-περιορίζεται στά όρια τής κτιστότητός μας, χαρίζοντας τήν δυνατότητα υπέρβασης τών συνεπειών τής εκπτώσεως στήν παρά φύση ζωή, στήν επάνοδο στήν κατά φύση, αλλά καί τήν υπέρ φύση ζωή μας. Στήν προσπάθεια αυτή, σταυρική πορεία, πού πρέπει νά αναλάβει ο κάθε αδελφός τού Χριστού γίνεται ο Ίδιος “υπογραμμός καί τύπος”.

Η δυσπιστία τού Συμεών, όμοια περίπου μέ τήν δυσπιστία τού Θωμά, όχι μόνο δέν στάθηκε αποτρεπτική, αλλά τουναντίον καταδέχθηκε ο δυσπιστούμενος νά κουρνιάσει στήν γερασμένη καί εξαντλημένη του αγκαλιά, καί “αγκαλίζεται γηρεαίας αγκάλαις” “τόν δι’ ευσπλαγχνίαν εαυτόν τώ πεσόντι κενώσαντα ατρέπτως” στήν εκπλήρωση τού “νόμου τού εν γράμματι”. Έτσι όχι μόνο στάθηκε μάρτυρας τής παρουσίας του, αλλά γίνεται καί προφήτης τής μελλουμένης από πολλούς δυσπιστίας τού θεανδρικού Του προσώπου, “σημείον αντιλεγόμενον”.

Μόνο ένας πού δοκίμασε τήν πίκρα τής αμφιβολίας μπορεί νά δώσει τό φρικτό της στίγμα επισημειώνοντας παράλληλα τήν φρίκη τής πτώσεως, όσων προσκόπτουν στήν βεβαιότητα τής θεότητός Του.

Ο Χριστός ακολούθησε κατά βήμα τό μονοπάτι, πού από τό θλιβερό δειλινό τής Εδέμ, περπάτησαν όλοι οι απόγονοι τού προπάτορα γιά νά φθάσει μέχρι τό Σταυρό καί τόν θάνατο. Ο θάνατος τού Χριστού παρά τήν φαινομενική αντινομία γίνεται τελικά ο θρίαμβος αναστάσεως καί ο Νικητής του γίνεται ο “χαριζόμενος ημίν τήν ανάστασιν”.

Εκκλησία Online
Αποστολή
Αξιολόγηση επισκεπτών 0 (0 ψήφοι)

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.