Η ελευθερία που έχει χαρίσει ο Θεός στο “κατ᾽ εικόνα” δημιούργημά Του συνεπάγεται πίστη, ήθος, εργατικότητα, υπομονή και αντοχή εκ μέρους των “δούλων του Θεού”, για να μπορέσει η ελευθερία αυτή να οδηγήσει τον άνθρωπο ακόμα και στο “καθ᾽ ομοίωσιν”. Ας μη λησμονούμε τις επί σειρά δεκαετιών κοπιώδεις προσπάθειες των Εβραίων, προκειμένου να κερδίσουν τη Χάρη του Θεού, μετά την “Έξοδό” τους.

«Φωτοδόχον λαμπάδα, τοις εν σκότειφανείσαν, ορώμεν την αγίαν Παρθένον• το γαρ άϋλον άπτουσα φως, οδηγεί προς γνώσιν θεικήν άπαντας, αυγή τον νούνφωτίζουσα…».

(Δ´ Στάσις, Ακαθίστου Ύμνου)

Γράφει η Βιργινία Δ. Χαμουδοπούλου-Κωνσταντινίδου

Η “Υπέρμαχος Στρατηγός” και Προστάτις του Γένους των Ελλήνων, ως “Φωτοδόχος λαμπάδα” που άγγιξε το “Άυλον Φως”, ακολούθησε τους ξεριζωμένους και ανέστιους Έλληνες της Μ. Ασίας, του Πόντου και της Καππαδοκίας και τους βοήθησε να διατηρήσουν την πίστη και την εμπιστοσύνη τους στο έργο της θείας Πρόνοιας, ώστε οι ίδιοι –και κυρίως οι απόγονοί τους– να βιώσουν μετά από χρόνια τους λόγους αυτής της“Εξόδου”, αυτής της μετοικεσίας. Η βαθιά πίστη και η μακάρια υπομονή των ξεριζωμένων προσφύγων, με το θέλημα του Θεού, έφερε τα αγαθά αποτελέσματά της, όπως συνοπτικά θα τα εκθέσουμε παρακάτω.

Η ελευθερία που έχει χαρίσει ο Θεός στο “κατ᾽ εικόνα” δημιούργημά Του συνεπάγεται πίστη, ήθος, εργατικότητα, υπομονή και αντοχή εκ μέρους των “δούλων του Θεού”, για να μπορέσει η ελευθερία αυτή να οδηγήσει τον άνθρωπο ακόμα και στο “καθ᾽ ομοίωσιν”. Ας μη λησμονούμε τις επί σειρά δεκαετιών κοπιώδεις προσπάθειες των Εβραίων, προκειμένου να κερδίσουν τη Χάρη του Θεού, μετά την “Έξοδό” τους.

Το Άκτιστο Φως, που έφεραν μαζί τους οι Έλληνες πρόσφυγες δεν φώτισε μόνον τους ίδιους, αλλά ευεργέτησε και τους Παλαιοελλαδίτες, κουρασμένους από τον σοβαρό πολιτικό διχασμό και τους πολέμους, αφού και αυτοί ανανεώθηκαν πολιτικά, κοινωνικά και πνευματικά.

Ακραία αλλά ενδεικτική υπήρξε η κρίση του Σπύρου Μαρκεζίνη, ο οποίος υποστήριξε ότι το νεοελληνικό Κράτος δημιουργήθηκε μετά το 1922 και όχι το 1830. Δεν είναι ο μόνος που υποστήριξε ότι ο Μικρασιατικός Ελληνισμός έπαιξε σπουδαίο ρόλο στην εν γένει ζωή και πρόοδο του ελληνικού Έθνους.

Οι πρώτες δυσκολίες εγκαταστάσεως

Αρχικά όμως οι χιλιάδες των προσφύγων δεν γίνονται ευμενώς δεκτοί από τους γηγενείς, παρ᾽ ότι αυτοί οι άνθρωποι υπήρξαν τα θύματα των επάλληλων και ασύνετων σφαλμάτων των κυβερνώντων την Ελλάδα στα πλαίσια του “Εθνικού Διχασμού”. Οι αντιδράσεις των εγχωρίων πληθυσμών ήσαν πολλές φορές έντονες εξ αιτίας κυρίως της λειψυδρίας και της ανυπαρξίας αποχετευτικού συστήματος. Οι στεγασμένοι σε σκηνές, σε γήπεδα, σε εκκλησίες και στρατώνες πεινασμένοι και με σοβαρές ενδυματολογικές ελλείψεις, σιτίζονταν συνήθως από διεθνείς φιλανθρωπικές οργανώσεις, μέσω της Εκκλησίας και των Δήμων, στερούμενοι νερού για να ξεδιψάσουν ή να τηρήσουν στοιχειώδεις κανόνες καθαριότητας.

Τα πλήθη των διασωθέντων προσφύγων συνοδεύονταν συνήθως από επιζήσαντες αρχιερείς και ιερείς, οι οποίοι επιβεβαίωναν τον αρραγή συνεκτικό δεσμό τους με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, για να επιβεβαιωθεί η ταυτότητα των προσφύγων, αφού οι περισσότεροι είχαν χάσει τις βεβαιώσεις γεννήσεων, γάμων και βαπτίσεων που θα φανέρωναν συγγενικούς δεσμούς, ώστε να ανασυνταχθεί ο προσφυγικός κόσμος κατά τις παραδόσεις του Γένους μας, αλλά και των τοπικών ιδιαιτεροτήτων της γενέτειράς τους.

Η πρώτη εντύπωση των προσφύγων στην Ελλάδα ήταν απογοητευτική. Άρχιζε από την Αθήνα με τις πρωτόγονες συνθήκες λοιμοκαθάρσεως, στο Κερατσίνι και στη Θεσσαλονίκη με την παραμονή στο Λοιμοκαθαρτήριο του Καράμπουρνου και έφθανε μέχρι την πρόχειρη στέγασή τους σε δημόσιους χώρους. Η πείνα αντιμετωπιζόταν από ένα συσσίτιο την ημέρα, με δυσκολία προσφοράς πόσιμου νερού και φροντίδας για την καθαριότητα.

Ο καταξιωμένος αείμνηστος λογοτέχνης Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος γράφει στην “Αστροφεγγιά” του: «Αποζητούσε (ο πρόσφυγας) ένα κομμάτι ψωμί, ένα κομμάτι πανί, για να ντύσει τη γύμνια του, ένα κομμάτι σκεπή για να αναπαυθεί. […] Κι όλοι ρωτούσαν “τι θ᾽ απογίνουμε;”. Μοναξιά, πολλή μοναξιά… Και τα αμπάρια των πλοίων άδειαζαν την κοιλιά τους και ξανάφευγαν για να πάρουν και πάλι ό,τι προφθάσουν, κι᾽ απάνου στο παλιό ανθρωπολιό καινούργιο σωριαζόταν. Και συνέχιζαν να ρωτάνε “τι θ᾽ απογίνουμε;”, “σε τι σας φταίξαμε;”. Και άλλοι ρωτούσαν “τι θα τους κάνουμε;” και πάσκιζαν να βρούνε τον φταίχτη. Και ψάχνανε όλοι μαζί σ᾽ ένα φοβερό κυνήγι αγάπης, αυτός για να βρει το στρατιώτη που έφυγε κάποτε πρόσχαρος για τον πόλεμο, κι᾽ εκείνος για να κερδίσει ξανά τον αδελφό, τον πατέρα, την κόρη, που τους έχασε μέσα στον πανικό της φυγής…».

Με τις αντίξοες συνθήκες πολλοί πρόσφυγες ασθένησαν κυρίως από τύφο, ευλογιά και γρίππη. Μεγάλη θνησιμότητα παρατηρήθηκε κυρίως στα παιδιά και στους γέροντες από μολυσματικές ασθένειες, ένεκα της απότομης αύξησης του πληθυσμού, αντιστρόφως ανάλογη με τα υποτυπώδη για τις ανάγκες ιατρεία και νοσοκομεία.

Το 1920 κατοικούσαν στην Αθήνα 297.276 πολίτες και το 1928 ο πληθυσμός της πρωτεύουσας ανέβηκε στους 459.211 κατοίκους, εκ των οποίων μόνον οι 131,810 ήσαν γηγενείς. Οι υπόλοιποι ήσαν πρόσφυγες ή εσωτερικοί μετανάστες από χωριά, που αναζητούσαν τρόπους επιβιώσεως στην πρωτεύουσα.

Τον τομέα στηρίξεως των προσφύγων ανέλαβε η “Επιτροπή Αποκαταστάσεως Προσφύγων” (Ε.Α.Π.), που αναζητούσε από παντού πόρους, προκειμένου να δημιουργήσει μία ομοιογενή κοινωνία.

Παλαιοελλαδίτες και νεοαφιχθέντες από την Ανατολή διεκδικούσαν αμφότεροι μερίδιο της δημόσιας και μοναστηριακής περιουσίας, που περιήλθε μετά τη Συνθήκη της Λωζάννης στην ελληνική επικράτεια.

Οι προσπάθειες του ελληνικού Κράτους

για την αποκατάσταση των προσφύγων

(1923-1925)

(“Ιστορία του Ελληνικού Έθνους”, τόμ. ΙΕ´, σ. 301)

Ως τον Ιούνιο του 1823 η περίθαλψη των προσφύγων αντιμετωπίστηκε από ελληνικούς πόρους, ιδιωτικές οργανώσεις και τη βοήθεια του Αμερικανικού Ερυθρού Σταυρού. Αργότερα όμως χρειάστηκε η μεσολάβηση της Κ.τ.Ε. (Κοινωνίας των Εθνών). Το 1924 συνάφθηκε δάνειο με ονομαστικό κεφάλαιο 12.300.000 λιρών Αγγλίας με τόκο 8,6%. Η διαχείριση του δανείου ανατέθηκε στην “Επιτροπή Αποκαταστάσεως Προσφύγων”, της οποίας τη διοίκηση ανέλαβαν δύο Έλληνες διορισμένοι από την Ελλ. Κυβέρνηση και δύο ξένοι (ο ένας Αμερικανός), διορισμένοι από την Κ.τ.Ε.

Το δημόσιο παραχώρησε στην Ε.Α.Π. εκτάσεις 5.000.000 στρεμμάτων, αξίας περίπου 13.000.000 λιρών. Οι εκτάσεις αυτές προέρχονταν από δημόσιες γαίες, απαλλοτριώσεις ή επιτάξεις ιδιωτικών γαιών και ιδιοκτησίες των Μουσουλμάνων που μεταφέρθηκαν στην Τουρκία.

Στις προσφυγικές οικογένειες της υπαίθρου διανεμήθηκαν 245.000 ζώα και μεγάλες ποσότητες γεωργικών εργαλείων. Τα 2/3 των εξόδων της Επιτροπής δαπανήθηκαν στη Μακεδονία, με αποτέλεσμα να αναζωογονηθεί το τμήμα αυτό της Ελλάδας σε τέτοιο βαθμό, ώστε το 1930 να δυσκολεύεται κανείς να αναγνωρίσει τον έρημο τόπο του 1923: «…εκεί που έβλεπες άλλοτε τεράστιες ακαλλιέργητες εκτάσεις υπάρχουν σήμερα χωριά με φανερά σημάδια της ανανεώσεως, ανέσεως και σε μερικές περιπτώσεις της ευμάρειας. Τα αποτελέσματα αυτά οφείλονταν κυρίως στο θάρρος, την ενεργητικότητα, τη δεκτικότητα σε νέες ιδέες που χαρακτήριζαν την πλειοψηφία των προσφύγων».

Όμως η εγκατάσταση των προσφύγων στα μεγάλα αστικά κέντρα παρουσίασε μεγάλες δυσχέρειες. Το μεγάλο ποσοστό των νεοαφιχθέντων είχε καταλάβει στην αρχή κοινόχρηστους χώρους, θέατρα, σχολεία, εκκλησίες, αποθήκες βρίσκοντας εργασία κοντά σ᾽ αυτούς τους χώρους. Η έλλειψη στέγης στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη επιδεινώθηκε τρομερά μετά το 1922.

Μεγάλο μέρος των αστών εμπόρων και των βιοτεχνών εγκαταστάθηκαν στην Αθήνα, στη Θεσσαλονίκη, στον Βόλο, στο Ηράκλειο της Κρήτης και σε άλλα αστικά κέντρα.

Ωστόσο η Αθήνα τότε ήταν μία ρακένδυτη πόλη, εξαιτίας της οικονομικής δυσπραγίας, αλλά και των δεινών που προέκυψαν από τους δεκαετείς πολέμους (1912-1922), όπως και των δεινών που προέκυψαν λόγω των σφοδρών πολιτικών αντιθέσεων του Εθνικού Διχασμού. Στη Θεσσαλονίκη υπήρχαν ακόμα οι δυσχέρειες που είχαν προκύψει από το ολοκαύτωμα του 1917.

Στην αρχή άρχισαν να κτίζονται ως τόποι κατοικίας παράγκες, που σύντομα αντικαταστάθηκαν από λαϊκές πολυκατοικίες στις μεγάλες αλλά και μικρότερες πόλεις.

Οι πρόσφυγες γρήγορα άρχισαν να κτίζουν στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη παραπήγματα για να στεγαστούν και να αρχίσουν και πάλι την επαγγελματική τους δραστηριότητα και μία νέα κοινωνική ζωή.

Περί την Αθήνα κτίστηκαν 12 συνοικισμοί, καθώς και σε άλλες 34 πόλεις.

Από τους γνωστούς γύρω από την Αθήνα συνοικισμούς σημειώνουμε τη Σαφράμπολη από τους Καππαδόκες και το Δοργούτι (Ν. Κόσμος) από τους Αρμένιους.

Η Σαφράμπολη ήταν πόλη στα Βόρεια της Μ. Ασίας. Εδώ στην Αθήνα ήταν Β.Α. των Πατησίων και αργότερα συμπεριλήφθηκε ως συνοικία στο Δήμο Ν. Ιωνίας. Στην Καισαριανή και στον Βύρωνα εγκαταστάθηκαν περί τις 20.000 και στην Καλλιθέα-Τζιτζιφιές περί τις 10.000 πρόσφυγες.

Τη Ν. Σμύρνη ο Ν. Πλαστήρας την πρόσφερε σε αστούς Σμυρναίους.

Η Ν. Σμύρνη ανέστησε από τότε, κατά το δυνατόν, την αρχοντιά, τον πολιτισμό, τα ήθη και τα έθιμα της Μικρασιατικής Σμύρνης. Έχει την Αγία Φωτεινή, τον Άγιο Χαράλαμπο, τον Πανιώνιο, τον Μίλωνα, πολλούς δρόμους με τοπωνύμια της Σμύρνης και των γύρω περιοχών. Το 1930 άρχισε να λειτουργεί το μεγαλύτερο από τα Μικρασιατικά Σωματεία: η ΕΣΤΙΑ Ν. ΣΜΥΡΝΗΣ. Εφημερίδες και περιοδικά του Δήμου Ν. Σμύρνης φέρουν τα ονόματα αντίστοιχων εντύπων της αλησμόνητης Σμύρνης.

Η Αγία Φωτεινή στην αρχή ήταν ένας μικρός ξύλινος ναός. Ο σημερινός Ι. Ναός της Αγ. Φωτεινής θεμελιώθηκε το 1934 και τα εγκαίνιά του έγιναν στις 27/10/1940.

Το Κωδωνοστάσιο της Αγίας Φωτεινής (αντίγραφο του Κωδωνοστασίου Σμύρνης) θεμελιώθηκε το 1990, με έξοδα του Ιδρύματος Αρ. Ωνάση, και εγκαινιάστηκε το 1998. Είναι κατά 39,5 του μέτρου υψηλότερο από το καταστραφέν στη πυρκαγιά κωδωνοστάσιο της Σμύρνης.

Το περίτεχνο ξυλόγλυπτο τέμπλο και ο άμβωνας του Ι. Ναού της Αγ. Φωτεινής ανήκε στον Ι. Ναό του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου στη Σμύρνη.

Πέραν της πόλεως του Πειραιά εγκαταστάθηκαν 29.300 πρόσφυγες στην Παλαιά και Νέα Κοκκινιά (Νίκαια), στη Δραπετσώνα, στο Κερατσίνι, στα Καμίνια κ.α. Πυκνοκατοικημένη είναι στον Πειραιά η Καλλίπολη, η οποία είχε δεχθεί πρόσφυγες από την ομώνυμη χερσόνησο της Ανατολικής Θράκης. Μαζί με τη Νέα Σμύρνη συγκαταλέγεται στις ανεπτυγμένες πόλεις.

Η Θεσσαλονίκη περιβλήθηκε και αυτή από συνοικισμούς προσφύγων, όπως η Νέα Κρήνη, η Νεάπολη, η Καλαμαριά, η Σταυρούπολη κ.ά.

Στην ύπαιθρο έχουμε τα Νέα Μουδανιά, τη Νέα Μαλακοπή, το Νέο Κορδελιό κ.ο.κ.

Οι πρόσφυγες μετέφεραν στην Ελλάδα τις ονομασίες των πόλεων ή περιοχών της προέλευσής τους είτε στο ακέραιο, όπως Νίκαια, Κρήνη, Καλαμαριά, είτε με την προσθήκη “Νέα” ή “Νεο-α”. Ν. Σμύρνη, Ν. Κίος, Νέα Μουδανιά, Νέα Αγχίαλος, Νέα Έφεσος, Νέα Ιωνία κ.λπ.

Το 1924 η πρωτεύουσα, με πληθυσμό διπλάσιο σχεδόν από εκείνον του 1918, χρειαζόταν 15.000 πρόσθετες κατοικίες, παρά το γεγονός ότι το Κράτος είχε κατασκευάσει 9.000 κατοικίες ειδικά για τους πρόσφυγες.

Ως το τέλος του 1929 η Ε.Α.Π. είχε κτίσει 27.000 περίπου κατοικίες σε 125 νέους συνοικισμούς χωρίς να έχει λυθεί το πρόβλημα της άθλιας διαβίωσης σε αυτοσχέδιες τσίγγινες παράγκες 30.000 περίπου προσφυγικών οικογενειών.

Στα υλικά προβλήματα που δημιουργούσε η ζωή για τους νεοφερμένους πρέπει να προστεθούν και οι δυσκολίες συμβίωσης και συναγωνισμού με τους αυτόχθονες, οι οποίοι άργησαν να αναπτύξουν δεξιότητες, τις οποίες αγνοούσαν πριν έλθουν οι αδελφοί Μικρασιάτες. Η πραγματική κοινωνική ομοιογένεια μεταξύ των δύο αδελφών κόσμων πραγματοποιήθηκε στη δεύτερη, για να μην πούμε και στην τρίτη, γενιά των φωτισμένων ελληνορθοδόξων Ελλήνων Μικρασιατών.

Η Δ´ Εθνοσυνέλευση, που άρχισε τον Δεκέμβριο του 1923, είναι εκείνη που ψήφισε την Αβασίλευτη Δημοκρατία. Τον Ιανουάριο του 1924 ο αρχηγός της Επαναστατικής Κυβέρνησης του 1922 Νικόλαος Πλαστήρας παρέδωσε την εξουσία στους αντιπροσώπους του Λαού.

Οι συνεδριάσεις της Δ´ Εθνοσυνέλευσης ασχολήθηκαν κυρίως με το προσφυγικό: απόκτηση ιθαγένειας, διάθεση αστικών κτημάτων ανηκόντων εις ανταλλασσόμενους Μουσουλμάνους, εγγραφή στους εκλογικούς καταλόγους των εκ Τουρκίας προσφύγων, περί παραχωρήσεως γηπέδου του Δημοσίου επί της πειραϊκής χερσονήσου, διορισμός των δικηγόρων, των εκ Βουλγαρίας ομογενών πτυχιούχων Νομικής κ.ά.

Από τον Ιούλιο του 1924 έως τον Ιούνιο του 1925 ψηφίστηκαν περίπου 10 Νομοσχέδια για την κύρωση συμβάσεων μεταξύ του ελληνικού Δημοσίου και της Εθνικής Τράπεζας για τη χορήγηση δανείων και για τη χρηματοδότηση απαλλοτριώσεων αγροτικών και αστικών κτημάτων.

Τον Νοέμβριο του 1924 έγινε λόγος για θλιβερότατες συρράξεις μεταξύ προσφύγων και εντοπίων.

Στις 11 Απριλίου 1925 ο πληρεξούσιος των προσφύγων Α. Ιασωνίδης δήλωσε στη Συνέλευση ότι θεωρούσε την μέχρι τότε πολιτική της Κυβερνήσεως ανεπαρκή για την εξυπηρέτηση των προσφυγικών ζητημάτων. Αυτό το θέμα απασχόλησε τη Βουλή μέχρι το τέλος του Μαΐου του 1925.

Εκκλησία Online

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.