Καθηγητής Πέτρος Βασιλειάδης-Οι χριστιανοί τη φετινή χρονιά, περισσότερο από κάθε άλλη αυτής της γενιάς, χρειάζεται να προβληματιστούν για το βαθύτερο νόημα της Αναστάσεως του Χριστού και τις συνέπειές της για το ανθρώπινο γένος, αλλά και το κοινό εορτασμό του Πάσχα. Έχοντας την εμπειρία πέραν των τριών εκατομμυρίων θυμάτων της πανδημίας του κοροναϊού παγκοσμίως, μόνο μέσα από την κατανόηση της βαθύτερης σημασίας της Αναστάσεως μπορούν να επανακτήσουν την ελπίδα που πηγάζει από την Ανάσταση του Χριστού και την νίκη του επί του «θανάτου».

Το βαθύτερο μήνυμα της Αναστάσεως

Τι άραγε είναι αυτό που χαρακτηρίζει την εορτή της Αναστάσεως του Χριστού στην Ορθόδοξη παράδοση ως «Λαμπρή»; Και τι κάνει τους πιστούς να αναφωνούν, μαζί με τον Άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό: «Ἀναστάσεως ἡμέρα λαμπρυνθῶμεν λαοί, Πάσχα Κυρίου, Πάσχα· ἐκ γὰρ θανάτου πρὸς ζωήν, καὶ ἐκ γῆς πρὸς οὐρανόν, Χριστὸς ὁ Θεός, ἡμᾶς διεβίβασεν, ἐπινίκιον ᾄδοντας» (Καταβασία του Πάσχα);

Ασφαλώς, η πεποίθηση των απανταχού της γης Ορθοδόξων, αλλά και όλων των χριστιανών, ότι καταργήθηκε ο φόβος του θανάτου: «Χριστὸς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν, θανάτῳ θάνατον πατήσας καὶ τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι, ζωὴν χαρισάμενος», αναφωνεί θριαμβευτικά ένας από τους αρχαιότερους, μαζί με το «Φως ιλαρόν», ύμνους της χριστιανικής Εκκλησίας.

Το πραγματικό, βέβαια, γεγονός του θανάτου, αποτέλεσμα της πτώσεως του ανθρώπου, της ελεύθερης δηλαδή επιλογής του να παρακούσει τον Θεό και έτσι να διακόψει την κοινωνία μαζί του, δεν εξέλειπε. Ο θάνατος, ως ο έσχατος εχθρός του ανθρώπου, κατά τον Απόστολο Παύλο, θα καταργηθεί στα έσχατα, («ἔσχατος ἐχθρὸς καταργεῖται ὁ θάνατος», Α΄ Κορ 15,26). Με την πίστη στην Ανάσταση του Υιού και Λόγου του Θεού, όμως, οι πιστοί είναι πλέον σε θέση να βιώσουν την αυθεντική ζωή, το «περισσόν της ζωής» κατά τον ευαγγελιστή Ιωάννη (ἐγὼ ἦλθον ἵνα ζωὴν ἔχωσι καὶ περισσὸν ἔχωσιν, εγώ ήρθα για να έχουν ζωή, και μάλιστα ζωή περίσσια, Ιω 10,10). Μια τέτοια ζωή, χωρίς την καταλυτική επίδραση του διαβόλου, χάρισε με την ανάσταση του Χριστού στους ανθρώπους ο Θεός, «ὁ τὸν θάνατον καταπατήσας τὸν δὲ διάβολον καταργήσας» (η ορθή διατύπωση της ευχής της εξοδίου ακολουθίας).

Με τον θάνατό του, δηλαδή, ο Χριστός κατήργησε τον διάβολο, που μέχρι τότε εξουσίαζε τον θάνατο, και απάλλαξε τον άνθρωπο, που για όλη του τη ζωή ήταν υποκείμενο δουλείας εξ αιτίας ακριβώς του φόβου του θανάτου. Όπως πολύ χαρακτηριστικά αναφέρει η προς Εβραίους επιστολή: «ἵνα διὰ τοῦ θανάτου καταργήσῃ τὸν τὸ κράτος ἔχοντα τοῦ θανάτου, τοῦτ᾿ ἔστι τὸν διάβολον, καὶ ἀπαλλάξῃ τούτους, ὅσοι φόβῳ θανάτου διὰ παντὸς τοῦ ζῆν ἔνοχοι ἦσαν δουλείας» (για να καταργήσει με το θάνατό του αυτόν που εξουσίαζε το θάνατο, δηλαδή το διάβολο. Μ’ αυτόν τον τρόπο απελευθέρωσε όσους ο φόβος του θανάτου τούς είχε καταδικάσει να είναι δούλοι σ’ όλη τους τη ζωή, Εβρ. 2, 14-15. Πρβλ. και το «λύσας τὰς ὠδῖνας τοῦ θανάτου…οὐκ ἐγκαταλείψεις τὴν ψυχήν μου εἰς Ἅδου», του βιβλίου των Πράξεων των Αποστόλων, 2,24 και 27).

Η πεποίθηση αυτή διασώθηκε αναλλοίωτη στην μακραίωνη παράδοση της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, όπου το Πάσχα, το γεγονός δηλαδή της Αναστάσεως, εκτός του ότι δυναμικά αναπαρίσταται κάθε Κυριακή, ιδιαίτερα κατά την ακολουθία του Όρθρου, εορτάζεται κατ’ έτος με μεγαλύτερη λαμπρότητα από ό,τι παραδοσιακά στον Δυτικό κόσμου, στον οποίο κυρίαρχη εορτή είναι αυτής της Γεννήσεως του Σωτήρος. Υπάρχουν και άλλα στοιχεία που διαφοροποιούν την Ανατολική χριστιανοσύνη από την Δυτική στην θεολογική και καθημερινή συνείδηση των πιστών, όπως για παράδειγμα η «εσχατολογική» – και κατ’ επέκταση δοξολογική – διάσταση της χριστιανικής αυτοσυνειδησίας, σε αντίθεση με την «ιστορική» – και κατ’ επέκταση περισσότερο ηθική και ιεραποστολική – πρακτική των χριστιανών αδελφών μας στον δυτικό κόσμο. Η Ανάσταση όμως παραμένει το κυρίαρχο στοιχείο που σηματοδοτεί την Ορθόδοξη χριστιανική αυτοσυνειδησία, όπως αντίθετα, μέχρι και πολύ πρόσφατα, το γεγονός του Σταυρού ήταν εκείνο που κυριαρχούσε στον Δυτικό κόσμο.

Οι βιβλικές απαρχές της θεολογίας της Αναστάσεως

Ο πρώτος θεολόγος, που ανέπτυξε και καθιέρωσε την καθοριστική σημασία του γεγονότος της Αναστάσεως του Χριστού, ήταν μεγάλος Απόστολος των εθνών Παύλος. Στο πρώτο του, και για πολλούς αρχαιότερο, γραπτό χριστιανικό κείμενο, την Α΄ προς Θεσσαλονικείς επιστολή του, ο Παύλος για πρώτη φορά αναφέρεται στην σημασία της Αναστάσεως για το μέλλον των χριστιανών: «εἰ γὰρ πιστεύομεν ὅτι ᾿Ιησοῦς ἀπέθανε καὶ ἀνέστη, οὕτω καὶ ὁ Θεὸς τοὺς κοιμηθέντας διὰ τοῦ ᾿Ιησοῦ ἄξει σὺν αὐτῷ» (αν πιστεύουμε ότι ο Ιησούς πέθανε και αναστήθηκε, έτσι και αυτούς που πέθαναν πιστεύοντας στον Ιησού, ο Θεός θα τους αναστήσει για να ζήσουν μαζί του, 4,14). Με άλλα λόγια, η πίστη στην Ανάσταση του Χριστού οδηγεί με βεβαιότητα στην συμμετοχή των πιστών στην εσχατολογική Βασιλεία του Θεού, κατάσταση απείρως ενδοξότερη και από αυτήν του Παραδείσου. Γι’ αυτό και μετά την παράθεση ενός αποκαλυπτικού χαρακτήρα κειμένου, χρησιμοποιώντας δηλαδή γλώσσα πλήρως κατανοητή από τους αναγνώστες του, κατακλείει την επιχειρηματολογία του με την φράση: «καὶ οὕτω πάντοτε σὺν Κυρίῳ ἐσόμεθα» (κι έτσι θα είμαστε για πάντα μαζί με τον Κύριό μας, 4,17).

Λίγα χρόνια αργότερα, απευθυνόμενος προς την κοινότητα της Κορίνθου, ο Παύλος θα αναπτύξει εκτενέστερα την περί αναστάσεως των νεκρών διδασκαλία του: στο 15ο κεφ. της Α’ προς Κορινθίους επιστολής του, η οποία έμελλε να προσδιορίσει καταλυτικά και την χριστιανική πίστη. Στην επιστολή αυτή διασώζεται και η γνωστή ρήση του αποστόλου: «εἰ δὲ Χριστὸς οὐκ ἐγήγερται, ματαία ἡ πίστις ὑμῶν» (15,17). Για τον Παύλο η ανάσταση του Χριστού δεν ήταν μεμονωμένο γεγονός του παρελθόντος, μια θαυμαστή παρέμβαση του Θεού στην κτιστή δημιουργία, με την οποία ανατράπηκε άπαξ ο φόβος και η κυριαρχία του θανάτου, αλλά η απαρχή της σωτηρίας της ανθρωπότητας, η οποία ασφαλώς θα ολοκληρωθεί στα έσχατα.

Στο κεφάλαιο αυτό ο απόστολος επικαλείται το κήρυγμα της πρώτης εκκλησίας για τον σταυρό, την ανάσταση και τις εμφανίσεις του αναστημένου Χριστού, όπως αυτό παραδόθηκε από τους αυτόπτες μάρτυρες, γυναίκες και άνδρες αποστόλους του Ιησού, και καταγράφτηκε στις πρωτοχριστιανικές πηγές (15,3εξ). Ένας από τους βασικούς λόγους της εκτενούς ανάπτυξης στην επιστολή αυτή της περί αναστάσεως χριστιανικής δικασκαλίας ήταν και η πεποίθηση ορισμένων χριστιανών της Κορίνθου, ότι δεν υπάρχει ανάσταση των νεκρών («λέγουσί τινες ἐν ὑμῖν ὅτι ἀνάστασις νεκρῶν οὐκ ἔστιν», 15,12). Η πεποίθηση αυτή πιθανώς να οφείλετο σε παρερμηνεία πολλών παραδόσεων της αρχέγονης ευαγγελικής και λοιπής καινοδιαθηκικής, αλλά και εξωβιβλικής χριστιανικής γραμματείας (όπως π.χ. της «Πηγής των Λογίων [Q], της αρχαιότερης πηγής της Συνοπτικής Ευαγγελικής Παραδόσεως, της Επιστολής του Ιακώβου, του απόκρυφου Ευαγγελίου του Θωμά κλπ.), που είχαν ως κέντρου της διδασκαλίας τους όχι τον Σταυρό και την Ανάσταση του Χριστού, αλλά την εσχατολογική, ηθική και προφητική διδασκαλία του Ιστορικού Ιησού.

Ο απόστολος, λοιπόν, ξεκαθαρίζει, ότι η ανάσταση του Χριστού καθιστά βέβαιη και την ανάσταση των νεκρών. Χρησιμοποιεί για τον σκοπό αυτό δύο θεολογικά σχήματα. Και πρώτα-πρώτα το σχήμα Αδάμ–Χριστός, πρώτος άνθρωπος, δεύτερος άνθρωπος: «ἐπειδὴ γὰρ δι᾿ ἀνθρώπου ὁ θάνατος, καὶ δι᾿ ἀνθρώπου ἀνάστασις νεκρῶν. ὥσπερ γὰρ ἐν τῷ ᾿Αδὰμ πάντες ἀποθνήσκουσιν, οὕτω καὶ ἐν τῷ Χριστῷ πάντες ζωοποιηθήσονται» (όπως ο θάνατος ήρθε στον κόσμο από έναν άνθρωπο, έτσι από έναν άνθρωπο ήρθε και η ανάσταση των νεκρών. Όπως πεθαίνουν όλοι εξαιτίας της συγγένειας με τον Αδάμ, έτσι, χάρη στη συγγένεια με τον Χριστό όλοι θα ξαναπάρουν ζωή, 15,21-22).

Το δεύτερο σχήμα είναι: ψυχικό-πνευματικό σώμα, δηλαδή το φυσικό, γήινο, αυτής της ζωής, και το πνευματικό, της μετά θάνατον. Περιγράφει, λοιπόν, πώς θα γίνει κατά την ανάσταση των νεκρών η αλλαγή του παλιού σώματος με το νέο σώμα: «οὕτω καὶ ἡ ἀνάστασις τῶν νεκρῶν: σπείρεται ἐν φθορᾷ, ἐγείρεται ἐν ἀφθαρσίᾳ· σπείρεται ἐν ἀτιμίᾳ, ἐγείρεται ἐν δόξῃ· σπείρεται ἐν ἀσθενείᾳ, ἐγείρεται ἐν δυνάμει· σπείρεται σῶμα ψυχικόν, ἐγείρεται σῶμα πνευματικόν. ἔστι σῶμα ψυχικόν, καὶ ἔστι σῶμα πνευματικόν» (το ίδιο θα συμβεί και με την ανάσταση των νεκρών: Όταν το σώμα σαν το σπόρο μπαίνει στη γη, είναι φθαρτό· θα αναστηθεί όμως άφθαρτο. Θάβεται άδοξο, θα αναστηθεί όμως ένδοξο· ενταφιάζεται ανίσχυρο, θα αναστηθεί όμως δυνατό. Ενταφιάζεται σώμα που ήταν εμψυχωμένο από ζωϊκή φυσική δύναμη, θα αναστηθεί όμως ζωοποιημένο από το Πνεύμα του Θεού. Όπως υπάρχει φυσικό σώμα, υπάρχει και πνευματικό, 15,42-44).

Τέλος, περιγράφει τη μελλοντική ανάσταση των νεκρών, χρησιμποιώντας, όπως και στην Α΄ προς Θεσσαλονικείς επιστολή του, τα γνωστά αποκαλυπτικά μοτίβα της Παλαιάς Διαθήκης και της μεσοδιαθηκικής γραμματείας, της σάλπιγγας δηλαδή που θα ηχήσει κατά τους έσχατους χρόνους. Αυτό είναι το πραγματικό «μυστήριο» της εν Χριστώ αθανασίας: «ἰδοὺ μυστήριον ὑμῖν λέγω· πάντες μὲν οὐ κοιμηθησόμεθα, πάντες δὲ ἀλλαγησόμεθα, ἐν ἀτόμῳ, ἐν ῥιπῇ ὀφθαλμοῦ, ἐν τῇ ἐσχάτῃ σάλπιγγι· σαλπίσει γάρ, καὶ οἱ νεκροὶ ἐγερθήσονται ἄφθαρτοι, καὶ ἡμεῖς ἀλλαγησόμεθα. δεῖ γὰρ τὸ φθαρτὸν τοῦτο ἐνδύσασθαι ἀφθαρσίαν καὶ τὸ θνητὸν τοῦτο ἐνδύσασθαι ἀθανασίαν» (θα σας αποκαλύψω ένα μυστήριο: δε θα πεθάνουμε όλοι· θα μεταμορφωθούμε όμως όλοι, σε μια στιγμή, όσο θέλει το μάτι για ν’ ανοιγοκλείσει, όταν ηχήσει η σάλπιγγα των έσχατων καιρών. Θ’ ακουστεί ο ήχος της σάλπιγγας, κι αμέσως οι νεκροί θα επιστρέψουν στη ζωή άφθαρτοι, κι εμείς οι ζωντανοί θ’ αλλάξουμε το παλιό με ένα νέο σώμα. Πρέπει αυτό που είναι φθαρτό να μεταμορφωθεί σε άφθαρτο, κι αυτό που είναι θνητό να γίνει αθάνατο, 15,51-53). Για να καταλήξει αναφωνώντας θριαμβευτικά, με τον τρόπο δηλαδή που οι Ορθόδοξοι γιορτάζουμε το γεγονός της Αναστάσεως: «ποῦ σου, θάνατε, τὸ κέντρον, ποῦ σου, ‘Αδη, τὸ νῖκος» (15, 55).

Η Ανάσταση, λοιπόν, του Χριστού ως «εορτή εορτών» και «πανήγυρις πανηγύρεων». είναι η θεμελιώδης αλήθεια και το απόλυτο γεγονός της χριστιανικής πίστεως. Συνιστά την πιο αποφασιστική απελευθέρωση της ανθρωπότητας από τον φόβο του θανάτου και την κυριαρχία του διαβόλου. Είναι η αρχή της νέας δημιουργίας και η διασφάλιση της σωτηρίας των ανθρώπων με την βεβαιότητα της πνευματικής αναστάσεως των νεκρών, έννοιας εντελώς διαφορετικής από εκείνην της ελληνικής φιλοσοφικής θεωρίας περί αθανασίας της ψυχής. Γι’ αυτό και στην ύστερη καινοδιαθηκική γραμματεία υποστηρίζεται ότι ο Χριστός κατά την ενσώματη ταφή και την Ανάστασή του «τοῖς ἐν φυλακῇ πνεύμασι πορευθεὶς ἐκήρυξεν» (κήρυξε στα πνεύματα που ήταν στη φυλακή του Άδη, Α΄Πε 3,19).

Η Βυζαντινή εικαστική αναπαράσταση της Αναστάσεως

Αυτός είναι και ο λόγος που στην βυζαντινή εικαστική παράδοση το γεγονός της Αναστάσεως απεικονίζεται με την «εις Άδου Κάθοδον», και αυτό το μοτίβο ως επί το πλείστον ακολουθείται σχεδόν καθολικά. Η εις Άδου Κάθοδος, εκτός του παραπάνω χωρίου της Α΄ Πέτρου, υπαινικτικά αναφέρεται και σε άλλο χωρίο της ίδιας επιστολής: «εἰς τοῦτο γὰρ καὶ νεκροῖς εὐηγγελίσθη» (γι’ αυτόν το λόγο άλλωστε ο Χριστός κήρυξε το χαρμόσυνο μήνυμά του και στους νεκρούς, 4,6), αλλά και στο βιβλίο των Πράξεων των Αποστόλων (2,24. 27-31). Για πολλούς ερευνητές κύρια φιλολογική πηγή θεωρείται το Απόκρυφο Ευαγγέλιο του Νικοδήμου, όπου περιέχεται και ο διάλογος ανάμεσα στον Άδη και τον διάβολο. Το απόκρυφο όμως αυτό ευαγγέλιο δεν κάνει τίποτε άλλο από μια μυθιστοριματική ερμηνευτική προέκταση της θεολογικής επιχειρηματολογίας του Αποστόλου Παύλου.

Το γεγονός της Αναστάσεως, με άλλα λόγια, δεν είναι απλώς ένα γεγονός τεράστιας ιστορικής σημασίας, αλλά βρίσκεται πάνω από την ιστορία, στην οποία δίνει νέο νόημα, προσανατολίζοντάς την προς ένα καινούργιο κόσμο ενότητας και κοινωνίας, μια καινούργια ζωή τελείως διαφορετική από την συμβατική, των διαιρέσεων, της φθοράς, του πόνου και του θανάτου.

Αυτήν ακριβώς την παγκοσμιότητα της σωτηρίας ακολούθησε προ λίγων ετών η πρωτοβουλία της Διακοινοβουλευτικής Συνέλευσης της Ορθοδοξίας (ΔΣΟ), τόσο στην επιλογή του θέματος της Αναστάσεως σε διαγωνισμό που οργάνωσε, όσο και στην διεύρυνσή του με τη συμμετοχή, όπως και σε άλλες περιπτώσεις, και των Αρχαίων Ανατολικών Εκκληιών, υπογραμμίζει τον παγκόσμιο και οικουμενικό χαρακτήρα της Αναστάσεως του Χριστού και της Ορθοδοξίας. Εξ’ ού και η σύγχρονη μαρτυρία και επιδίωξη της Ορθοδοξίας «ἵνα πάντες ἓν ὦσι» (Ιω 17,21) κατά την επιταγή του Χριστού, αλλά και το διαρκές προσευχητικό της αίτημα κατά τις λειτουργικές συνάξεις των απανταχού της γης Ορθοδόξων «ὑπέρ τῆς τῶν πάντων ἐνώσεως», αφού ο απώτερος στόχος της θείας οικονομίας, κατά τον απόστολο των εθνών, και βασική χριστιανική διδασκαλία είναι η ένωση των πάντων, «ἵνα ᾖ ὁ Θεὸς τὰ πάντα ἐν πᾶσιν» (Α΄ Κορ 15,28).

Οι συνέπειες της θεολογίας της Αναστάσεως για έναν κοινό εορτασμό του Πάσχα

Την παγκοσμιότητα του γεγονότος της Αναστάσεως και της απελευθέρωσης των ανθρώπων εξυπηρετεί και ο αγώνας του Οικουμενικού Πατριαρχείου ένα και πλέον αιώνα τώρα για έναν κοινό εορτασμό του Πάσχα. Σε μια διαδικτυακή, διομολογιακή και διεπιστημονική, εκδήλωση, την οποίαν οργάνωσε το CEMES την Κυριακή 4 Απριλίου, συγκυριακά ημέρα εορτασμού του Πάσχα από του χριστιανούς της Δύσεως, και – με αρκετά συμβολικό τρόπο – Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως των Ορθοδόξων, θεολόγοι και φυσικοί επιστήμονες προβληματίστηκαν, εάν τελικά είναι σύμφωνος με την Ορθόδοξη παράδοση, και συγκεκριμένα με τις αποφάσεις της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου της Νίκαιας (της “Αγίας και Μεγάλης” κατά την παράδοση), ο φετινός Ορθόδοξος απανταχού της γης εορτασμός του Πάσχα, ένα δηλαδή μήνα μετά από το Πάσχα των χριστιανών της Δύσεως. Και το κυριότερο, αν είναι κανονικά νόμιμος ο διαφορετικός εορτασμός από του χριστιανούς του Πάσχα.

Στην συνάντηση μετείχαν βιβλικοί θεολόγοι, καθηγητές της κοινωνιολογίας της θρησκείας, θεολόγοι και φυσικοί καθηγητές, ομότιμοι καθηγητές ξένων πανεπιστήμιων, θρησκειολόγοι, ένας Αρχιεπίσκοπος των Καθολικών και ομότιμος καθηγητής, και πανεπιστημιακοί καθηγητές του Φυσικού Τμήματος του ΑΠΘ. Παράλληλα, και με αφορμή την κοινή επιθυμία των Προκαθημένων της Καθολικής Εκκλησίας, Πάπα Φραγκίσκου, και της Ορθόδοξης Εκκλησίας, Οικουμενικού Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, κ.κ. Βαρθολομαίου, να εορταστεί από κοινού το Πάσχα στη Νίκαια της Βιθυνίας το 2025, την 1700ή δηλαδή επέτειο της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου, που εκείνη την χρονιά συμπίπτει ο εορτασμός του Πάσχα κατά το Ιουλιανό και το Γρηγοριανό ημερολόγιο, διερωτήθηκαν για τους λόγους και τα αίτια που δεν ευοδώθηκαν μέχρι σήμερα οι προσπάθειες του Οικουμενικού Πατριαρχείου, έναν αιώνα δηλαδή από την ιστορική πατριαρχική και συνοδική εγκύκλιο του 1920 «προς τας απανταχού Εκκλησίας του Χριστού» για κοινό εορτασμό του Πάσχα.

Αξίζει μάλιστα να σημειωθεί η περίπτωση του Μιλούτιν Μιλάνκοβιτς, διαπρεπούς Ορθόδοξου Σέρβου θετικού επιστήμονα, στην Πανορθόδοξη Σύνοδο που ακολούθησε το 1923, ο οποίος εισηγήθηκε ένα ακριβέστερο του Γρηγοριανού αναθεωρημένο Ιουλιανό Ημερολόγιο, το οποίο υιοθέτησαν όσες Εκκλησίας αποφάσισαν αλλαγή του ημερολογίου. Κι αυτό, για να μετριαστούν οι εσωτερικές αντιδράσεις των ακραίων συντηρητικών κύκλων, που προτιμούσαν να ακολουθούν ένα ημερολόγιο που φέρει το όνομα ειδωλολάτρη αυτοκράτορα (Ιουλιανό), και όχι ενός χριστιανού πάπα (Γρηγορίου)! Βέβαια, η πρόταση αυτή, ιδανική μέχρι σήμερα για τις ακίνητες εορτές του χριστιανισμού (Χριστούγεννα, Θεοφάνεια κλπ), τελικά δημιούργησε τα προβλήματα που φέτος είναι περισσότερο από οφθαλμοφανή, και επί πλέον ούτε και η δική του Σερβική Εκκλησία υιοθέτησε.

Οι πρόσφατες αντιδράσεις που προκάλεσε δημοσίευμα του Αρχιεπισκόπου Τελμησσού, του Οικουμενικού Πατριαρχείου, και μόνιμου αντιπροσώπου του στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών, Ιώβ (Getcha) για το όραμα ενός κοινού εορτασμού στη Νίκαια για τα 1700 χρόνια από την σύγκληση της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου της ενιαίας Εκκλησίας του Χριστού, αναπόφευκτα οδήγησε και στο ερώτημα: Οι χριστιανοί της Δύσεως ή οι Ορθόδοξοι της Ανατολής είναι πιο κοντά στην απόφαση και το πνεύμα της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου, όπως κατά καιρούς προβληματίστηκαν πολλοί Ορθόδοξοι ακαδημαϊκοί θεολόγοι, προσπαθώντας παράλληλα να εξηγήσουν γιατί οι Ορθόδοξοι εορτάζουν το Πάσχα σε διαφορετική ημερομηνία από τους άλλους χριστιανούς.

Στο σημείο αυτό αξίζει να σημειώσουμε την πρακτική/ποιμαντική, αλλά και ουσιαστικά οικουμενική, απόφαση των Καθολικών, αλλά και των Ευαγγελικών, στη χώρα μας να συνεορτάζουν το Πάσχα όχι με τους ομοδόξους τους σε όλο τον κόσμο, αλλά από κοινού με τους Ορθοδόξους.

Το συμπέρασμα των τοποθετήσεων των συνομιλητών της πιο πάνω επιστημονικής εκδήλωσης ήταν, ότι η παρανόηση ορισμένων Ορθόδοξων, πως η αιτία διαφορετικού εορτασμού του Πάσχα οφείλεται στο ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία ακολουθεί τους κανόνες για τον υπολογισμό της ημερομηνίας του Πάσχα που αποφάσισε η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος της Νίκαιας το 325 μ.Χ., περιμένοντας δηλαδή να εορτάσουν το Πάσχα οι Εβραίοι πριν εορτασθεί το Ορθόδοξο Πάσχα, δεν είναι επαρκώς τεκμηριωμένη. Κυρίως, διότι δεν ευσταθεί η αιτιολογία πως το χριστιανικό Πάσχα δεν πρέπει με κανένα τρόπο να συνδέεται με το Ιουδαϊκό Πάσχα (Πεσάχ, Passover κλπ)! Κάτι, όμως, που προήλθε από παρερμηνεία μεταγενέστερων ιερών κανόνων (του α΄ της Αντιοχείας και του ζ΄ των Αγίων Αποστόλων), οι οποίοι στην ουσία απαγορεύουν συνεορτασμό τη ίδια μέρα με τους Ιουδαίους, και όχι σύνδεση με το εβραϊκό Πάσχα, πράγμα, αφού τόσο οι Ευαγγελικές μαρτυρίες (Συνοπτικών και κατά Ιωάννη), όσο και η ίδια η Α΄ Οικουμενική, ακριβώς το αντίθετο υποστηρίζουν.

Η σύνοδος της Νίκαιας λύνοντας τα πρακτικά προβλήματα των διαφορετικών εορταστών μεταξύ των χριστιανικών κοινοτήτων στις αρχές του Δ΄ μ.Χ. αι. (Συρίας, Κιλικίας, Μεσοποταμίας), θέσπισε ότι ο Πάσχα απλώς δεν θα συνεορτάζεται με το εβραϊκό Πάσχα, την ίδια δηλαδή ημέρα με την εαρινή πανσέληνο, την 14η/15η δηλαδή του εβραϊκού Νισάν. Αντίθετα, αποφασίζοντας για τον εορτασμό του Πάσχα την πρώτη Κυριακή μετά την πανσέληνο της εαρινής ισημερίας, το συνέδεε για πάντα με το Εβραϊκό Πάσχα, χωρίς βέβαια και να το ταυτίζει. Και το κυριότερο, αποφάνθηκε να εορτάζεται ανεξάρτητα από τα διάφορα ημερολόγια (σεληνιακά ως επί το πλείστον την εποχή εκείνη), αλλά με βάση αποκλειστικά τα αστρονομικά επιστημονικά δεδομένα (εαρινής ισημερίας και πανσελήνου). Γι’ αυτό και η Εκκλησία ανέθεσε στο Πατριάρχη της Αλεξάνδρειας, κορυφαίο κέντρο αστρονομίας στον αρχαίο κόσμο, να προσδιορίζει τον ακριβή χρόνο εορτασμού του Πάσχα, πράγμα που το 455 μ.Χ. αποδέχτηκε και ο δυναμικός Πάπας Ρώμης Λέων ο Μέγας, εκ των εισηγητών του παπικού πρωτείου, παρότι υπό πάντων αναγνωριζόταν ως πρώτος τη τάξει.

Η εαρινή ισημερία που χρησιμοποιείται σήμερα από την Ορθόδοξη Εκκλησία για τον υπολογισμό της Πάσχα δεν είναι η πραγματική αστρονομική ισημερία, ούτε η πανσέληνος που πρέπει να ακολουθήσει το Πάσχα (σύμφωνα με την απόφαση της Νίκαιας) με την πραγματική, αστρονομική πανσέληνο. Με απλά λόγια, το καλύτερο διαθέσιμο ημερολόγιο και η καλύτερη διαθέσιμη επιστήμη δεν χρησιμοποιούνται πλέον για τον υπολογισμό του Πάσχα. Κι αυτό οδηγεί τους Ορθόδοξους σε πασχάλιους υπολογισμούς, που συχνά δεν είναι συγχρονισμένοι με τα πραγματικά αστρονομικά δεδομένα (εαρινής ισημερίας και πανσελήνου), με αποτέλεσμα συχνά, όπως φέτος, το Πάσχα να εορτάζεται πολύ αργότερα την άνοιξη! Όπως υποστήριξαν οι φυσικοί επιστήμονες, φέτος καταστρατηγείται όχι μόνον το πνεύμα της συνόδου (κοινός εορτασμός), αλλά και οι ρυθμιστικές της αποφάσεις (εαρινή ισημερία, πρώτη και όχι …πέμπτη Κυριακή, και πρώτη και όχι δεύτερη πανσέληνος).

Φέτος η διαφορά είναι ένας ολόκληρος μήνας. Το Δυτικό Πάσχα υπολογίστηκε να εορτάζεται την 4η Απριλίου, ενώ το Ορθόδοξο Πάσχα ένα μήνα μετά (με βάση το Ιουλιανό ημερολόγιο στις 2 Μαΐου). Κι αυτό, όπως επιβεβαίωσαν οι φυσικοί επιστήμονες, παρά το γεγονός ότι σήμερα οι επιστημονικές μέθοδοι έχουν προχωρήσει σημαντικά, ώστε να γνωρίζουμε αξιόπιστα τις ημερομηνίες της εαρινής ισημερίας και της πανσελήνου για κάθε δεδομένο έτος. Αντίθετα, η Ορθόδοξη Εκκλησία επιμένει να χρησιμοποιεί έναν σύνθετο μαθηματικό τύπο για τον υπολογισμό του Πάσχα χρησιμοποιώντας το πιο ανακριβές ημερολόγιο (επί του παρόντος 13 ημέρες πίσω από το Γρηγοριανό, και στην ουσία, με βάση τα ακριβή αστρολογικά δεδομένα, 14 μέρες) και έναν αναξιόπιστο μαθηματικά αλγόριθμο για τον υπολογισμό προσέγγισης της πανσελήνου, βάσει ενός απηρχαιωμένου σεληνιακού κύκλου 19 ετών (τον Μετώνειο κύκλο).

Το Οικουμενικό Πατριαρχείο έθεσε το 1920 επί τάπητος το αίτημα όλες οι Εκκλησίες να χρησιμοποιούν ένα κοινό ημερολόγιο, ώστε οι χριστιανοί σε Ανατολή και Δύση να εορτάζουν τις μεγάλες χριστιανικές γιορτές από κοινού. Ωστόσο, οι διχαστικές αντιδράσεις κατά της υιοθέτησης ενός νέου ημερολογίου και νέου υπολογισμού του Πάσχα κατέληξαν σε συμβιβασμό, που επέτρεψε στις αυτοκέφαλες Ορθόδοξες Εκκλησίες να επιλέξουν είτε το Παλαιό Ημερολόγιο (Ιουλιανό) είτε το Νέο (Γρηγοριανό) για τη ρύθμιση του εκκλησιαστικού έτους, αλλά διατήρησε το Παλαιό Ιουλιανό Ημερολόγιο και τους επιστημονικούς υπολογισμούς που βασίζονται σε αυτόν για τον προσδιορισμό των ημερομηνιών του Πάσχα, που όπως αναφέραμε δημιούργησε αν μη τι άλλο θέματα πλήρους αναξιοπιστίας της Ορθόδοξης Εκκλησίας μας.

Το ζήτημα επιλήφθηκαν σχετικά πρόσφατα από κοινού το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών και το Συμβούλιο των Εκκλησιών της Μέσης Ανατολής, το 1997, που με τη σύμφωνη γνώμη και στήριξη της Αγίας Έδρας και του Οικουμενικού Πατριαρχείου, οργάνωσαν Οικουμενική Συνδιάσκεψη στο Χαλέπι της Συρίας με αποκλειστικό θέμα τον κοινό εορτασμό του Πάσχα. Είχαν βέβαια προηγηθεί, εκτός της Πανορθόδοξης Συνόδου του 1923, και η οικουμενική συνδιάσκεψη του Chambésy, το 1970, που έθετε ως βασική προτεραιότητα τη θρησκευτική έννοια της εορτής του Πάσχα και την χριστιανική ενότητα, αλλά και η προπαρασκευαστική της Πανορθοδόξου Αγίας και Μεγάλης Συνόδου, το 1977, με τη συμμετοχή και κορυφαίων Ορθοδόξων θετικών επιστημόνων.

Η πρόταση της συνδιάσκεψης του Χαλεπίου ήταν η διατήρηση της οικουμενικής απόφασης της Νίκαιας, ότι δηλαδή το Πάσχα θα έπρεπε να εορτάζεται την Κυριακή μετά την πρώτη εαρινή πανσέληνο. Παράλληλα, για τον υπολογισμό των αστρονομικών δεδομένων (εαρινή ισημερία και πανσέληνος) θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα πιο ακριβή επιστημονικά δεδομένα. Τέλος, για πρώτη φορά προτείνεται για τον προσδιορισμό της εαρινής πανσελήνου να ληφθεί ως βάση ο μεσημβρινός της Ιερουσαλήμ, του τόπου δηλαδή του σταυρικού θανάτου και της αναστάσεως του Χριστού.

Πιο ουσιαστική εντούτοις ήταν η θεολογική τεκμηρίωση της συμβιβαστικής (χωρίς την χρήση ούτε του ιουλιανού ούτε του γρηγοριανού ημερολογίου, αλλά ενός τρίτου επιστημονικού, ακριβέστερου και από το γρηγοριανό) και οικουμενικής αυτής πρότασης, που επεξεργάστηκαν από κοινού και οι τρείς μεγάλες οικογένειες της χριστιανικής πίστεως. Πρώτον, η Εκκλησία δεν θα πρέπει να λησμονεί την προέλευσή της, συμπεριλαμβανομένου και του στενού δεσμού μεταξύ του βιβλικού (εβραϊκού) Πάσχα και του πάθους και της αναστάσεως του Χριστού. Ενός συνδέσμου δηλαδή που αντανακλά τη συνολική πορεία της ιστορίας της σωτηρίας, δηλαδή της θείας οικονομίας. Κατά την εκτίμηση της συνδιάσκεψης, μια καθορισμένη ημερομηνία (ακίνητη δηλαδή εορτή, όπως κατά καιρούς προτάθηκε) θα αποδυνάμωνε αυτόν τον σύνδεσμο, εξαλείφοντας οποιαδήποτε αναφορά στα βιβλικά πρότυπα για τον υπολογισμό του Πάσχα.

Και δεύτερον, δεν θα πρέπει να αγνοείται η κοσμική διάσταση του χριστιανικού Πάσχα. Μέσω της αναστάσεως του Χριστού, ο ήλιος, η σελήνη και όλα τα κοσμικά στοιχεία αποκαθίστανται στην αρχική τους ακεραιότητα προκειμένου να δηλώνουν τη δόξα του Θεού (πρβλ. «οι ουρανοί διηγούνται δόξαν Θεού, ποίησιν δε χειρών αυτού αναγγέλλει το στερέωμα», Ψαλμ. 18:1, και «αινείται αυτόν ήλιος και σελήνη, αινείται αυτόν πάντα τα άστρα και το φως» Ψαλμ. 148:3), ενώ παράλληλα αποκαλύπτεται και η στενή σχέση ανάμεσα στη δημιουργία και την αναδημιουργία, την ενανθρώπιση δηλαδή και την απολύτρωση, ως αδιαχώριστων πτυχών της αποκάλυψης του Θεού.

Δυστυχώς οι σκέψεις αυτές και οι συστάσεις προς τις εκκλησίες και χριστιανικές κοινότητες να επεξεργαστούν περαιτέρω τα πορίσματα της συνδιάσκεψης του Χαλεπίου δεν εισακούστηκαν μέχρι σήμερα. Και για μας τους Ορθοδόξους, με επιμονή των αυτοκεφάλων εκκλησιών που ακολουθούν και στις ακίνητες εορτές το ιουλιανό ημερολόγιο (κυρίως μέχρι και πρόσφατα της Ρωσσικής), αποσύρθηκε από την ημερήσια διάταξη της Πανορθοδόξου Συνόδου το θέμα του ημερολογίου.

Με επικείμενη, λοιπόν, σε 4 χρόνια, το 2025, την 1700ή επέτειο της συνόδου της Νίκαιας, η οποία προσδιόρισε – κατά τον Μ. Αθανάσιο όχι πρωταρχικά το θέμα της αίρεσης του Αρείου, όπως θα ανέμενε κανείς από το κατ’ εξοχήν πολέμιο του αρειανισμού, αλλά – τον κοινό εορτασμό του Πάσχα, είναι καιρός οι Ορθόδοξοι χριστιανοί να ακολουθήσουν την παρακαταθήκη του Οικουμενικού Πατριαρχείου και να αρχίσουν και πάλι να συζητούν αυτό το σημαντικό θέμα του υπολογισμού ενός κοινού εορτασμού του Πάσχα από όλους του χριστιανούς, πέρα από οποιεσδήποτε προκαταλήψεις και παρερμηνείες των ιστορικών και κανονικών δεδομένων. Ενός υπολογισμού που σύμφωνα με το πνεύμα της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου απαιτεί την χρήση ενός ακριβέστερου ημερολογίου, πέραν του Ιουλιανού (παλαιό) και Γρηγοριανού (εν χρήσει σήμερα από τις περισσότερες Ορθόδοξες Εκκλησίες για τις ακίνητες εορτές), καθώς και ακριβέστερων επιστημονικών (αστρολογικών) υπολογισμών.

Η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος, άλλωστε, έχει θεσμοθετήσει σε ύψιστο δογματικό επίπεδο, ότι «διά τήν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν, ἡ ἱκανότης πρός ἐπιστημονικήν ἔρευναν τοῦ κόσμου ἀποτελεῖ θεόσδοτον δῶρον εἰς τόν ἄνθρωπον» (Η Αποστολή, παρ.11). Στο δε Μήνυμά της (παρ. 7) urbi et orbi διαβεβαίωσε ότι «ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀποφεύγει τήν κηδεμονία τῆς ἐπιστημονικῆς ἀναζητήσεως καί δέν λαμβάνει θέση πάνω σέ κάθε ἐπιστημονικό ἐρώτημα. Εὐχαριστεῖ τόν Θεό πού δωρίζει στούς ἐπιστήμονες τό χάρισμα νά ἀποκαλύπτουν ἄγνωστες πτυχές τῆς θείας Δημιουργίας. Ἡ σύγχρονη ἀνάπτυξη τῶν θετικῶν ἐπιστημῶν καί τῆς τεχνολογίας ἐπιφέρει ριζικές ἀλλαγές στή ζωή μας. Προσφέρει σημαντικές εὐεργεσίες ὅπως εἶναι ἡ διευκόλυνση τοῦ καθημερινοῦ βίου».

Συμπερασματικά

Η Ανάσταση του Χριστού ως «εορτή εορτών» και «πανήγυρις πανηγύρεων». συνιστά την πλέον αποφασιστική απελευθέρωση της ανθρωπότητας από τον φόβο του θανάτου και την κυριαρχία του διαβόλου. Είναι η αρχή της νέας δημιουργίας και η διασφάλιση της παγκοσμιότητας της σωτηρίας των ανθρώπων με την βεβαιότητα της πνευματικής αναστάσεως των νεκρών. Ορθά λοιπόν η Εκκλησία, για να διαφυλάξει την παγκοσμιότητα της σωτήριας και απελευθέρωσης των ανθρώπων από τον φόβο του θανάτου, επέβαλε κοινό εορτασμό του Πάσχα, κι έτσι καθιέρωσε το «Ορθόδοξο» (ομολογιακά και ουσιαστικά) Πάσχα να εορτάζεται την πρώτη Κυριακή μετά την – αστρολογικά/επιστημονικά αποδεδειγμένα – πρώτη πανσέληνο, μετά την εαρινή ισημερία.

Εκκλησία Online
Αποστολή
Αξιολόγηση επισκεπτών 0 (0 ψήφοι)

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.