Της Ελένης Χριστοδουλοπούλου-Η Oσία Θεοδώρα της Θεσσαλονίκης, γεννήθηκε περί το 812 στην Αίγινα. Η μητέρα της πέθανε μετά τον τοκετό. Ο πατέρας της εμπιστεύθηκε την κόρη του στη νονά της, η οποία ανέλαβε την ευθύνη να τη μεγαλώσει, και στη συνέχεια εκάρη μοναχός. Η Oσία Θεοδώρα μεγάλωσε μέσα σε χριστιανικό περιβάλλον και, όπως συνηθιζόταν τότε, ενώ ήταν ακόμη παιδί, αρραβωνιάστηκε με έναν από τους πλέον περιζήτητους νέους του νησιού.

Και ενώ όλα φαίνονταν να κυλάνε φυσιολογικά για τη νεαρή Θεοδώρα, κατά τη διάρκεια μιας επιδρομής Σαρακηνών πειρατών σφαγιάστηκε ο αδελφός της, με αποτέλεσμα να εγκαταλείψει μαζί με την οικογένειά της το νησί και να εγκατασταθεί στη Θεσσαλονίκη. Μόλις έφθασε στη «νόμιμο ηλικία» παντρεύτηκε και λίγο αργότερα έφερε στον κόσμο μια κόρη. Η Θεοδώρα απέκτησε και άλλα δύο παιδιά, τα οποία όμως πέθαναν όταν ήταν ακόμη βρέφη. Η Θεοδώρα, παρά τη θλίψη της, αποφάσισε μαζί με τον σύζυγό της να «αφιερώσουν» την εξάχρονη κόρη τους, Θεοπίστη, στον Κύριο. Η μικρή Θεοπίστη άρχισε τη μοναστική της ζωή στη Μονή του Άγιου Λουκά.

Η Θεοδώρα όταν απεβίωσε ο σύζυγός της, αποφάσισε να εγκαταλείψει τα εγκόσμια και ύστερα από αίτημά της έγινε δεκτή στη Μονή του Αγίου Στεφάνου, στο κέντρο της πόλης της Θεσσαλονίκης, στην οποία ηγουμένη ήταν μια συγγενής της, η Άννα, που είχε υποστεί βασανιστήρια την περίοδο της εικονομαχίας, ως υπέρμαχος της τιμής των εικόνων. Η Άννα στην αρχή ήταν επιφυλακτική, φοβούμενη ότι η Θεοδώρα θα υπαναχωρούσε και θα επέστρεφε στον κόσμο μετά τις πρώτες δοκιμασίες. Παρά τους αρχικούς δισταγμούς της, τελικά έκανε δεκτό το αίτημα της Θεοδώρας. Τη δέχθηκε στην αδελφότητα και την υπέβαλε σε πολλές και σκληρές δοκιμασίες για να διαπιστώσει το ακλόνητο της απόφασής της.

Και δεν απογοητεύτηκε: Η Θεοδώρα από την πρώτη στιγμή που βρέθηκε στο μοναστήρι προσπάθησε να αποκτήσει όλες εκείνες τις αρετές που διέπουν τη ζωή των μοναχών. Γρήγορα διακρίθηκε για την πλήρη υπακοή της προς την ηγουμένη, αλλά και προς τις άλλες μοναχές, τις οποίες υπηρετούσε χωρίς την παραμικρή αντίρρηση, αναλαμβάνοντας τα «πιο ταπεινά διακονήματα». Όταν εκοιμήθη η ηγουμένη της Μονής του Αγίου Λουκά, η κόρης της, Θεοπίστη, εγκατέλειψε το μοναστήρι και έγινε δεκτή στη Μονή του Αγίου Στεφάνου. Εκεί μοιραζόταν το κελί με την «κατά σάρκα» μητέρα της. Όπως ήταν φυσικό, η Θεοδώρα φρόντιζε την κόρη της, γεγονός που ενόχλησε την ηγουμένη, η οποία τους απαγόρευσε κάθε συναναστροφή και κάθε συνομιλία. Επί δεκαπέντε χρόνια, η Θεοδώρα και η Θεοπίστη τηρούσαν πιστά την εντολή, παρά το γεγονός ότι εξακολουθούσαν να εγκαταβιώνουν στο ίδιο κελί, να εργάζονται και να τρώνε μαζί.

Η Θεοδώρα από την πρώτη στιγμή που βρέθηκε στο μοναστήρι προσπάθησε να αποκτήσει όλες εκείνες τις αρετές που διέπουν τη ζωή των μοναχών
Η κατάσταση αυτή άλλαξε πολύ αργότερα, όταν η Θεοδώρα αρρώστησε σοβαρά και η ηγουμένη, έπειτα από αίτημα των άλλων μοναχών, της επέτρεψε να συνομιλεί με την κόρη της. Μητέρα και κόρη διαπίστωσαν τότε ότι της συγγένειας υπερτερούσαν η αγάπη και ο αλληλοσεβασμός, όπως ακριβώς και με τις άλλες μοναχές της αδελφότητας.

Όταν η Θεοδώρα έφθασε σε ηλικία 56 ετών, η Θεοπίστη ορίσθηκε από τον Αρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης να διαδεχθεί στην ηγουμενία την Άννα, που πια ήταν πολύ ηλικιωμένη και έπασχε από νοητική ανεπάρκεια.

Έτσι, η Θεοδώρα έγινε πνευματική κόρη της ίδιας της θυγατέρας της, επιδεικνύοντας προς τη Θεοπίστη την ίδια υπακοή, αναλαμβάνοντας μάλιστα να γηροκομήσει τη γηραιά ηγουμένη.

Όταν έφτασε σε ηλικία 75 ετών, η Θεοδώρα απαλλάχθηκε από κάθε διακόνημα. Ωστόσο, εξακολούθησε να υπηρετεί τις άλλες μοναχές, κουβαλώντας στάμνες γεμάτες νερό τις οποίες έκρυβε κάτω από τον μανδύα της. Άλλες φορές έπλεκε σχοινιά από τα υπολείμματα του λιναριού που άφηναν οι πιο νέες μοναχές.

Εκοιμήθη το 892 και τότε, σύμφωνα με την παράδοση, παρουσία όλης της αδελφότητος, το γερασμένο και ρυτιδιασμένο πρόσωπό της απέκτησε τη φρεσκάδα της νεότητας, ενώ ευωδίασε με θαυμαστό τρόπο το κελί.

Μετά την ταφή της πολλά ήταν τα θαύματα που έχουν καταγραφεί σε πιστούς που επισκέπτονταν το μοναστήρια. Πάντα σύμφωνα με την παράδοση, το λάδι της κανδήλας που είχαν κρεμάσει στον τάφο της άρχισε να ξεχειλίζει, θεραπεύοντας τους πιστούς, οι οποίοι αλείφονταν με αυτό. Εκτός της κανδήλας και η εικόνα της οσίας ανέβλυζε μύρο «ευωδιάζον» και για τον λόγο αυτό η Οσία Θεοδώρα έλαβε την προσωνυμία «Μυροβλύτις», όπως και ο πολιούχος της Θεσσαλονίκης Άγιος Δημήτριος.

Κατά την άλωση της Θεσσαλονίκης, το 1430, Οθωμανοί στρατιώτες έσπασαν τον τάφο και κομμάτιασαν το ιερό λείψανο, το οποίο είχε παραμείνει άφθορο. Οι Χριστιανοί, ωστόσο, κατάφεραν να συνενώσουν τα τμήματα του λειψάνου, το οποίο προσκυνούν καθημερινά δεκάδες πιστοί στη μονή η οποία αφιερώθηκε στη μνήμη της.

Η μονή που δεσπόζει στο κέντρο της συμπρωτεύουσας

Ενας εκ των σημαντικότερων χώρων λατρείας είναι εδώ και αιώνες η Ιερά Μονή της Αγίας Θεοδώρας, η οποία δεσπόζει στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, αφού είναι χτισμένη πολύ κοντά στην πλατεία Αριστοτέλους, στην οδό Ερμού. Η Αγία Θεοδώρα είναι η πρώτη μυροβλύτισσα αγία που συνδέει την παρουσία της με τη Θεσσαλονίκη, καθώς προηγείται του Αγίου Δημητρίου. Μάλιστα, σε πολλά παλιά μυροδοχεία που βρέθηκαν στη μία πλευρά υπάρχει η μορφή του Αγίου Δημητρίου και στην άλλη της Αγίας Θεοδώρας, γεγονός που αποδεικνύει ότι υπήρχε κοινή λατρεία των δύο αγίων.

Η μονή του ιστορικού κέντρου της πόλης επανιδρύθηκε το 1953 και σήμερα υπηρετούν σε αυτή 43 μοναχοί, οι οποίοι καλύπτουν διάφορες ανάγκες της Μητρόπολης.

Όπως αναφέρεται στην ιστοσελίδα της Μητρόπολης Θεσσαλονίκης, αν και οι Τούρκοι το 1430 κατέστρεψαν τον τάφο και τεμάχισαν το λείψανο, δεν δήμευσαν το μοναστήρι, όπως έκαναν σε άλλες περιπτώσεις, ούτε το μετέτρεψαν σε τζαμί.

Μάλιστα, εκείνη την περίοδο ήταν μία από τις τρεις μονές που συνέχιζαν να λειτουργούν στη Θεσσαλονίκη μετά την άλωσή της, στην οποία μόναζαν περί τις διακόσιες μοναχές. Στα τουρκικά ονομάζονταν «Kizlar Manastir», δηλαδή μοναστήρι των κοριτσιών, και είχε αναπτυχθεί σε μία από τις δώδεκα χριστιανικές συνοικίες της πόλης.

Σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην ιστοσελίδα της Μητρόπολης, το καθολικό της μονής υπέστη μεγάλες ζημιές στις πυρκαγιές που ξέσπασαν το 1890 και το 1917. Στην πυρκαγιά του 1917 καταστράφηκε ολοκληρωτικά το καθολικό του μοναστηριού. Το μόνο κτίριο που σώθηκε ήταν αυτό του κωδωνοστασίου, το οποίο είχε χτιστεί προς τα τέλη του 19ου αιώνα.

Ο νέος ναός χτίστηκε κοντά στο κατεστραμμένο καθολικό το 1935. Το 1957 ο Μακαριστός Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Παντελεήμων ο Α’ ανήγειρε τη δυτική πτέρυγα της μονής, όπου λειτούργησαν διαδοχικά το Φοιτητικό Οικοτροφείο και η Εκκλησιαστική Σχολή. Από το 1974 η μονή λειτουργεί ως ανδρώα, ενώ το 1989 εκεί ιδρύθηκε το Κέντρο Αγιολογικών Μελετών της Ιεράς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης.

Σήμερα η μονή συντηρεί με δικούς της πόρους το Οικοτροφείο του Αγίου Αντωνίου, ενώ έχει εκδώσει σειρά βιβλίων για την Ορθοδοξία και τους αγίους της. Ακόμα, υπό την κηδεμονία της έχει πέντε μετόχια στην επικράτεια της Μητρόπολης Θεσσαλονίκης: τον ναό του Αγίου Αντωνίου, το παρεκκλήσιο του Αγίου Νικολάου του Τρανού, τον ναό του Αγίου Παντελεήμονος, το παρεκκλήσιο της Παναγίας της Ελεούσης και τον ναό του Οσίου Δαυίδ.

Εκκλησία Online
Αποστολή
Αξιολόγηση επισκεπτών 5 (1 ψήφος)

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.