Ο δρ Θεολογίας, σλαβολόγος Γιώργος Τσούπρας μιλά για τις αιτίες και τις συνέπειες που είχαν τα γεγονότα τα οποία σχετίζονται με τις δύο Βαλκανικές Εκκλησίες στη ζωή των ορθοδόξων λαών κατά την ύστερη Τουρκοκρατία

Ο δρ Θεολογίας-Σλαβολόγος Γιώργος Τσούπρας συνομίλησε μαζί μας για την έρευνά του στην εκκλησιαστική ιστορία των Βαλκανίων και συγκεκριμένα για την κατάργηση των αρχιεπισκοπών Πεκίου και Αχρίδας πριν από δυόμισι αιώνες. Με τις διεισδυτικές ερμηνευτικές προσεγγίσεις του στην ιστορία της εποχής, ο κ. Τσούπρας επιχειρεί να ανασύρει πληροφορίες από το ιστορικό παρελθόν και να αναλύσει τις συνθήκες στις οποίες έγιναν τα γεγονότα. Είναι σημαντικό να μην σκεφτόμαστε και κρίνουμε το παρελθόν με τα δεδομένα της σημερινής εποχής. Αυτό παραπλανά και οι κρίσεις κινδυνεύουν να παρερμηνευτούν εις βάρος της αλήθειας.

Η κατάργηση των δύο αυτοκεφάλων Αρχιεπισκοπών της Βαλκανικής, του Πεκίου (1766) και της Αχρίδας (1767), κατέχει στη διεθνή βιβλιογραφία περίοπτη θέση. Από πολλούς ιστορικούς θεωρήθηκε ως το χρονικό σημείο της επικράτησης του εθνικού και πολιτιστικού ιμπεριαλισμού του αναδυόμενου ελληνικού Έθνους, με κύριο εκπρόσωπο το Οικουμενικό Πατριαρχείο και τους Φαναριώτες, στους λαούς της Βαλκανικής. Αυτή η θεωρία όχι μόνο ανακίνησε εθνικιστικές ιδέες στους σλαβικούς λαούς (Σέρβους, Βουλγάρους, Σλαβομακεδόνες), αλλά και επέδρασε στη νεώτερη ελληνόγλωσση ιστοριογραφία, κυρίως μέσω όσων ιστορικών τηρούν έντονα κριτική στάση απέναντι στο Πατριαρχείο και την Εκκλησία γενικότερα. Επακόλουθη συνέπεια ήταν η εμφάνιση αμυντικών υπέρ των δύο εκκλησιαστικών θεσμών απόψεων, δημιουργώντας τελικά πόλωση στις επιμέρους ερμηνείες.
Η παρούσα εργασία, του κ. Τσούπρα αξιοποιώντας κυρίως τις πρωτότυπες πηγές, επιδιώκει να ανασυνθέσει το κλίμα της εποχής, που οδήγησε στην κατάργηση, αλλά και να ερμηνεύσει όσον το δυνατόν αντικειμενικότερα τις αιτίες και τις συνέπειες που είχε στη ζωή των Ορθοδόξων λαών κατά την ύστερη Τουρκοκρατία. Ταυτόχρονα εξετάζει τη θέση του Οικουμενικού Πατριαρχείου στο πλαίσιο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, τη στάση των πρωταγωνιστών των γεγονότων, αλλά και τη στάση της οθωμανικής πολιτικής, που έπαιξε καταλυτικό ρόλο στις εξελίξεις.

Στο έργο σας έχετε θέσει έναν γενικό τίτλο, Πατριαρχείο και Βαλκάνια, που φαντάζει πολύ βαρύς για να καλυφθεί από τα στιγμιότυπα της Ιστορίας που έχετε επιλέξει να ερμηνεύσετε στο κείμενό σας. Πώς θα το εξηγούσατε αυτό;

«Τα δύο αυτά γεγονότα, της κατάργησης των δύο βαλκανικών Εκκλησιών, αποτέλεσαν και συνεχίζουν να αποτελούν μέχρι σήμερα την αφορμή για την έκφραση έντονης κριτικής προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο, τους Φαναριώτες και τον Ελληνισμό γενικότερα, ως προς τη στάση που κράτησε απέναντι στους σλαβικούς λαούς των Βαλκανίων.»

Με λίγα λόγια μπορείτε να συνοψίσετε το ιστορικό της καταργήσεως;
«Μετά την Άλωση της Πόλης οι περισσότερες περιοχές των Βαλκανίων ενοποιήθηκαν εκκλησιαστικά με το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Εξαίρεση αποτέλεσε η Αρχιεπισκοπή Αχρίδας στη Δυτική Βαλκανική, που κατόρθωσε να παραμείνει αυτοκέφαλη με την υποστήριξη των Οθωμανών. Από αυτήν αποκόπηκε, πάλι με την υποστήριξη εξισλαμισμένων Σέρβων, η Αρχιεπισκοπή Πεκίου, δηλ. Σερβίας, και έτσι σχηματίστηκαν τρεις ξεχωριστές εκκλησιαστικές διοικήσεις –κλίματα. Το αποτέλεσμα της πολυδιάσπασης ήταν αρνητικό για την εξέλιξη των εκκλησιαστικών πραγμάτων, αφού δημιουργήθηκαν ευνοϊκές προϋποθέσεις για επεμβάσεις των Οθωμανών και υπερχρέωση λόγω των νόμιμων δοσιμάτων αλλά και των έκτακτων ποσών που αναγκάζονταν να δίνουν στις αρχές κάθε τόσο. Αυτό προκάλεσε οικονομική ασφυξία και τελικά δόθηκε η ευκαιρία για την κατάργησή τους. Ένας λόγος επίσης που οδήγησε τις εξελίξεις ήταν και η επαναστατική δράση των Προκαθημένων του Πεκίου, που έδωσε αφορμή για εχθρική αντιμετώπιση.»

Η ευθύνη του Πατριαρχείου
Ποιες είναι οι απόψεις που έχουν εκφραστεί σχετικά με το θέμα;

«Οι σλαβικής καταγωγής συγγραφείς κατηγορούν ευθέως το Πατριαρχείο ότι ήταν κύριο υπεύθυνο για την κατάργηση, παρακινούμενο από εθνικιστικό και πολιτιστικό ιμπεριαλισμό ενάντια στους Σλάβους. Επηρέασαν μάλιστα μια σειρά δυτικοευρωπαίων ιστορικών, που αποδέχθηκαν άκριτα την ερμηνεία τους και την αναπαρήγαγαν. Με τη σειρά τους επέδρασαν στους δυτικοτραφείς έλληνες ιστορικούς, οι οποίοι ανήκουν κυρίως στη λεγόμενη αποδομητική σχολή της Ιστορίας, οι οποίοι επηρεασμένοι από τις αντικληρικαλιστικές θέσεις του Διαφωτισμού μετέφεραν αυτούσια την σλαβική προπαγάνδα στα καθ’ ημάς.»

Δεν υπάρχει ο αντίλογος στις απόψεις αυτές;

«Όπως κάθε ζήτημα που άπτεται της Ιστορίας μας, και αυτό το θέμα έχει προκαλέσει ακραίες εντάσεις. Έχει αναπτυχθεί μια αντίθετη ιστορική σχολή, η οποία είτε υπερασπίζεται με κάθε μέσο το Πατριαρχείο είτε υπηρετεί την εθνικιστική σκοπιά του παρελθόντος, των συγκρουσιακών εποχών του ελληνισμού με τις βουλγαρικές βλέψεις ή τη μακεδονιστική προπαγάνδα.»
Πώς εμπλέκονται σε ένα τέτοιο εκκλησιαστικό θέμα οι μακεδονιστικές προπαγανδιστικές απόψεις;
«Οι ιστορικοί των Σκοπίων έχουν αναγάγει σε σημαία τους το γεγονός της κατάργησης της Αρχιεπισκοπής Αχρίδας πριν από διακόσια πενήντα χρόνια. Θεωρούν την ιστορική αυτή Αρχιεπισκοπή ως μήτρα του «μακεδονικού» λαού, που διατήρησε την ιδιοπροσωπία του σε δύσκολους ιστορικούς καιρούς. Η κατάργησή της έδωσε ώθηση στην επίδραση του ελληνισμού αλλά και στη βουλγαρική διείσδυση, που προκάλεσαν την απώλεια της «μακεδονικής» εθνικής συνείδησης από πολλούς ντόπιους της Μακεδονίας. Μετά την επικράτηση των τιτοϊκών και την έκφραση των μακεδονιστικών βλέψεων όσοι επιδίωξαν την αποκοπή της Εκκλησίας τους από το Πατριαρχείο της Σερβίας, πρόβαλαν ως καίριο επιχείρημα την δήθεν αντικανονική κατάργηση της Αρχιεπισκοπής Αχρίδας και την ανάγκη για αποκατάσταση της αδικίας την οποία υπέστη ο “μακεδονικός” λαός.»

Οι ακραίες εντάσεις, η προπαγάνδα και οι επεκτατικές βλέψεις των γειτόνων
Αυτές οι απόψεις μπορεί να δημιουργήσουν κάποιο ζήτημα στη χώρα μας;

«Ας μην ξεχνούμε ότι η Αρχιεπισκοπή Αχρίδας επεκτεινόταν σε μια ευρύτερη περιοχή από το σημερινό κράτος των Σκοπίων. Έφτανε νότια μέχρι την Καστοριά και τη Φλώρινα και δυτικά μέχρι το Δυρράχιο. Κατ’ ουσίαν κάλυπτε ένα μεγάλο τμήμα του χώρου που διεκδικούν οι Σκοπιανοί. Άρα, σε εκκλησιαστικό επίπεδο, που στα βαλκανικά ζητήματα εμπλέκεται άμεσα με τα εθνικά θέματα, η αναγνώριση της Εκκλησίας των Σκοπίων ως διάδοχης της Αρχιεπισκοπής Αχρίδας, περισσότερο θα ενίσχυε τις τυχόν επεκτατικές βλέψεις των γειτόνων μας παρά θα τις καθησύχαζε.»

Ποια είναι η δική σας πρόταση ως ιστορικός, αναγνωρίζοντας το δύσκολο έργο της ερμηνείας των γεγονότων;

«Οφείλω να αναγνωρίσω τη δυσκολία, ιδίως από τη στιγμή που έχουν εμπλακεί άλλοι παράγοντες, εθνικιστικοί, κρατικοί κλπ. Όμως, πρέπει να απεγκλωβίσουμε την ερμηνεία από αυτούς τους παράγοντες και να δώσουμε μια νηφάλια ερμηνεία, βασισμένη στα γεγονότα και τις αυθεντικές πηγές. Δεν είναι δυνατόν να ερμηνεύονται γεγονότα που συνέβησαν το δεύτερο μισό του 18ου αιώνα σύμφωνα με τα δεδομένα του 19ου ή του 20ού αιώνα, που βρισκόταν στο απόγειο ο εθνικισμός, βάσει της λεγόμενης αρχής των εθνοτήτων. Αυτό προσπάθησα να πετύχω με την εργασία μου. Επίσης, αξίζει να αναφερθεί ότι δειλά δειλά έχουν αρχίσει να εμφανίζονται και στη σλαβική ιστοριογραφία έργα που επιδιώκουν την απεμπλοκή τους από τις μονοσήμαντες ερμηνείες του παρελθόντος και τη νηφάλια επανεκτίμηση της Ιστορίας τους. Ευτυχώς στην Ελλάδα, που ζούμε σε συνθήκες δημοκρατίας και ελευθερίας αυτό έχει ξεκινήσει εδώ και δεκαετίες και έτσι υπάρχουν πολλά έργα με νηφάλια κριτική στάση απέναντι σε «καυτά» για το παρελθόν γεγονότα.»

Σήμερα η Εκκλησία της π.Γ.Δ.Μ. θεωρείται ως σχισματική από τους Σέρβους και δεν έχει κανονική ενότητα με την πανορθόδοξη κοινότητα. Ο Επίσκοπος, ο Βελεσών Ιωάννης αναγνώρισε το Πατριαρχείο της Σερβίας και αυτό με τη σειρά του τον ανακήρυξε Αρχιεπίσκοπο Αχρίδας. Τον ακολούθησε ένα μικρό ποίμνιο καθώς και λίγοι ιερείς και μοναχοί. Ανάμεσα από αυτούς εκλέχτηκαν και χειροτονήθηκαν ακόμη δυο επίσκοποι, προκειμένου να δημιουργηθεί μια σύνοδος επισκόπων σύμφωνα με την αυτονομία που της παραχώρησε το 1959 το Πατριαρχείο της Σερβίας. Οι αρχές, όμως, του κρατιδίου δεν επέτρεψαν τη λειτουργία της συνόδου ενώ έχουν κινηθεί εναντίον του Ιωάννη. Ο ίδιος αλλά και αρκετοί από τους πιστούς αυτής της νέας Αρχιεπισκοπής Αχρίδος έχουν συλληφθεί αρκετές φορές από την αστυνομία και έχουν φυλακιστεί ενώ οι κινήσεις τους παρακολουθούνται στενά σε ό,τι αφορά στον λατρευτικό και μυστηριακό τομέα.. Απ’ ό,τι φαίνεται είναι μακρύς ακόμη ο δρόμος που θα οδηγήσει στην τακτοποίηση των διαφορών και θα φέρει την εσωτερική ειρήνη και αδελφοσύνη στην Εκκλησία σύμφωνα με την εντολή του ιδρυτή της «Ταύτα εντέλλομαι υμίν, ίνα αγαπάτε αλλήλους»
Η παρουσίαση του βιβλίου του Γιώργου Τσούπρα διδάκτορος Θεολογίας και Σλαβολόγου “Πατριαρχείο και Βαλκάνια” έγινε πρόσφατα στο Πολιτιστικό Κέντρο της Αρχιεπισκοπής Αθηνών.
_____________
δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα
ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΑΛΗΘΕΙΑ, 29.04.2020

Εκκλησία Online
Αποστολή
Αξιολόγηση επισκεπτών 0 (0 ψήφοι)

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.