ΠΟΛΕΜΟΣ ΟΥΚΡΑΝΙΑ: Ο «υπερρεαλισμός» της Ορθοδοξίας – η «τέχνη» της καταλλαγής. Η εισβολή στην Ουκρανία: «πολιτισμικό σοκ». Του Καθηγητού Σταμάτη Πορτελάνου. Η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία συμβαίνει παράλληλα με την είσοδο της Ορθοδοξίας στο Τριώδιο. Η πνευματικότητα αντιτάσσεται στις εχθροπραξίες γεωστρατηγικών επιδιώξεων και συμφερόντων. Αυτή η οδυνηρή εξέλιξη για την ανθρωπότητα και τους θεσμούς της στην εποχή των κατορθωμάτων της τεχνολογίας συνιστά «πολιτισμικό σοκ», αλλά επιβεβαιώνει τη διορατική άποψη τόσο του Χάντινγκτον για τη σύγκρουση των πολιτισμών, όσο και φωτισμένων ανθρώπων της πίστης.

Αν και η ίδια η τραγική φράση «σύγκρουση των πολιτισμών» αμφισβητεί την κυριαρχία του ορθολογισμού για πρόοδο και μειώνει το περιεχόμενο της κλασικής έννοιας του πολιτισμού, της παιδείας και φιλοσοφίας της ζωής για το νόημα του «υπάρχειν» και «συνυπάρχειν».

Η Μεγάλη Τεσσαρακοστή σηματοδοτεί μια πρόσκληση σε κρίσιμη περίοδο που η παγκοσμιοποίηση του υλισμού απορρύθμισε τη βούληση για το αγαθό, επέβαλε τις συγκρούσεις και προκάλεσε διαμάχες ακόμη και σε πνευματικούς θεσμούς, χωρίς αντιστάσεις. Σ’ αυτή την περίοδο τα στάδια της άσκησης των αρετών πέρα από την Ορθόδοξη καταγωγή τους έχουν και πανανθρώπινο χαρακτήρα. Πρόκειται για μέθεξη σε βιώματα εγκράτειας, βημάτων καταλλαγής, μετα-νόησης, συνεν-νόησης και ήχων εσωκατάνυξης που συναρτώνται με χάρη και Πνεύμα ενότητας στο σώμα και στην Καθολικότητα της Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Η Ουκρανική κρίση διεύρυνε το πεδίο της και στο χώρο της Εκκλησίας. Προκαλεί απορία και συνιστούν αντιφατικό παράδειγμα οι ετερόκλητες φωνές και αντιμαχόμενες πλευρές στους κόλπους της ομογενούς Ορθόδοξης πίστης.

Είναι επίκαιρη η φωνή του Ιησού στους μαθητές του:

Τι με καλείτε Κύριε Κύριε και δεν πράττετε αυτά τα οποία σας διδάσκω.

Ωστόσο η έννοια της Εκκλησίας ως θεανθρώπινου οργανισμού διακυβεύεται, όταν οι πιστοί διχάζουν τη θεανθρώπινη «φύση» και το νόημά της και λειτουργούν ανθρωποκεντρικά και μονοφυσιτικά. Η επικαιρότητα των γεγονότων με αφορμή τη βούληση και τις επιδιώξεις του Πατριαρχείου της Μόσχας, βάζει σε σκέψεις για το αληθινό νόημα και την εμπειρική θεολογία μέσα από την ιστορία των απ’ αιώνων αγίων της Εκκλησίας.

Ένας τίτλος εφημερίδας του ημερήσιου τύπου είναι χαρακτηριστικός των εντυπώσεων που προκαλεί το εκκλησιαστικό πρόβλημα στην Ουκρανία: «Τύμπανα πολέμου και στο εσωτερικό της Ορθοδοξίας» (ΒΗΜΑ 20/2/22).

Ο εορταστικός κύκλος της Εκκλησίας και η σημειολογία του δεν είναι αποκομμένος ούτε ετεροχρονισμένος από την πραγματικότητα εφόσον λειτουργεί το μήνυμα και η επίδρασή του «νυν και αεί» στη ζωή και στην ψυχή του πιστού. Όπως για παράδειγμα η γιορτή των Θεοφανείων, της αποκάλυψης του Τριαδικού Θεού, δεν συντάσσεται μόνο χωροχρονικά και αναμνηστικά με τη ζωή της Εκκλησίας, αλλά είναι εγγεγραμμένη στη μνήμη της αεικίνητης πίστης και συνείδησης των πιστών. Και η γιορτή της Πεντηκοστής είναι ενταγμένη όπως και άλλες στο Εδώ-Είναι ετήσιο εορταστικό κύκλο του μυστηρίου της ζωής και μνήμης του πιστού, αφού το Άγιο Πνεύμα εμ-πνέει τη «γλώσσα» της ενότητας και της αγάπης.

Η θεωρητικοποίηση της θεολογίας και η ενότητα της Εκκλησίας

Η θεωρητικοποίηση και αντικειμενο-ποίηση της θεολογίας της Εκκλησίας, η εκκοσμίκευση και θρησκειοποίησή της είναι φαινόμενα που προέκυψαν από τη σύγχρονη δοκησισοφία της παγκοσμιοποίησης, την τυπολατρία, την αισθησιοκρατία, την παρερμηνεία ή και την αντιπαιδαγωγική πρακτική της.

Η συναλληλία Εκκλησίας και πολιτείας δε σημαίνει συσχηματισμό με τις επιθυμίες του κόσμου ή με τον μιμητισμό μεθόδων διαχείρισης και  στόχων κοσμικής διακυβέρνησης. Επομένως η Εκκλησία, ως θεσμός θείος και ανθρώπινος οργανισμός, ακόμη και με τον προφανή εγκόσμιο χαρακτήρα του διοικητικού της σχήματος και της οργανωτικής δομής της (ευταξίας), ανταποκρίνεται στη σημασία της αποστολικής της διακονίας, όμως με αποκλειστικό σκοπό τη θέωση του ανθρώπου.

Ο μετασχηματισμός της Εκκλησίας, με κοσμική ματιά και μάλιστα των αμύητων, σε ανθρωποκεντρικό καθίδρυμα, ως εάν επρόκειτο για ανθρωπογενή οργανισμό, συνιστά μεταποίηση του ουσιαστικού νοήματος της πίστης και της αποστολής της. Το παρεμπίπτον στην Εκκλησία, ως σχέση με τον κοινωνικοοικονομικό παράγοντα, δεν εξομοιώνεται ούτε αφομοιώνεται με την ανθρωποκεντρική εστίαση και το ρόλο της κρατικής εξουσίας. Με θεμέλιο την Πεντηκοστή οι κοσμικές επιρροές και ατομικές ενέργειες ή αυτενέργειες που επικρατούν σε αποφάσεις της Εκκλησίας έχουν καταδικαστεί από την ιδρυτική της Πράξη.

Η θεανθρώπινη φύση του Χριστού ταυτοποιήθηκε στον Θεανθρώπινο οργανισμό της Εκκλησίας με τη συνέργεια θείας και ανθρώπινης θέλησης για αγιότητα στη λειτουργία του «θεσμού» της.

Οι αποφάσεις της Εκκλησίας λαμβάνονται με το συνοδικό της σύστημα εν Αγίω Πνεύματι, ενσυνειδήτως, και δεν είναι παρακολούθημα σκοπιμοτήτων και επιδιώξεων όπως συμβαίνει στο περιβάλλον της κρατικής εξουσίας. Η αυτοσοφία ως ιδιότητα ανήκει μόνο στον Θεό. Η ένδυση σοφίας μέλους της Εκκλησίας συνδέεται με μυσταγωγία που αποκτάται με το μυστήριο της ένσαρκης παρουσίας του Λόγου στον κόσμο[1].

Αθεΐα δεν είναι η άρνηση της ύπαρξης του Θεού, είναι η θεοποίηση του εγώ και των κτισμάτων. Για τον άγιο Συμεών το Νέο Θεολόγο (Ν.Θ.) είναι άγνοια του Θεού και ψευδαίσθηση ή πλάνη όταν ο πιστός θεωρεί ότι Τον γνωρίζει μόνο από τη συναλλαγή του με τον εξωτερικό κόσμο και με τη συνάφεια των αισθήσεών του[2].

Όλες οι τοπικές Εκκλησίες με τη συνοδικότητά τους κατά το «έδοξε τω Αγίω Πνεύματι και ημίν», όταν Αυτό λειτουργεί ενσυνειδήτως, οι πιστοί τους είναι συγκληρονόμοι της θείας χάριτος και συναπαρτίζουν την καθολικότητα και οικουμενικότητα του Ορθόδοξου Χριστιανισμού. Το Εγώ ταπεινώνεται προκειμένου άπαντες οι πιστοί να «ώσιν Εν» μέσα στη σταυροαναστάσιμη αγάπη του Χριστού που «έπαθεν» υπέρ ημών.

Σ’ αυτή τη διαπίστωση ερείδεται το αυθεντικό νόημα της ενότητας της Εκκλησίας. Στην αρχαϊκή κοινότητα η θεά Εστία συνιστούσε το κέντρο της ενότητας της οικιακής ζωής. Όπως επίσης και σε σύναξη πολιτών σε δημόσιο χώρο όταν οι πολίτες ασκούσαν διάλογο, δημοκρατικά, κάθονταν σε κυκλοτερή διάταξη και το μέσον του χώρου ήταν κενό προκειμένου («ες μέσον») να λαμβάνει το λόγο ένας αγορητής. Στην Εκκλησία «εις το μέσον» της κοινότητας των πιστών είναι ο Χριστός, ως «ακρογωνιαίος λίθος» που διασφαλίζει την ενότητά της.

Η ταπείνωση, ως τείχος οχυρό, καθιστά το πιστό μέλος της Εκκλησίας άτρωτο από λογισμούς οιήσεως και έτσι αυξάνεται καθημερινά στην πίστη, στην ελπίδα και στο όραμα της κοινότητας.

Η μνήμη της ταπείνωσης του Ιωάννη του Προδρόμου αποτελεί θεόπεμπτο προπομπό της θεοφάνειας και αποκάλυψης της ενικής θεϊκής Τριαδικότητας. Οι ανέπαφοι της προσωπικής σχέσεως με τον Τριαδικό Θεό τελούν σε άγνοια ως προς Αυτόν και τους συνανθρώπους τους, διότι αρνούνται το σκοπό για τον οποίο πλάσθηκαν δηλαδή να συναυπάρχουν αλληλέγγυοι και να συνδοξάζονται γινόμενοι ομοιότροποι της ζωής της αγίας Τριάδος[3].

Η δόξα των προσώπων της αγίας Τριάδος είναι αυτή που έχουν και οι άγιοι μετέχοντες στο μυστήριο της ζωής με την σταυροαναστάσιμη αγάπη. Το πρόσωπο, ο άνθρωπος, όταν δεν κοινωνεί με τον Θεό της αγάπης και της ταπείνωσης, διασπάται, και η ενιαία γλώσσα του Πνεύματος μεταλλάσσεται σε πολυγλωσσία (νέα Βαβέλ) που επιφέρει στην Εκκλησία σχίσματα και διαιρέσεις. Ενίοτε η πολιτική πολυγλωσσία συμπαρασύρει και την Εκκλησιαστική εκπροσώπηση με αποτέλεσμα η φύση της ενότητας της Εκκλησίας να παρερμηνεύεται ή να διαστρέφεται με την παρέμβαση «πολιτικών» κριτηρίων ή φιλοδοξιών.

Η αγωνία των μελών του σώματος της Εκκλησίας, ως νέα Γεθσημανή, δεν είναι για την κατάκτηση εξουσιαστικής δύναμης, αλλά για τη θυσία που ανασταίνει και χαρίζει την ειρήνη. Υποφέρει ο κόσμος από τις στρεβλώσεις της αγάπης. Και τα ερωτήματα που εγείρονται επιτακτικά είναι: Ποιος είναι ο χαρακτήρας και ο τρόπος ερμηνείας της αγάπης για την Εκκλησία; Πώς δικαιολογείται η σχέση των εκπροσώπων της με το παρασκήνιο, η διπλωματία ή ο διχασμός εξ αιτίας της εκκοσμίκευσης και συμπαράταξης εν μέσω ανθρωπογενών συμμαχιών;

Η φράση «απόδοτε τα του καίσαρος τω καίσαρι και τα του Θεού τω Θεώ» δεν αφήνει περιθώρια για άσκηση ή εμπλοκή της κοσμικής διπλωματίας στην Εκκλησία, ούτε και με ήπια μορφή.

Διανοουμενίστικη θεολογία και δοκησισοφία

Ο δυτικός σχολαστικισμός υπό τη φράση «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα» προάγει αποκλίσεις της Ορθόδοξης διδασκαλίας και πίστης. Η Παύλεια φράση «αλλά τα πάντα εν πάσι Χριστός» (Κολ. 3,11), νοηματίζει μια ου-τοπία, την ουρανοδρομία της καρδιάς στον κόσμο της εκκοσμίκευσης. Ο Βαρλαάμ όπως και σχολαστικοί θεολόγοι του Μεσαίωνα χρησιμοποιούσαν ενιαία μέθοδο για τη γνώση τόσο του κόσμου όσο και του Θεού.

Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς μνημονεύει τους «παλαιούς» Πατέρες της Εκκλησίας προκειμένου να αντικρούσει τον αιρετικό Βαρλαάμ, ο οποίος ομιλεί μόνον περί νοητού φωτός, ταυτιζομένου προς την γνώσιν, και περί ηθικής θέας[4].

Η διανοουμενίστηκη θεολογία ταυτίζει τη γνώση του κόσμου με τη γνώση του Θεού και το μυστήριο της ζωής.

Στους χαιρετισμούς της Παναγίας ο υμνογράφος δημιουργεί μια ποίηση υπερρεαλιστική για θεογνωσία που περιγράφει τη μύηση στο μυστήριο της σάρκωσης του Λόγου:

Γνώσιν άγνωστον γνώναι η Παρθένος ζητούσα.

Κατά τον Πόστμαν όταν η θρησκεία χάνει πολλή ή όλη τη δεσμευτική της δύναμη και εκφυλιστεί απλά σε ρητορική στάχτη, τότε αναπόφευκτα προκύπτει σύγχυση για το τι πρέπει να προσέχουμε και το πώς να του αποδίδουμε σημασία[5].

Η αγάπη για την Εκκλησία δεν είναι μια τυχούσα αποκλίνουσα σκέψη στον κόσμο της «ατομικότητας», αλλά είναι υποστασιοποιημένη, ως κεφαλή, «συγκλίνουσα» στο μυστήριο της ταπείνωσης του Χριστού, όπου ο «έσχατος είναι πρώτος». Το μέλλον της Εκκλησίας και το εσχατολογικό της μήνυμα δεν συμπίπτει με το ατομικό καλό και τον ατομικό αγιασμό.

Η ανθρώπινη ελευθερία στην Εκκλησία δεν κοσμικό άθλημα, αλλά αρετή και ενέργεια χάριτος με οντολογικό νόημα που εξοστρακίζει ιδιωτικές αποφάσεις για τη λειτουργία της. Στον Θεό αφθαρσία και ελευθερία συναιρούνται, δεν απομονώνονται νοηματικά.

Ο Ν. Μπερντιάγεφ γράφει: Αυτό που οι θεολόγοι ονομάζουν χάρη, σ’ αντίθεση προς την ανθρώπινη ελευθερία, είναι η ενέργεια της θείας ελευθερίας μέσα στον άνθρωπο[6]. Τα ανθρωποκεντρικά κοινωνικά ή πολιτικά κριτήρια δεν μπορεί να επηρεάσουν και να χειραγωγήσουν το «μέτρο της ηλικίας του πληρώματος του Χριστού» ή τα αγιόλεκτα πρότυπα των Πατέρων της Εκκλησίας με τους όμβρους αιμάτων των μαρτύρων της πίστεως.

Αυθεντικό κάτοπτρο της θεολογίας της Εκκλησίας για την επίτευξη θέωσης επέχει η οδός της μαρτυρίας («μαρτύριο της συνείδησης») με τα στάδια προς θεογνωσία (της κάθαρσης, του φωτισμού, της θέωσης). Η συνειδητοποίηση της θείας χάριτος είναι το τελευταίο στάδιο της θεογνωσίας το οποίο συνιστά κάτοπτρο της Αλήθειας και βεβαιοπιστία. Για τον άγιο Συμεών το Ν.Θ. η ασυνειδησία της θείας χάριτος καθορίζει την κατάσταση απιστίας ή ημιπιστίας, είτε πρόκειται για κληρικούς είτε πρόκειται για λαϊκούς, γεγονός που συνεπάγεται ακόμη και είδος ειδωλολατρίας μέσα στο Χριστιανισμό.

Δηλαδή η απιστία είναι θέμα υποδοχής των ενεργειών του Θεού. Ο άγιος Συμεών Ν.Θ., ειδικότερα, παρουσιάζει την απιστία ως ασέβεια, ενώ την αίρεση ως απόκλιση από την ορθή πίστη. Προτιμά τον όρο «ημιπιστία» για όσους βρίσκονται στην πορεία προς τη θέωση, αλλά δεν έχουν φθάσει ακόμη στη «θεωρία», στη συνείδηση της χάριτος.

Ωστόσο την απιστία και τη δυσπιστία δεν τη δέχεται με ευκολία και σαν κάτι οριστικό, αφού ο πιστός μπορεί να μην έχει φθάσει ακόμη στη «θεωρία» του θείου, που είναι η δύναμη και ολοκλήρωση της πίστεως[7]. Πίστη και θείο φως αλληλοπεριχωρούνται και συναυξάνονται. Η ανθρωπολογία και οντολογία της Ορθόδοξης θεολογίας συναρμόζεται με την εσχατολογία και την κοινή Ανάσταση, χωρίς διαιρέσεις και σχίσματα που είναι πρόγευση ή γεύση πνευματικού ερέβους. «Τούτο γαρ άνθρωπος και εις τούτο εκτίσθημεν και δια τούτο παρήχθημεν, ίνα ενταύθα μικρά ευεργετηθέντες, δια της ευχαριστίας και της προς Θεόν ευνοίας εκείσε τα μείζοντα και αιωνίζονται απολαύσωμεν»[8].

Η θεογνωσία εμφανίζεται ως πλήρης εγκατάλειψη του ανθρώπου στο θείο (Θεοεγκατάλειψη) αποκεκαλυμμένη στη Χριστοήθεια της Γεθσημανή. Αυτή η πορεία είναι η προαγωγή του ανθρώπου από την επίγνωση της αγνωσίας και της χοϊκότητάς του στο διά-δρομο των πνευματικών μεθηλικιώσεων, στο πάλεμα για αναγνώριση του εαυτού και απόκτηση πνευματικής «ταυτότητας». Το σπήλαιο του Πλάτωνα προδρόμησε το άκτιστο φως που καταυγάζει τον ανθρώπινο νου και κατευθύνει προς πάσαν την αλήθεια. Ο βαθμός μέθεξης στο θείο φως εξαρτάται από ταπείνωση, πίστη με απάθεια, σιωπή, αγάπη και φόβο στο ακατάληπτο μυστήριο του Θεού. Όσο περισσότερο χοϊκός είναι ο νους από την απουσία των ελλάμψεων του φωτός της γνώσεως τόσο σκοτεινός και ζοφώδης γίνεται και αδυνατεί να δει καθαρά τα θεία και ανθρώπινα μυστήρια.

Χωρίς μαθητεία στην αληθινή θεολογία και σοφία η θεωρητική θεολογία και παιδεία γίνεται τυπολατρία και δοκησισοφία. Η ιστορία που διηγείται ο Σωκράτης στο φίλο του Φαίδρο, όπως την παραδίδει ο Πλάτωνας με το διάλογο του Θαμού, βασιλιά μιας μεγάλης πόλης της Άνω Αιγύπτου και του θεού Θευθ κάνει εμφανή τον προβληματισμό για την ουσία και το περιεχόμενο της παιδείας.

Ο Θευθ έδειξε στον Θαμούς στις τέχνες που εφεύρε, την αριθμητική, τη γεωμετρία και την αστρονομία, τέλος το αλφάβητο. Ο Θεύθ είπε στον Θαμούς: «Βασιλιά μου οι Αιγύπτιοι θα γίνουν σοφότεροι μαθαίνοντας τα γράμματα και θα γίνουν ικανότεροι στη μνήμη».

Όμως, ο βασιλιάς Θαμούς, μεταξύ άλλων, του είπε: «Πολυμήχανε Θευθ, εκείνος που ανακαλύπτει μια εφεύρεση δεν είναι ο καλύτερος κριτής για να δει πόσο καλό ή κακό θα προξενήσει σε αυτούς που πρόκειται να τη χρησιμοποιήσουν. … Εκείνοι που θα μάθουν τη γνώση της γραφής θα πάψουν να ασκούν τη μνήμη τους και θα γίνουν επιλήσμονες. Θα επαναπαύονται στη γραφή, προκειμένου να ανακαλούν πράγματα διαμέσου εξωτερικών στοιχείων και όχι μέσα από εσωτερικές πηγές… Αυτό που έχεις ανακαλύψει είναι η συνταγή της ανάμνησης και όχι της μνήμης. Όσο για τη σοφία, οι μαθητές σου θα την αποκτούν κατά τρόπο επιφανειακό και όχι αληθινό. Και επειδή θα έχουν γίνει δοκησίσοφοι αντί για σοφοί, θα είναι ανυπόφοροι στις κοινωνικές τους συναναστροφές, δηλαδή ένα βάρος για την κοινωνία»[9].

Η γνώση της γραφής χωρίς τη μνήμη και τη σοφία δεν συμβάλλει στην παιδεία, αφού όλες οι αξίες που προσφέρονται με τη γραφή προσεγγίζονται με τρόπο επιφανειακό. Η γραφή και η γνώση μπορεί να είναι για τα μάτια του κόσμου, όχι όμως η αληθινή σοφία. Αμφισβητεί επομένως ο Σωκράτης τη μονομέρεια της γραφής και της γνώσης, ως πλεονέκτημα, που δεν εξασφαλίζει τη γνήσια διαλεκτική με την πνευματικότητα του ανθρώπου.

Ουσιαστικά η πολυμάθεια ή ο «παπαγαλισμός» χωρίς απόκτηση σοφίας δεν συνιστά μόρφωση και παιδεία.

Ο Χριστιανισμός είναι μια διαλεκτική ρεαλισμού και υπερρεαλισμού, ως «υπέρ έννοια Λόγος». Ο υπερρεαλισμός του με τη μυστική δύναμη δίνει τη δυνατότητα να αντιμετωπιστεί η πραγματικότητα με λύτρωση στα υπαρξιακά διλήμματα. Η πίστη με τις θεμελιακές αρετές/αξίες της ζωής και πνοές διανοίγει τα μάτια της ψυχής για να δουν την αληθινή ουσία και σημασία των πραγμάτων.

Είναι μια «τέχνη» η οποία κάνει ορατά τα μυστηριακά ακραία και διευρύνοντας το χώρο του ορατού, μεταποιεί τον «πίνακα» του ρεαλισμού σε κλίμακα προς το ακοίμητο και ανίκητο φως.

Σταμάτης Πορτελάνος
τ. Καθηγητής Πανεπιστημίου Ιωαννίνων
Πρόεδρος Ολυμπιακού Κέντρου Φιλοσοφίας και Παιδείας

Παραπομπές επεξηγήσεις

[1] Αγ. Συμεών, Θεολογικός 1, 95-98, Sources Chretiennes 122, J.Darrouzes, p. 104. Πρβλ. Σταμάτης Πορτελάνος, Πνευματική τελείωση του ανθρώπου, εκδ. Π. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 1998, σ. 208.

[2] Αγ. Συμεών, Ύμνος 28, 24-34, S.C. 174, Paris 1971, p.296. Πρβλ. Ό.π. Σ. Πορτελάνος, σ. 234-235.

[3] Άγιος Συμεών Ν.Θ., Ηθικός 1, 2, 306-318, σ. 294-296. Πρβλ. Ό.π. Σ. Πορτελάνος, σ. 361..

[4] Π. Χρήστου, Συγγράμματα Γρηγορίου Παλαμά, τ. Α΄, υποσημείωση 1, σ. 544.

[5] Νιλ Πόστμαν, Τεχνοπώλιο, μτφρ. Κάτια Μεταξά, Αθήνα 1997, εκδ. Καστανιώτη, σ. 89.

[6] Ν. Μπερντιάγιεφ, Βασίλειο του Πνεύματος και Βασίλειο του Καίσαρος, μετάφραση Βασιλείου Γιούλτση, εκδ. Π. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 1971, σ. 43-44.

[7] Αγ. Συμεών, Κατηχητικός 13, 119-128, σ. 200. Πρβλ. Σ. Πορτελάνος, σ. 38-39.

[8] Ό.π., Κατηχητικός 22, 221-224,  σ. 382.

[9] Πλάτων, Φαίδρος, 274c-275b. Πρβλ.Ό.π., Νιλ Πόστμαν, Τεχνοπώλιο, σ. 17-18.

Εκκλησία Online

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.