Η ίδρυση της Ελληνορθόδοξης Αρχιεπισκοπής Αμερικής στην πόλη της Νέας Υόρκης το 1922, με την ονομασία Ελληνορθόδοξη Αρχιεπισκοπή Βόρειας και Νότιας Αμερικής ήταν μία κομβική στιγμή στην ιστορία της Ορθοδοξίας στο Νέο Κόσμο.

Του Αλέξανδρου Κιτροέφ, Ομότιμου Καθηγητή Ιστορίας, Χάβερφορντ Κόλετζ, Πενσυλβάνια

Η ίδρυση της Ελληνορθόδοξης Αρχιεπισκοπής Αμερικής, σηματοδότησε τις απαρχές μιας πιο οργανωμένης εκκλησιαστικής ζωής κάτω από την αιγίδα του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως. Από εκείνη τη στιγμή η Αρχιεπισκοπή έγινε η πνευματική και διοικητική κεφαλή της Ελληνορθόδοξης Εκκλησίας στη Βόρεια και Νότια Αμερική μέχρι το 1999 και μετά, αφού δημιουργήθηκαν ξεχωριστές Αρχιεπισκοπικές Επαρχίες στον Καναδά, την Κεντρική και τη Νότια Αμερική, για τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Οι Απαρχές της Ορθοδοξίας στην Αμερική

Η Ορθοδοξία είχε φθάσει πρωτύτερα, την είχαν φέρει Ελληνες άποικοι στη Φλόριδα και έμποροι στη Νέα Υόρκη και τη Νέα Ορλεάνη. Ηταν στη Νέα Ορλεάνη όπου ιδρύθηκε η πρώτη Ελληνορθόδοξη εκκλησία χάρη σε δωρεά του Νικολάου Μπενάκη που ήταν ένας από τους Ελληνες βαμβακέμπορους που είχαν εγκατασταθεί εκεί. Στο μεταξύ, Ρώσοι Ορθόδοξοι ιερείς είχαν εμφανιστεί στην Αλάσκα που ενσωματώθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες το 1867. Το 1868 ιδρύθηκε μια ρωσική Ορθόδοξη εκκλησία στο Σαν Φρανσίσκο και σε λίγα χρόνια έγινε η έδρα της Ρωσικής Επισκοπής στην Αμερική. Ρωσικές εκκλησίες άρχισαν να εμφανίζονται παντού στις Ηνωμένες Πολιτείες. Το εκκλησίασμα στις περισσότερες αυτές εκκλησίες ήταν πολυεθνικό, το αποτελούσαν όχι μόνο Ρώσοι αλλά και Σλάβοι, Αραβες και Ελληνες.

Τη δεκαετία του 1890 ξεκίνησε ένα μεγάλο κύμα μετανάστευσης από την Ελλάδα στις ΗΠΑ, που προκλήθηκε αρχικά από κρίση στην αγροτική οικονομία της Πελοποννήσου. Μέχρι τη στιγμή που οι Ηνωμένες Πολιτείες εφάρμοσαν περιορισμούς στη μετανάστευση από την Νοτιοανατολική Ευρώπη στις αρχές της δεκαετίας του 1920, περίπου 400.000 Ελληνες είχαν φθάσει στην Αμερική. Ενας αριθμός από αυτούς θα επέστρεφε μετά από λίγα χρόνια αλλά πάνω από ένας στους τέσσερις, και όπως έδειξε ο αυξανόμενος αριθμός αφικνούμενων γυναικών χιλιάδες Ελληνες είχαν αποφασίσει να εγκατασταθούν μόνιμα και να δημιουργήσουν οικογένειες και κοινοτική ζωή στις ΗΠΑ. Οπου έμεναν, άρχισαν να δημιουργούν κοινοτικές οργανώσεις και εκκλησίες. Μάλιστα ο κύριος σκοπός της κοινοτικής οργάνωσης ήταν να διαχειριστεί τα ζητήματα της Εκκλησίας, για την οποία υπήρχε ανάγκη όχι μόνο για την άσκηση της λατρείας αλλά και για την τέλεση βαφτίσεων, γάμων και κηδειών. Εκεί που υπήρχαν λίγοι Ελληνες πήγαιναν σε ρωσική εκκλησία αλλά μόλις αποκτούσαν τη δυνατότητα, δημιουργούσαν Ελληνορθόδοξη εκκλησία. Και βέβαια τη χρησιμοποιούσαν και οι άλλοι πιστοί των Ανατολικών Ορθόδοξων εκκλησιών στις πόλεις όπου δεν υπήρχε δική τους εκκλησία.

Το Οικουμενικό Πατριαρχείο επιτηρούσε την Ορθόδοξη εκκλησία στη Διασπορά αλλά το 1908 παρέδωσε αυτή την εξουσία στην Εκκλησία της Ελλάδας. Την εποχή εκείνη οι Ελληνες δημιουργούσαν εκκλησίες χωρίς αναφορά στη Ρωσική Ορθόδοξη Αρχιεπισκοπή Αμερικής. Αντίθετα, επικοινωνούσαν με τους ιερείς στα χωριά τους ζητώντας τους να τους στείλουν κάποιον ιερέα ή μοναχό που μπορούσε να υπηρετήσει στην Αμερική. Η Εκκλησία της Ελλάδος δεν μπορούσε να ελέγξει την κατάσταση, υπήρχαν δεκάδες εκκλήσεις ενώ ιερείς και μοναχοί μαζί με μερικά ακατάλληλα άτομα ταξίδευαν μόνοι τους στην Αμερική αναζητώντας κάπου που θα μπορούσαν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους. Αυτά τα πρώτα χρόνια της παρουσίας της Ορθοδοξίας στην Αμερική επιβεβαίωσε το βαθύ θρησκευτικό αίσθημα των πρώτων μεταναστών, ανάδειξε τη δουλειά πολλών πρωτοπόρων ιερέων αλλά παράλληλα σημειώθηκαν ορισμένες ανώμαλες καταστάσεις με ιερείς που ήταν απροετοίμαστοι ή δεν είχαν τα προσόντα να καθοδηγήσουν μια ενορία στις ΗΠΑ.

Η Ιδρυση της Αρχιεπισκοπής 1918-1922

Ηταν ο Μητροπολίτης και Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Μελέτιος (Μεταξάκης) που επιλήφθηκε της κατάστασης και προσπάθησε να δημιουργήσει μια πιο αποτελεσματική οργανωτική δομή στην Εκκλησία της Αμερικής. Ταξίδευσε στις Ηνωμένες Πολιτείες το 1918 για να δημιουργήσει έναν κεντρικό διοικητικό οργανισμό. Μέχρι τότε είχαν εμφανιστεί πάνω από 150 ενορίες σε όλη τη χώρα. Χάρη στις προσπάθειες και τις πρωτοβουλίες του Μελέτιου, έγινε μια συγκέντρωση ιερέων στη Νέα Υόρκη το 1921 και αποφασίστηκε να δημιουργηθεί Αρχιεπισκοπή Βόρειας και Νότιας Αμερικής και να εκλεχθεί Αρχιεπίσκοπος ο Μητροπολίτης Αλέξανδρος (Δημόγλου) που ήταν στενός συνεργάτης του Μελέτιου. Στο τέλος εκείνου του έτους η Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου εξέλεξε τον Μελέτιο Οικουμενικό Πατριάρχη. Ενα από τα πρώτα μέτρα που έλαβε ο Μελέτιος ήταν η ανάκτηση της δικαιοδοσίας για την Εκκλησία της Αμερικής από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, και η επίσημη αναγνώριση της Αρχιεπισκοπής και του Αλέξανδρου ως Αρχιεπισκόπου τον Απρίλιο του 1922. Η Αρχιεπισκοπή περιλάμβανε τέσσερις επισκοπικές επαρχίες, της Νέας Υόρκης, της Βοστώνης, του Σικάγο και του Σαν Φρανσίσκο με την έδρα της Αρχιεπισκοπής στη Νέα Υόρκη. Στη Κωνσταντινούπολη ο Μελέτιος είχε γνώση των αυξανόμενων πολιτικών διαφορών ανάμεσα στους φιλοβασιλικούς και τους φιλοβενιζελικούς, καθώς και την απειλή που αντιμετώπιζε το Οικουμενικό Πατριαρχείο από τον τουρκικό εθνικισμό. Για αυτό το λόγο απέδωσε έναν βαθμό αυτονομίας στην Αρχιεπισκοπή.

Αρχιεπίσκοπος Αλέξανδρος (1922-1930)

Οι πολιτικές διαμάχες στην Ελλάδα επηρέασαν την Εκκλησία στην Αμερική και κυριάρχησαν στα πρώτα χρόνια της ιστορίας της Αρχιεπισκοπής. Ατυχώς ο «εθνικός διχασμός» ανάμεσα στους φιλοβασιλικούς και τους φιλοβενιζελικούς είχε δηλητηριάσει όλους τους τομείς της ζωής στην Ελλάδα και τις διασπορικές της κοινότητες. Ο Αλέξανδρος θεωρείτο φιλοβενιζελικός διότι είχε προταθεί από τον Μελέτιο που ήταν στενός συνεργάτης του Ελευθερίου Βενιζέλου. Αυτό σήμανε πως όχι όλοι οι κληρικοί και οι λαϊκοί στην Εκκλησία της Αμερικής το έκαναν αποδεκτό, και όπου είχαν αρκετή δύναμη, κράτησαν της ενορίες τους εκτός του κλίματος της Αρχιεπισκοπής. Η κατάσταση έγινε ακόμη πιο δύσκολη όταν ο φιλοβασιλικός Μητροπολίτης Βασίλειος (Κομβόπουλος) έφθασε στην Αμερική και για λίγα χρόνια κατάφερε να εγκαθιδρύσει μια «Αυτοκέφαλη» Ελληνορθόδοξη Εκκλησία στις ΗΠΑ με έδρα το Λόουελ στη Μασαχουσέτη. Διοικούσε περίπου 50 ενορίες σε αντίθεση με τις 120 ενορίες που παρέμεναν πιστές στην Αρχιεπισκοπή. Οι διαιρέσεις στην Εκκλησία στην Αμερική άρχισαν να επουλώνονται μόνο μετά τις συντονισμένες ενέργειες του Οικουμενικού Πατριαρχείου, της Εκκλησίας της Ελλάδος και του Ελληνα πρεσβευτή στην Ουάσιγκτον Χαράλαμπου Σιμόπουλου. Με τα πολλά ο Αλέξανδρος πείσθηκε να παραιτηθεί και αντικαταστάθηκε από τον Μητροπολίτη Κέρκυρας Αθηναγόρα (Σπύρου).

Αρχιεπίσκοπος Αθηναγόρας (1931-1949)

Η άφιξη του Αθηναγόρα στη Νέα Υόρκη τον Φεβρουάριο του 1931 σήμαινε το ξεκίνημα μιας νέας εποχής ανάπτυξης και ενδυνάμωσης της Αρχιεπισκοπής και της Ορθοδοξίας στην Αμερική. Ο νέος Αρχιεπίσκοπος έγινε δεκτός με ενθουσιασμό από όλες τις ελληνοαμερικανικές οργανώσεις και τις δύο μεγαλύτερες καθημερινές ελληνόφωνες εφημερίδες, την «Ατλαντίδα» και τον «Εθνικό Κήρυκα». Η υποδοχή έδειξε πως η Ομογένεια ήθελε να παραμερίσει τις διαιρέσεις του παρελθόντος και να συνεργαστεί για τη διατήρηση του Ελληνισμού στην Αμερική. Το οικονομικό «Κραχ» της Γουόλ Στριτ το 1929 και οι επιπτώσεις που είχε για τους Ελληνοαμερικανούς έπεισε τους ηγέτες της Ομογένειας πως έπρεπε να εστιάσουν την προσοχή τους στην επίλυση των οικονομικών προβλημάτων. Ο Αθηναγόρας, ένας δυναμικός και χαρισματικός κληρικός, μπόρεσε να ενώσει την Ομογένεια και να κερδίσει την εμπιστοσύνη της. Ενα από τα πρώτα πράγματα που έκανε ο Αθηναγόρας ήταν να ταξιδεύσει στην Ουάσιγκτον για να συναντήσει τον Αμερικανό πρόεδρο Χέρμπερτ Χούβερ.

Στους επόμενους μήνες ο Αθηναγόρας ταξίδευσε σε όλα τα μήκη και πλάτη της χώρας για να γνωρίσει την κατάσταση και τα θέματα που απασχολούσαν τις Ελληνορθόδοξες εκκλησίες. Γρήγορα διαπίστωσε πως οι ενορίες είχαν ελάχιστους πόρους, πως η ποιότητα του κλήρου ήταν άνιση από τόπο σε τόπο, και πως το επίπεδο των ελληνικών σχολείων ήταν χαμηλό. Τον Αύγουστο ανέπεμψε προσευχή και έκανε ομιλία στο συνέδριο της AHEPA (Αμερικανική Ελληνική Εκπαιδευτική Ενωση). Παρ’ όλο πως η AHEPA που ιδρύθηκε το 1922 είχε ασχοληθεί κυρίως με την ανάγκη να «αμερικανοποιηθούν» οι Ελληνες μετανάστες, σταδιακά αναγνώριζε τις ελληνικές τις ρίζες. Η παρουσία του Αθηναγόρα στο συνέδριο ήταν η αρχή μίας ολοένα πιο στενής συνεργασίας ανάμεσα στην Αρχιεπισκοπή και την AHEPA. Μέχρι τότε η Αρχιεπισκοπή διατηρούσε σχέσεις με τη ΓΚΑΠΑ (Ελληνοαμερικανική Προοδευτική Ενωση), μια μικρότερη οργάνωση που στόχευε στη διατήρηση της ελληνικότητας, η οποία σε αντίθεση με την AHEPA άρχισε να φθίνει μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Το Νοέμβριο του 1931 ο Αθηναγόρας ήταν έτοιμος να προτείνει μια σειρά από ριζικές αλλαγές στη ζωή και την οργάνωση της Ορθοδοξίας στην Αμερική. Ο Αρχιεπίσκοπος συγκάλεσε την 4η γενική συνέλευση της Εκκλησίας, θεσμό που μετονομάσθηκε ως Κληρικολαϊκό Συνέδριο. Μια σειρά από επίσημοι παραβρέθηκαν την πρώτη μέρα, στον ναό του Ευαγγελισμού στη Νέα Υόρκη: Ο Ελληνας πρεσβευτής, ο γενικός πρόξενος της Ελλάδας, εκπρόσωποι όλων των μεγάλων ελληνοαμερικανικών οργανώσεων και εφημερίδων. Όλοι οι παρευρισκόμενοι παρακολούθησαν μια εμπνευσμένη και ουσιαστική ομιλία που έθετε σε κίνηση τον μετασχηματισμό της Εκκλησίας. Ο Αθηναγόρας πρότεινε τρείς μεγάλες αλλαγές: την κατάργηση της αυτονομίας της Αρχιεπισκοπής από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, την ενδυνάμωση των εξουσιών του Αρχιεπισκόπου απέναντι στους επισκόπους και την κατάργηση της εξάρτησης των ενοριών από τις κοινοτικές οργανώσεις και την αυτονομία τους κάτω από την επίβλεψη της Αρχιεπισκοπής. Οι λόγοι που έδωσε ο Αθηναγόρας για αυτές τις αλλαγές ήταν πως μια στενή σχέση με την Κωνσταντινούπολη θα ενδυνάμωνε την Αρχιεπισκοπή σε σχέση με τις άλλες Ανατολικές Ορθόδοξες Εκκλησίες στην Αμερική, πως οι αυξημένες εξουσίες του Αρχιεπισκόπου θα προστάτευε την Εκκλησία από τις διαιρέσεις του παρελθόντος, πράγμα που θα έκανε και η ανεξαρτητοποίηση της ενορίας από την κοινοτική οργάνωση. Σημείωσε την αρνητική δύναμη ορισμένων λαϊκών στις ενορίες προσθέτοντας πως η υπέρμετρη επιρροή των λαϊκών ήταν χαρακτηριστικό της Προτεσταντικής Εκκλησίας αλλά όχι της Ορθόδοξης.

Αυτή η τελευταία αλλαγή συνάντησε την μεγαλύτερη αντίθεση σε τοπικό επίπεδο. Με την υιοθέτησή της η ενορία αντικαθιστούσε την κοινότητα διότι αναλάμβανε τη διαχείριση των σχολείων και των φιλανθρωπικών δραστηριοτήτων. Μετά από περίπου δύο δεκαετίες έτσι και έγινε, οι ενορίες είχαν αφομοιώσει τις κοινότητες. Από τότε, ως η κυριότερη ελληνοαμερικανική οργάνωση σε τοπικό επίπεδο επέβλεπαν τα σχολεία και οργάνωναν φιλανθρωπικές δραστηριότητες μέσω της Φιλόπτωχου Κυριών. Και τα σχολεία και η Φιλόπτωχος απέκτησαν επιτροπές παναμερικανικής εμβέλειας κάτω από την επίβλεψη της Αρχιεπισκοπής. Και οι αυξανόμενες δραστηριότητες των Φιλόπτωχων στις δεκαετίες που ακολούθησαν πιστοποίησαν τον κεντρικό ρόλο που παίζουν οι γυναίκες στην Ορθοδοξία στην Αμερική.

Αναφορικά με την εκπαίδευση η αλήθεια είναι πως από τότε μέχρι και τις μέρες μας η διατήρηση της Ελληνικής Παιδείας στο αμερικανικό περιβάλλον παρουσιάζει πολλές δυσκολίες. Μέτρα που έχουν ληφθεί για την αύξηση των μισθών των δασκάλων, για τη βελτίωση της ποιότητας της εκπαιδευτικής ύλης δεν έχουν πετύχει, με εξαίρεση ορισμένων περιπτώσεων χάρη στη συμβολή πεφωτισμένων εκπαιδευτικών.

Στη συνέχεια, ο Αθηναγόρας πήρε και άλλες πρωτοβουλίες για να αναβαθμίσει την πνευματική και εκπαιδευτική ζωή της Εκκλησίας. Το 1934 άρχισε η έκδοση του «Ορθόδοξου Παρατηρητή» αρχικά σε μορφή περιοδικού, αργότερα ως εφημερίδα και στις μέρες μας διαδικτυακά. Το 1937 η Αρχιεπισκοπή ίδρυσε τη Θεολογική Σχολή του Τίμιου Σταυρού για την προετοιμασία ιερέων που θα υπηρετούσαν σε ενορίες στις Ηνωμένες Πολιτείες. Αρχικά η έδρα του ήταν στο Πόμφρετ στο Κονέκτικατ, και το 1946 μεταφέρθηκε στο Μπρούκλαϊν, προάστιο της Βοστώνης. Στον ίδιο χώρο συστεγάζεται και το Ελληνικό Κολέγιο που ιδρύθηκε το 1968. Το 1944 ιδρύθηκε η Ακαδημία Αγίου Βασιλείου όπου στεγάστηκε ορφανοτροφείο και Ακαδημία γυναικών μέχρι το 1973. Σήμερα το ίδρυμα φιλοξενεί και φροντίζει παιδιά που έχουν ανάγκη ενός στοργικού και χριστιανικού περιβάλλοντος.

Όταν η Ελλάδα απέρριψε την Ιταλική πρόκληση με το γνωστό «ΟΧΙ» την 28 Οκτωβρίου 1940 και εισήλθε στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, μια ομάδα Ελληνοαμερικανών ηγετών με επικεφαλής τον επιχειρηματία Σπύρο Σκούρα αποφάσισε να δημιουργήσει την Greek War Relief Association (GWRA) με σκοπό την παροχή βοήθειας στην Ελλάδα. Είναι χαρακτηριστικό πως ζήτησαν την ευλογία και τη συνδρομή του Αθηναγόρα και πως η πρώτη συνάντηση έγινε στα γραφεία της Αρχιεπισκοπής υπό τη προεδρία του Αρχιεπισκόπου. Η GWRA ήταν δραστήρια σε όλη τη διάρκεια του Ελληνο-ιταλικού πολέμου του 1940-41 και της Κατοχής και ο Αθηναγόρας έπαιξε ηγετικό ρόλο κατευθύνοντας τη συλλογή υλικών για την Ελλάδα από τις ενορίες.

Τον Νοέμβριο του 1948 ο Αθηναγόρας εκλέχθηκε Οικουμενικός Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως. Ηταν τότε η εποχή του Ψυχρού Πολέμου και υπήρχαν ανησυχίες για την επιρροή που θα μπορούσε να ασκήσει στο Πατριαρχείο η Εκκλησία της Ρωσίας που ήταν κάτω από τον έλεγχο του σοβιετικού καθεστώτος. Ο ρόλος του Αμερικανού προέδρου Χάρι Τρούμαν, με τον οποίο ο Αθηναγόρας είχε πολύ καλές σχέσεις ήταν καθοριστικός στην επιλογή του νέου Οικουμενικού Πατριάρχη. Το 1949 ο Αθηναγόρας ταξίδευσε στην Κωνσταντινούπολη για να αναλάβει τα καθήκοντά του με το προσωπικό αεροπλάνο του Αμερικανού Προέδρου.

Αρχιεπίσκοπος Μιχαήλ (1950-1958)

Τον Αθηναγόρα αντικατέστησε ο Μιχαήλ (Κωνσταντινίδης) που παρέμεινε Αρχιεπίσκοπος μέχρι τον θάνατό του το 1958. Αρχικά είχε εκλεγεί ο Τιμόθεος Ρόδου αλλά πέθανε αιφνιδιαστικά πριν αναλάβει τα καθήκοντά του. Από το 1927 μέχρι το 1939 είχε υπηρετήσει ως ο ιερέας του ναού της Αγίας Σοφίας στο Λονδίνο και το 1939 εξελέγη μητροπολίτης Κορίνθου. Είχε διακριθεί για τις θεολογικές του γνώσεις και τις διοικητικές του ικανότητες. Ο Μιχαήλ έφθασε στις ΗΠΑ σε μία στιγμή που η Ελληνο-αμερικανική κοινότητα σημείωνε σημαντική κοινωνική άνοδο, ενσωματώνονταν στην αμερικανική κοινωνία και έχαιρε αναγνώρισης και σεβασμού. Και όμως ο Μιχαήλ κατόρθωσε να εμβαθύνει την πνευματική ζωή της Εκκλησίας, να ενισχύσει τη χρήση της ελληνικής γλώσσας και συγχρόνως να προσαρμοστεί στις ανάγκες τις νεότερης γενιάς που είχε γεννηθεί στην Αμερική. Ιδρυσε το 1951 μια επιτυχημένη οργάνωση νέων στην οποία επέτρεψε τη χρήση της αγγλικής γλώσσας και μέχρι το 1958 είχε αποκτήσει τμήματα σε 250 ενορίες. Ιδρυσε επίσης κυριακάτικα κατηχητικά προγράμματα στα Αγγλικά. Και ενώ ο Αθηναγόρας είχε θεσπίσει το «μονοδολάριον» δηλαδή την εισφορά μέλους ενός δολαρίου, ο Μιχαήλ αύξησε την εισφορά με το «δεκαδολάριον» βοηθώντας σημαντικά την οικονομική κατάσταση της Αρχιεπισκοπής.

Σημειώνοντας την άνοδο της κοινωνικής θέσης της Ομογένειας και την παράλληλη άνοδο του θρησκευτικού αισθήματος στις ΗΠΑ ο Μιχαήλ έκανε τις απαραίτητες ενέργειες για να πετύχει την αναγνώριση της Ορθοδοξίας ως «4ης επίσημης θρησκείας» στις ΗΠΑ δίπλα στον Προτεσταντισμό, τον Καθολικισμό και τον Εβραϊσμό. Επιπλέον, ο Μιχαήλ που είχε σπουδάσει στη Θεολογική Σχολή της Αγίας Πετρούπολης και είχε ζήσει τα γεγονότα της Ρωσικής Επανάστασης ασκούσε έντονη δημόσια κριτική στον κομμουνισμό. Το γεγονός αυτό τον βοήθησε να συνεχίσει τις καλές σχέσεις της Αρχιεπισκοπής με τον Λευκό Οίκο που είχε εγκαινιάσει ο Αθηναγόρας. Ο πρόεδρος Αϊζενχάουερ τον προσκάλεσε να αναπέμψει προσευχή στην τελετή ορκωμοσίας του τον Ιανουάριο του 1957. Ηταν ο πρώτος κληρικός της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας που συμμετείχε σε τελετή ορκωμοσίας Αμερικανού Προέδρου.

Στο τέλος της ποιμαντορίας του Μιχαήλ η Αρχιεπισκοπή απέκτησε οίκο ευγηρίας.

Ιδρύθηκε ως «Σπίτι του Πρωτοπόρου» από τον Μιχαήλ, ο οποίος έκανε την πρώτη δωρεά για την αγορά του κτιρίου στο Γιόνκερς, πόλη κοντά στη Νέα Υόρκη, που άνοιξε τις πόρτες του το Μάιο του 1958. Το 1966, οκτώ χρόνια μετά την εκδημία του, το ίδρυμα μετονομάστηκε προς τιμήν του σε Οίκος Ευγηρίας «Αγιος Μιχαήλ» από τον διάδοχό του Αρχιεπίσκοπο Βορείου και Νοτίου Αμερικής Ιάκωβο. Τον Δεκέμβριο του 2020 ο νυν Αρχιεπίσκοπος Ελπιδοφόρος τέλεσε τον αγιασμό των νέων εγκαταστάσεων του οίκου ευγηρίας στο Γιούνιοντεϊλ στο Λονγκ Αϊλαντ.

Αρχιεπίσκοπος Ιάκωβος (1959-1996)

Το Οικουμενικό Πατριαρχείο επέλεξε τον Ιάκωβο (Κουκούζη) ως τον διάδοχο του Αρχιεπισκόπου Μιχαήλ. Ο Ιάκωβος αναδείχθηκε σύντομα ως ηγετική μορφή της Ανατολικής Ορθόδοξης ζωής στις ΗΠΑ και μια από τις πιο σημαντικές φυσιογνωμίες στην ιστορία των Ελλήνων στην Αμερική. Συνδύασε την ποιμαντορία του με μια εθναρχική ενασχόληση με τα εθνικά θέματα του Ελληνισμού. Η συμμετοχή τους στις ελληνο-αμερικανικές διπλωματικές διαβουλεύσεις αναδείχθηκε ως ο εκπρόσωπος της ελληνοαμερικανικής κοινότητας και ως διαμεσολαβητής ανάμεσα στην Ομογένεια, την Ελλάδα και τις ΗΠΑ. Είχε γεννηθεί στην Ιμβρο, και ως παιδί ήταν μάρτυρας της παραχώρησης του νησιού στην Τουρκία και αυτό το τραυματικό γεγονός καθόρισε την ενασχόληση του στις ελληνο-τουρκικές σχέσεις σε όλη τη ζωή. Κατά πολύ πορεύτηκε ως εθνάρχης όπως και άλλοι εξέχοντες ηγέτες της Ορθοδοξίας είχαν κάνει στο παρελθόν. Οι δραστηριότητές του έγιναν αντικείμενο μεγάλου θαυμασμού όμως και ορισμένων επικρίσεων, αλλά ανεξάρτητα από αυτό αναγνωρίζεται πως εξύψωσε την Ορθοδοξία και συνέβαλλε στην ενότητα των Ανατολικών Ορθόδοξων Εκκλησιών στην Αμερική ως ένας από τους ιδρυτές στη Διαρκή Συνέλευση Ορθοδόξων Επισκόπων Αμερικής (SCOBA) το 1960.

Πριν αναλάβει τα καθήκοντα του Αρχιεπισκόπου ο Ιάκωβος είχε υπηρετήσει ως ιερέας στις ΗΠΑ από το 1939 μέχρι το 1954, με την τελευταία του εφημεριακή θέση ως προϊστάμενος του Καθεδρικού Ναού του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου στη Βοστώνη. Το 1954 διορίστηκε πρώτος Μόνιμος Αντιπρόσωπος του Οικουμενικού Πατριαρχείου στην έδρα του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών στη Γενεύη. Έτσι λοιπόν τη στιγμή που ανέλαβε ως Αρχιεπίσκοπος γνώριζε καλά τα ζητήματα της Ομογένειας και των διεθνών υποθέσεων.

Με την ανάληψη των καθηκόντων του ο Ιάκωβος δήλωνε ξεκάθαρα πως η Ελληνορθόδοξη Εκκλησία δεν ήταν πλέον Εκκλησία μεταναστών και όφειλε να πορευθεί με την αυτοπεποίθηση θρησκείας που είχε θέση στον κορμό της αμερικανικής κοινωνίας, να λάβει υπόψη της την αφομοίωση των Ελληνοαμερικανών διατηρώντας όμως την ελληνική γλώσσα και τους δεσμούς με τη γενέτειρα. Εδειξε την δεκτικότητά του απέναντι στους αφομοιωμένους Ελληνοαμερικανούς στην ομιλία του στην Κληρικολαϊκή Συνέλευση στο Ντένβερ, το 1964. Την επόμενη χρονιά ανταποκρίθηκε στο κάλεσμα του ηγέτη του κινήματος για τα δικαιώματα των μαύρων Αμερικανών Αιδεσιμότατου Μάρτιν Λούθερ Κινγκ και ταξίδευσε στην Αλαμπάμα. Εκεί ήταν από τους ελάχιστους λευκούς θρησκευτικούς ηγέτες που έλαβαν μέρος στη πορεία διαμαρτυρίας στο πλευρό του Κινγκ από την πόλη Σέλμα προς την πολιτειακή πρωτεύουσα Μοντγκόμερι. Με την πράξη του έσωσε την τιμή της Ορθοδοξίας και της Ελληνοαμερικανικής Κοινότητας διότι όχι μόνο δεν είχε υποστηρικτές ανάμεσά τους αλλά είχε πολλούς επικριτές. Φωτογραφία του Ιακώβου δίπλα στον Κινγκ στην Αλαμπάμα, που δημοσιεύτηκε στο εξώφυλλο του ευρείας κυκλοφορίας περιοδικού «LIFE», απεικονίζει την πιο περήφανη στιγμή στην ιστορία των Ελλήνων στην Αμερική. Σημειώνουμε πως ο Ιάκωβος δεν ήταν πολιτικά ριζοσπαστικός, την ίδια εποχή η Αρχιεπισκοπή είχε εκφρασθεί ρητά υπέρ του πολέμου στο Βιετνάμ. Και όταν το 1967 μια ομάδα συνταγματαρχών στην Ελλάδα εγκαθίδρυσαν το δικτατορικό καθεστώς της 21ης Απριλίου αυτό δεν εμπόδισε τον Ιάκωβο να τελέσει την ήδη προγραμματισμένη Κληρικολαϊκή Συνέλευση του 1968 στην Αθήνα όπου το καθεστώς τον έκανε δεκτό με μεγάλες τιμές. Το 1970 το κράτος παραχώρησε έκταση στη Δυτική Πελοπόννησο για να δημιουργήσει η Αρχιεπισκοπή καλοκαιρινή κατασκήνωση νέων. Μετά από ορισμένα χρόνια διαβουλεύσεων με το καθεστώς, και συνεχείς συμβουλές να επαναφέρει τη δημοκρατία και επιπλέον προσπάθειες μεσολάβησης ανάμεσα στην Αθήνα και τους εξόριστους Ελληνες πολιτικούς, ο Ιάκωβος πήρε θέση κατά της δικτατορίας. Με επιστολή του στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ το 1973 χαρακτήρισε το καθεστώς τυραννικό. Η κίνηση του αυτή έγινε δημόσια όταν δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Νιου Γιορκ Τάιμς» («NYT»). Στους 12 μήνες που μεσολάβησαν μέχρι την πτώση της δικτατορίας οι σχέσεις ανάμεσα στην Αρχιεπισκοπή και την Αθήνα είχαν ψυχρανθεί.

Με το τέλος του καθεστώτος και την επαναφορά της δημοκρατίας στην Ελλάδα στο φόντο της τουρκικής εισβολής και κατοχής του βορείου τμήματος της Κύπρου η ελληνοαμερικανική κοινότητα κινητοποιήθηκε στο πλευρό των Ελληνοκυπρίων. Εμφανίστηκαν διάφορες οργανώσεις «λόμπι» και μέσα σε λίγους μήνες έπεισαν το αμερικανικό Κογκρέσο να αναστείλει την πώληση στρατιωτικής βοήθειας στην Τουρκία από το 1975 μέχρι το 1978. Σε αυτή την περίοδο μια από αυτές τις οργανώσεις, το Ηνωμένο Ελληνοαμερικανικό Κογκρέσο με έδρα το Σικάγο και ηγέτη τον Ανδρέα Αθενς εξέφραζε τις θέσεις του Ιακώβου. Στο μεταξύ, ο Ιάκωβος είχε καταστήσει τον εαυτό του ως διαμεσολαβητή ανάμεσα στη Ουάσιγκτον και την Αθήνα και είχε συναντήσεις στον Λευκό Οίκο και με τον πρωθυπουργό Κωνσταντίνο Καραμανλή. Ο ρόλος του ως συνομιλητή με πολιτικούς ηγέτες είχε γίνει πραγματικότητα χάρη στην επισταμένη δουλειά του συνεργάτη του, π. Αλέξανδρου Καρλούτσου. Αυτά βοήθησαν να αντιστρέψουν την εικόνα που είχε δημιουργηθεί στην Ελλάδα για τον Ιάκωβο, ότι θεωρείτο υποστηρικτής της δικτατορίας που υπέθεταν πολλοί πως είχε εγκαταστήσει η CIA και έτσι ο αριστερός Τύπος τον είχε ονομάσει ΣΙΑκωβο. Ξαφνικά όμως γνώρισε εκτίμηση και θαυμασμό για τις δραστηριότητές του και άρχισε να περιγράφεται ως «εθνάρχης». Το κύρος του αυξήθηκε και στις Ηνωμένες Πολιτείες και το 1980 ο πρόεδρος Τζίμι Κάρτερ του απένειμε το Παράσημο της Ελευθέριας. Ήταν ο πρώτος Ελληνοαμερικανός που τιμήθηκε με αυτή την υψηλή διάκριση.

Με τα εκκλησιαστικά θέματα η Αρχιεπισκοπή είχε αντιμετωπίσει μια σοβαρή κρίση με ένα τμήμα της Ελληνοαμερικανικής Κοινότητας όταν έκανε δύο τολμηρές προτάσεις στην 20ή Κληρικολαϊκή Συνέλευση που έγινε στη Νέα Υόρκη. Εισηγήθηκε τη χρήση της Αγγλικής στη Θεία Λειτουργία κατά την κρίση τού κατά τόπους ιερέα, και τη δυνατότητα η Αρχιεπισκοπή να λαμβάνει ορισμένες αποφάσεις ανεξάρτητα από το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Η δεύτερη πρόταση συνδεόταν με την ανησυχία του πως η πρόσφατη Αυτοκεφαλία που είχε χορηγηθεί στη Ρωσική Εκκλησία θα ενδυνάμωνε τη θέση της απέναντι στην Αρχιεπισκοπή. Και οι δύο αυτές προτάσεις θα υποβάλλονταν για έγκριση στο Οικουμενικό Πατριαρχείο αλλά στο μεταξύ ιδίως η πρώτης γενιάς ομογενείς ηγέτες και ο ελληνόφωνος Τύπος ξεκίνησαν μια θορυβώδη καμπάνια για την απόρριψη αυτών των προτάσεων. Χάρη στην πρόσφατη άρση των περιορισμών στη μετανάστευση, είχε αυξηθεί σημαντικά ο αριθμός των Ελλήνων πρώτης γενιάς, πολλοί από αυτούς είχαν εγκατασταθεί στην Αστόρια και θεώρησαν πως το να επιτραπεί η χρήση της αγγλικής γλώσσας στη Λειτουργία θα παραμόρφωνε τον χαρακτήρα της Εκκλησίας. Εν τέλει το Οικουμενικό Πατριαρχείο απέρριψε τις προτάσεις του Ιακώβου αλλά στην πράξη τα αγγλικά άρχισαν να χρησιμοποιούνται όλο και πιο πολύ ιδίως στην αμερικανική ενδοχώρα.

Το 1984 η 25ετία της ποιμαντορίας του Αρχιεπισκόπου Ιακώβου εορτάστηκε με μια σειρά από εκδηλώσεις. Ανάμεσά τους ήταν τιμές από το Κογκρέσο, η ανακήρυξή του ως επίτιμου διδάκτορα του πανεπιστημίου Τεμπλ στη Φιλαδέλφεια διά χειρός του προέδρου του πανεπιστημίου Πίτερ Λιάκουρα, μια ειδική συναυλία κλασσικής μουσικής υπό τη διεύθυνση του Πίτερ Τιμπόρη, και μια συνέντευξη στη «Νιου Γιορκ Τάιμς» («NYT»). Την ίδια χρονιά, με πρωτοβουλία του Ιακώβου δημιουργήθηκε η οργάνωση Ηγεσία 100. Ο Ιάκωβος είχε δημιουργήσει από το 1966 το Τάγμα Αρχόντων Αγίου Ανδρέα που μέσω του Οικουμενικού Πατριαρχείου απένειμε τίτλους σε επιφανείς ομογενείς που υποστήριζαν την Εκκλησία. Με τη δημιουργία της Ηγεσίας 100 οι πιο εύποροι ομογενείς μπορούσαν να ενισχύσουν το έργο της Εκκλησίας με δωρεά 100 χιλιάδων δολαρίων. Τα ιδρυτικά μέλη ήταν οι Άρθουρ Αντον, Ανδρέας και Θωμάς Αθενς, Γεώργιος Τσιμπλής, Πίτερ Δίον, Μιχάηλ Τζαχάρης και Γεώργιος Κόκαλης, όλοι αποδημήσαντες εις Κύριον. Δείγμα της σημασίας αυτού του θεσμού και των υπηρεσιών του στην Ορθοδοξία είναι πως συνεχίζει τις δραστηριότητές του μέχρι σήμερα υπό την άξια καθοδήγηση της διευθύντριας του Πωλέτ Πούλος.

Τη δεκαετία του 1980 όλο και παραπάνω φωνές υψώθηκαν ζητώντας από τον Ιάκωβο να επιταχύνει την αμερικανοποίηση της Εκκλησίας. Πηγή αυτών των αιτιάσεων ήταν τα φαινόμενα της μείωσης του αριθμού γάμων ανάμεσα σε ζευγάρια Ελλήνων Ορθοδόξων, και των βαπτίσεων σε όλη τη χώρα. Για παράδειγμα ο αριθμός των βαπτίσεων το 1984 ήταν ο χαμηλότερος από το 1961 και οι γάμοι ανάμεσα σε Ελληνορθόδοξα ζευγάρια ήταν 1.821, ο χαμηλότερος από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο κοινωνιολόγος Τσαρλς Μόσκος και ο καθηγητής Παιδαγωγικής Στήβεν Κουνέλης ήταν ορισμένοι από τους σχολιαστές που συζητούσαν την ανάγκη να προσαρμοσθεί η Εκκλησία στην αμερικανοποίηση. Το 1988 ιδρύθηκε από μέλη της Εκκλησίας η οργάνωση Ορθοδόξων Χριστιανών Λαϊκών που είχε ανάμεσα στους στόχους της τη δημιουργία μιας αυτοδιοικούμενης αγγλόφωνης Ορθόδοξης Εκκλησίας στην Αμερική. Συνεχίζει τις δραστηριότητές της μέχρι σήμερα.

Οι κινήσεις του ιδίου του Ιακώβου προς την κατεύθυνση Πανορθόδοξης κίνησης στην Αμερική οδήγησαν τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο να ζητήσει και να λάβει παραίτηση του Ιακώβου το 1996 μετά από 37 χρόνια Αρχιεπισκοπίας. Ο Ιάκωβος είχε συναντηθεί στα τέλη του 1994 με τους ηγέτες των άλλων Ανατολικών Ορθόδοξων Εκκλησιών σε συνεδριακό χώρο που ανήκε στην Εκκλησία της Αντιοχείας, στο Λιγκονίερ στη Δυτική Πενσιλβάνια για να συζητήσουν τις προοπτικές συνένωσης που θα προϋπέθετε και κάποια μορφή αυτοδιοίκησης. Η περίπτωση να κινηθούν γρήγορα αυτές οι διεργασίες και χωρίς την έγκριση και τον έλεγχο του Πατριαρχείου ανησύχησε τον Βαρθολομαίο ο οποίος και αντέδρασε δυναμικά και έβαλε τέλος σε αυτή τη διαδικασία. Χιλιάδες πιστών μαζεύτηκαν υπό βροχή στο Σέντραλ Παρκ της Νέας Υόρκης για την αποχαιρετιστήρια Λειτουργία του Ιακώβου.

Αρχιεπίσκοπος Σπυρίδων (1996-1999)

Το να αντικαταστήσει τον Αρχιεπίσκοπο Ιάκωβο θα ήταν πολύ δύσκολο για κάθε κληρικό και αυτό συνέβη στην περίπτωση του Σπυρίδωνα (Παπαγεωργίου) Μητροπολίτη Ιταλίας τον οποίον επέλεξε το Οικουμενικό Πατριαρχείο ως τον διάδοχο του Ιακώβου. Ο Σπυρίδων είχε γεννηθεί στις Ηνωμένες Πολιτείες αλλά είχε κάνει τις θεολογικές του σπουδές στην Ευρώπη όπου είχε παραμείνει. Τελικά η παραμονή του Σπυρίδωνος ήταν βραχεία για μια σειρά από λόγους, η πολιτεία του θεωρήθηκε υπερβολικά παραδοσιακή και ο τρόπος που ασκούσε τις εξουσίες του αποξένωσε πολλούς γύρω του. Μια σημαντική του προσφορά όμως ήταν η δουλειά μιας επιτροπής εμπειρογνωμόνων για την ελληνική παιδεία που ηγήθηκε ο γνωστός καθηγητής ξένων γλωσσών Τζον Ρασσιά.

Τη στιγμή της παραίτησης του Ιακώβου το Οικουμενικό Πατριαρχείο εφάρμοσε μια σειρά από διαρθρωτικές αλλαγές στη δομή της Αρχιεπισκοπής. Το αρχικό σχήμα της Αρχιεπισκοπής Βορείου και Νοτίου Αμερικής χωρίστηκε σε Αρχιεπισκοπές του Καναδά, της Κεντρικής Αμερικής, της Νότιας Αμερικής και Αμερικής (δηλαδή των Ηνωμένων Πολιτειών) και στις ΗΠΑ οι επισκοπικές περιφέρειες έγιναν μητροπολιτικές αποκτώντας μεγαλύτερη αυτονομία από την Αρχιεπισκοπή. Παράλληλα ενδυναμώθηκαν οι δικαιοδοσίες του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Η περίοδος του Σπυρίδωνος δεν πρέπει να θεωρηθεί απλή παρένθεση στην ιστορία της Αρχιεπισκοπής. Ούτε οι δυσκολίες που αντιμετώπισε πρέπει να εκληφθούν ως αποκλειστικά προϊόντα της προσωπικότητάς του ή του τρόπου που διοικούσε. Ο Σπυρίδων αντιπροσώπευε μια παραδοσιακή προσέγγιση στην επίλυση των ζητημάτων της Αρχιεπισκοπής που αποδείχθηκε ακατάλληλος διότι η Αμερικανοποίηση είχε ήδη προχωρήσει. Και το διακύβευμα για τους διαδόχους του ήταν και παραμένει πως θα ισορροπήσουν ανάμεσα στις παραδόσεις της Ορθοδοξίας και την νεωτερικότητα της Αμερικής.

Αρχιεπίσκοπος Δημήτριος (1999-2019)

Ο επόμενος Αρχιεπίσκοπος, ένας κληρικός με βαθιές θεολογικές γνώσεις που είχε διδάξει στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ, ο Βρεσθένης Δημήτριος (Τρακατέλλης) ανέλαβε το 1999. Με τη πολιτεία του και λόγω του ήπιου χαρακτήρα του ο Δημήτριος έπαιξε έναν κατευναστικό ρόλο μετά από τα χρόνια εντάσεων που είχε περάσει η Αρχιεπισκοπή. Στην ενθρόνισή του ο Δημήτριος μίλησε για την ανάγκη καλλιέργειας της πίστης, της εξάσκησης αγάπης και φιλανθρωπίας και της ισχυροποίησης των δεσμών της Εκκλησίας με την ανθρωπότητα. Πολύ σύντομα ο Δημήτριος αναγκάστηκε να αντιμετωπίσει μια σειρά από πιο πρακτικά ζητήματα εκτός από αυτά που προϋπήρχαν όπως οι δυσκολίες εκπαίδευσης νέων κληρικών και την αυξανόμενη εκκοσμίκευση της αμερικανικής κοινωνίας που επηρέαζε και την Ομογένεια.

Αμέσως μετά την επίθεση των τρομοκρατών στις 11 Σεπτεμβρίου του 2001 που κόστισε τη ζωή σχεδόν 3.000 ανθρώπων και κατέστρεψε τον ιερό ναό του Αγίου Νικολάου ο Δημήτριος προσέτρεξε στο «Σημείο Μηδέν» και ανέπεμψε προσευχές και ευλόγησε τον τόπο όπου τόσοι είχαν χάσει τη ζωή τους. Τις επόμενες εβδομάδες τέλεσε κηδείες και μνημόσυνα για τα θύματα της τραγωδίας, επισκέφθηκε τον χώρο επανειλημμένα, και επιβεβαίωσε τη θέληση της Αρχιεπισκοπής να ανοικοδομηθεί ο Ναός του Αγίου Νικολάου. Τον Δεκέμβριο του 2011 ο Δημήτριος μίλησε για τον αντίκτυπο της τρομοκρατικής επίθεσης στην πνευματική και κοινωνική ζωή σε μια διεθνή συνάντηση στις Βρυξέλλες όπου ήταν παρόντες πάνω από εκατό Χριστιανοί, Εβραίοι και Μουσουλμάνοι ηγέτες. Η συνάντηση διοργανώθηκε από τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο και τον πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης Ρομάνο Πρόντι.

Ο Δημήτριος ήταν επικεφαλής διαφόρων φιλανθρωπικών ενεργειών για την αντιμετώπιση φυσικών καταστροφών συμπεριλαμβανομένων και των πυρκαγιών στην Ελλάδα το 2007. Και όταν οι συνέπειες της οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα χειροτέρευσαν το 2012 ο Αρχιεπίσκοπος ηγήθηκε καμπάνιας για ανθρωπιστική βοήθεια που διοχετεύτηκε μέσω της μη κυβερνητικής οργάνωσης «Αποστολή» της Αρχιεπισκοπής Αθηνών. Παράλληλες ενέργειες έγιναν την επόμενη χρονιά με στόχο την παρόμοια κατάσταση στην Κύπρο.

Την εποχή εκείνη οργανώθηκε το πλούσιο ιστορικό αρχείο της Αρχιεπισκοπής. Το υλικό ταξινομήθηκε λεπτομερώς χάρη στις γνώσεις της κυρίας Νίκης Καλλέ, η οποία είχε υπηρετήσει ως γραμματέας του Αρχιεπισκόπου Ιακώβου, και ψηφιοποιήθηκε με δωρεές από το Ιδρυμα Σταύρος Νιάρχος, από το Ιδρυμα Στέφανου και Αικατερίνης Παππά και από την Ηγεσία 100.

Το μόνιμο πρόβλημα των οικονομικών της Αρχιεπισκοπής έγινε ακόμη πιο περίπλοκο με τις πολύμορφες διαδικασίες συλλογής χρημάτων για την ανοικοδόμηση του Αγίου Νικολάου. Επρόκειτο για ένα πολύ φιλόδοξο όραμα με μεγάλο κόστος και τη συμμετοχή του διεθνούς εμβέλειας αρχιτέκτονα Σαντιάγκο Καλατράβα. Είχε σκοπό όχι μόνο να αποτελεί αποκλειστικό χώρο λατρείας για τους Ορθόδοξους πιστούς. Θα υπήρχε ξεχωριστό τμήμα το οποίο θα υποδεχόταν πιστούς κι άλλων δογμάτων και θρησκειών προκειμένου να μπορούν κι εκείνοι να τιμούν τη μνήμη των νεκρών τους. Τα οικονομικά προβλήματα της Αρχιεπισκοπής αντιμετωπίστηκαν με τη δημιουργία του Ιδρύματος Πίστης (FAITH Foundation) που είχε σκοπό να χρηματοδοτεί προγράμματα ιδίως για νέους για την καλύτερη κατανόηση της Ορθοδοξίας και του Ελληνισμού. Οι ιδρυτές που κατέθεσαν ένα εκατομμύριο δολάρια ο καθένας ήταν οι Γεώργιος Μπεχράκης, Νικόλαος Μπούρας, Γεώργιος Κουμάνταρος, Πέτρος Κικής, Τζέιμς Μοσχοβίτης, Ιωάννης Παπατζόν, Ιωάννης Παγιαυλάς και ο Αλεξ Σπανός. Αλλά οι οικονομικές προκλήσεις της συλλογής και σωστής διαχείρισης χρημάτων για τον Αγιο Νικόλαο ξεπέρασαν τις δυνατότητες του Αρχιεπισκόπου που ήταν καλύτερα προετοιμασμένος να μοιραστεί τις βαθιές θεολογικές του γνώσεις και όχι να αναλάβει τη διαχείριση ενός τόσο πολύπλοκου εγχειρήματος. Ο Αρχιεπίσκοπος έδωσε τη παραίτησή του συμπληρώνοντας μια εικοσαετία ποιμαντορίας.

Αρχιεπίσκοπος Ελπιδοφόρος

Εάν η εκλογή του Δημητρίου είχε σκοπό να κατευνάσει τα πνεύματα στην Εκκλησία της Αμερικής, η εκλογή του διαδόχου του Ελπιδοφόρου (Λαμπριανίδη) τον προσκαλούσε να αντιμετωπίσει δυναμικά τα σοβαρά θέματα που είχαν δημιουργηθεί στην πορεία ανοικοδόμησης του Ναού του Αγίου Νικολάου, να εισηγηθεί αναγκαίες αλλαγές και να αναζωογονήσει την εκκλησιαστική ζωή. Γεννημένος στην Κωνσταντινούπολη, ο Ελπιδοφόρος ανήκε στο κλίμα του Οικουμενικού Πατριαρχείου και είχε διδάξει στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης. Ετυχε θερμότατης υποδοχής από την Ομογένεια φθάνοντας στις ΗΠΑ το 2019. Σαν να μην είχε αρκετά σοβαρά προβλήματα να αντιμετωπίσει, υποχρεώθηκε σχεδόν αμέσως να διαχειριστεί τις επιπτώσεις της πανδημίας του Covid-19, που είχε επιπτώσεις πάνω στο τρόπο που θα τελούνταν οι Λειτουργίες. Ο Ελπιδοφόρος αντέδρασε αποφασιστικά δηλώνοντας ξεκάθαρα πως η επιστήμη και η θρησκεία μάς υποχρεώνουν να λάβουμε όλα τα δυνατά μέτρα να προστατεύσουμε τους εαυτούς μας και τις οικογένειες μας από την εξάπλωση του Covid-19 η άλλων ιών. Σε στιγμές κρίσης όπως αυτές πρέπει να επαγρυπνούμε ως κοινότητα για να μην επιτρέψουμε στις εκκλησίες μας να γίνουν εστίες μόλυνσης.

Μια άλλη απρόσμενη εξέλιξη ήταν η εμφάνιση του κινήματος των μαύρων Αμερικανών Black Lives Matter δυστυχώς μετά από περιπτώσεις βίας αστυνομικών κατά μαύρων πολιτών. Τον Ιούνιο του 2020 ο Ελπιδοφόρος αποδέχθηκε πρόσκληση του δημάρχου του Μπρούκλιν Eric Leroy Adams (Ερικ Λερόι Ανταμς) και του Ελληνοαμερικανού πολιτειακού γερουσιαστή Ανδρέα Gounardes (Ανδρέα Γουνάρδη) και συμμετείχε σε πορεία διαμαρτυρίας για τον θάνατο της Breonna Taylor στη γειτονιά Crown Heights στο Μπρούκλιν. Ο Ελπιδοφόρος δήλωσε πως είχε συμμετάσχει για να δείξει την αλληλεγγύη του με τους αδελφούς και τις αδελφές τους των οποίων τα δικαιώματα καταστρατηγούνται. Ευχαρίστησε τους παρευρισκόμενους για τη διατήρηση του ειρηνικού χαρακτήρα της πορείας, διότι η βία γεννά τη βία. Πρέπει να υψώσουμε τις φωνές μας κατά της αδικίας σε αυτή τη χώρα, είπε, προσθέτοντας πως έχουμε ηθικό χρέος να προστατεύσουμε την ιερότητα της ζωής όλων των ανθρώπων.

Η εκατονταετηρίδα της Αρχιεπισκοπής είναι ένα σημαντικότατο γεγονός που πρέπει να εορτασθεί και να τιμηθεί. Στη διάρκεια των εκατό της χρόνων η Αρχιεπισκοπή έχει κατορθώσει να προσαρμοσθεί στις μεταβαλλόμενες συνθήκες στην Αμερική και να προχωρήσει το έργο της. Η Ορθοδοξία είναι ριζωμένη στην παράδοση, ενώ η Αμερική είναι ή συμβολίζει τις συνεχείς αλλαγές και τη νεωτερικότητα. Δεν προξενεί έκπληξη πως το να ισορροπεί ένας θεσμός σαν την Αρχιεπισκοπή ανάμεσα σε αυτές τις αντίρροπες δυνάμεις ενέχει δυσκολίες και αποτελεί μεγάλη πρόκληση. Αυτήν πρέπει να αντιμετωπίσει η Αρχιεπισκοπή όπως εισέρχεται στον δεύτερο αιώνα της ύπαρξής της.
Πηγή: Εθνικός Κήρυκας

Εκκλησία Online

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.