Η Μονή Οσίου Λουκά, η Αγιά-Σοφιά της Ρούμελης [1], είναι οικισμός της κοινότητας Στειρίου,της δημοτικής ενότητας Διστόμου, του δήμου Διστόμου-Αράχοβας-Αντίκυρας, της περιφερειακής ενότητας Βοιωτίας, στην περιφέρεια Στερεάς Ελλάδας, χτισμένη σε υψόμετρο 430 μ. στο όρος Στείρι . Αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μνημεία της μεσοβυζαντινής τέχνης και αρχιτεκτονικής και περιλαμβάνεται στον κατάλογο μνημείων παγκόσμιας κληρονομιάς της UNESCO από κοινού με τα άλλα δύο σωζόμενα μοναστήρια της μεσοβυζαντινής περιόδου στην Ελλάδα, τη Νέα Μονή και τη Μονή Δαφνίου. Ο Όσιος Λουκάς είναι ωστόσο μεγαλύτερος και διαφέρει από το Δαφνί και τη Νέα Μονή στο ότι είναι αφιερωμένος σε ένα μοναδικό Όσιο, τον Όσιο Λουκά, ο εν τῷ Στειρίῳ όρει ασκήσας (29 Ιουλίου 896 – 7 Φεβρουαρίου 953).

Το μοναστήρι του Οσίου Λουκά βρίσκεται στο όρος Στείρι, στη τοποθεσία όπου βρισκόταν άλλοτε ναός της Στειρίτιδας Δήμητρας[3] και περιβάλλεται από οροπέδιο που καλύπτεται από ελαιώνα, σε ένα τοπίο ανέγγιχτο από τον χρόνο, δεν έχει αλλοιωθεί από οικιστική ή άλλη δραστηριότητα και διατηρεί την αυθεντικότητά του [4], [5],. Πληροφορίες για την ιστορία του μοναστηριού αντλούνται από τον βίο του Οσίου Λουκά, έργο ανωνύμου του 962, ο όποιος «φέρει την σφραγίδα της Ιστορίας» κατά τον ιστορικό Γ. Κρέμο, που τον δημοσίευσε για πρώτη φορά στα «Φωκικά» το 1874, έχει γραφεί με κάθε λεπτομέρεια, μετά το θάνατο του Οσίου, από ανώνυμο μοναχό. Ο συγγραφέας της βιογραφίας ήταν βαθύς γνώστης της κατάστασης και των γεγονότων της εποχής, ικανότατος θεολόγος και άριστος λόγιος. Δίνει αναμφισβήτητες πληροφορίες για το ναό και το μοναστήρι και παρέχει ιστορικές μαρτυρίες για τις μεγάλες επιδρομές των Σλάβων, των Αράβων, των Σαρακηνών, των Βουλγάρων κ.α. και τις Ακολουθίες της Κοιμήσεως και της Ανακομιδής του λειψάνου του, πηγές που θεωρούνται αξιόπιστες κατά τους αρχαιολόγους [6]. Σύμφωνα με τα στοιχεία αυτά, ιδρυτής της μοναστικής ζωής στη Μονή είναι ο ίδιος ο Όσιος, ο οποίος ασκήτευσε εκεί τα τελευταία επτά χρόνια της ζωής του (946-953). Είχε γεννηθεί στο Καστρί Φωκίδας το 896 από γονείς πρόσφυγες από την Αίγινα. Από νωρίς ακολούθησε το μοναχισμό και στα τέλη του 910 ή 911 βρίσκεται ως μοναχός στην Αθήνα, ύστερα σε διάφορα ησυχαστήρια της Φωκίδας και της αντίπερα κορινθιακής ακτής στο Κόρφο Κορινθίας. Οι μετακινήσεις του Οσίου υπαγορεύονταν από την απειλή των Βουλγάρων του Συμεών. Το 946/947 εγκαθίσταται στην τοποθεσία του σημερινού μοναστηριού και πεθαίνει το 953.

Ο Όσιος ήταν μορφή αγαπητή στον τοπικό πληθυσμό αλλά και στους αξιωματούχους του θέματος Ελλάδος του οποίου έδρα ήταν η Θήβα. Άσκησε φιλανθρωπικό και θεραπευτικό έργο ενώ είχε το χάρισμα να προφητεύει το μέλλον. Είχε μάλιστα προβλέψει το 941 την ανακατάληψη της Κρήτης από τον στρατηγό Νικηφόρο Φωκά επί Ρωμανού του Β΄ (961) με τα αποδιδόμενα λόγια: «Ρωμανὸς Κρήτην χειροῦται». Αυτές οι ικανότητες του οσίου και η φήμη του μετά θάνατον συνέβαλαν ώστε να αποκτήσει η περιοχή προσκυνηματικό ενδιαφέρον και μάλιστα ο στρατηγός του θέματος Κρηνίτης χρηματοδότησε την οικοδόμηση εκκλησίας όσο ζούσε ο όσιος το 946, την Αγία Βαρβάρα, η οποία ολοκληρώθηκε μετά το θάνατο του Οσίου. Ο Όσιος τάφηκε στο δάπεδο του κελιού του και το 955 μοναχοί έκτισαν σταυροειδές κτήριο γύρω από τον τάφο του καθώς και τα πρώτα κελιά της μοναστικής κοινότητας.

Οι πληροφορίες σχετικά με την οικοδόμηση νέου μεγαλοπρεπέστερου ναού με σκοπό την στέγαση του λειψάνου αποκλίνουν μεταξύ τους. Πάντως η ανακομιδή τοποθετείται στα 1011 και η ανέγερση του νέου καθολικού θεωρείται πως έγινε την εποχή που ηγούμενος ήταν κάποιος Φιλόθεος[6]. Στα 1014 το μοναστήρι ακμάζει και διαθέτει δύο μετόχια στην Εύβοια, στην Αντίκυρα και στον Άγιο Νικόλαο στα Καμπιά Βοιωτίας. Σύμφωνα με την συζήτηση που θέλει το μοναστήρι να απολαμβάνει αυτοκρατορικής εύνοιας (είτε του Ρωμανού Β’ ή του Βασιλείου Β’ ή του Κωνσταντίνου Μονομάχου) λόγω της μνημειώδους αρχιτεκτονικής του και του πλούσιου διακόσμου, ως επικρατέστερη εκδοχή θεωρείται η ανάμειξη αυτοκρατορικών εργαστηρίων επί Κωνσταντίνου Θ’ (Μονομάχου), η οποία συμπίπτει με μια γενικότερη αναγέννηση των τεχνών στο Βυζάντιο[7]. Οι αρχαιολόγοι διαφωνούν ως προς την χρονολόγηση των παλιότερων κτηρίων: ο Χατζηδάκης υποστηρίζει το 1011 (επί Βασιλείου Β’), ο Στίκας το 1042 (επί Κωνσταντίνου Θ’)[3].

Μετά το 1204 και τη Φραγκοκρατία στην Ελλάδα στο μοναστήρι εγκαθίστανται Λατίνοι μοναχοί ενώ με την Τουρκοκρατία επανέρχεται σε ελληνικά χέρια.

Τουρκοκρατία και Επανάσταση του 1821
Επί Τουρκοκρατίας, μετά τα Ορλωφικά, το 1770, το μοναστήρι υπήρξε στρατόπεδο του Ανδρέα Βερούση, που το χρησιμοποίησε για να μαζεύει εφόδια, για την περίθαλψη ασθενών και τραυματιών, για να κρατάει τους αιχμαλώτους Τούρκους και να προετοιμάζει τους νεαρούς άνδρες του για τον Αγώνα. Αποτέλεσε κύρια βάση της αντίστασής του και της δράσης του στην περιοχή [8]. Το 1780 μάλιστα, αφού του είχε γίνει πρόταση από τον βοεβόδα της Λιβαδειάς να διευθύνει τους αρματολούς της περιοχής, 3000 Τούρκοι περικυκλώνουν το μοναστήρι, για να το αιφνιδιάσουν και να τον πιάσουν. Ο Βερούσης, με τους αρματολούς του και τους καλόγερους, παρά τις απειλές των Τούρκων, αμύνεται στις επιθέσεις τους για 12 μέρες, κλεισμένος σε έναν πύργο της Μονής. Τελικά, καταφέρνει την έξοδό τους από το μοναστήρι το βράδυ, με την συμβολή του καλόγερου Συμεών Μαστρογεώργη, χωρίς να χάσει ούτε έναν άνδρα. [9] Αυτό όμως πυροδότησε την οργή των Τούρκων, που στράφηκαν εναντίον της Μονής και άρχισαν να την καταστρέφουν. Αφού γρονθοκόπησαν τους καλογέρους, έκλεβαν όλα τα πράγματα του μοναστηρίου, πυροβολούσαν τις εικόνες, ενώ μέχρι και ο αρχηγός τους αυτοκτόνησε από τον γυναικωνίτη του ναού. Αλλά και μακροπρόθεσμα, επιβλήθηκε στη μονή βαριά φορολογία.[10] Το 1790, ο Βερούσης άφησε το μοναστήρι, όταν ξεκίνησε την συνεργασία του με τον Λάμπρο Κατσώνη.

Μετέπειτα, και μέχρι το 1800 περίπου, η μονή αποτέλεσε βάση των κλεφτών και πηγή συγκρούσεων. Αυτήν την φορά υπό την ηγεσία ενός από τους τελευταίους άνδρες του Βερούση, του Γεωργίου Ιωάννου Σιδέρη, πιο γνωστού ως Καρκαλέτση.[11]

Κατά την Επανάσταση του ΄21, από το μοναστήρι δόθηκε η έναρξη του Αγώνα στην Ρούμελη. Εδώ βρέθηκε στα μέσα του Μάρτη 1821 ο δεσπότης Σαλώνων Ησαΐας Δεσφινιώτης μαζί με τον Αθανάσιο Διάκο, τον Βασίλη Μπούσγο και τον Φιλικό Ζαρείφη. Μαζί με άλλα μέλη της Φιλικής Εταιρείας, ηγουμένους και καλόγερους, αποφάσισαν και σχεδίασαν την έναρξη της επανάστασης, αμέσως μετά από τον Μοριά, και έδωσαν όρκο στο Ευαγγέλιο. [12] Ξημερώματα της 27ης Μαρτίου, μετά τον Όρθρο, ο Ησαΐας κήρυξε και επίσημα την έναρξη του Αγώνα· μέσα σε μία φορτισμένη ατμόσφαιρα σήκωσε την σημαία της επανάστασης για την Ρούμελη, αφού ένας ένας, οι μελλοντικοί αγωνιστές του φίλησαν το χέρι. Στην συνέχεια, οι καλόγεροι ρίχτηκαν με θάρρος και τόλμη στην μάχη. Αιχμαλώτισαν έναν ζαμπίτη και άλλους Τούρκους, τους οποίους σαν ένδειξη υποταγής, ο Μπούσγος ανάγκασε να περάσουν κάτω από το σπαθί του κατά την είσοδό τους στο μοναστήρι, και στρατολόγησαν χωριάτες. [13]

Τον Ιούνιο του ΄22 συγκεντρώθηκαν σε αυτό ο Ηλίας Μαυρομιχάλης και ο Νικηταράς, μετά από εντολή του Οδυσσέα Ανδρούτσου, για να επιστρέψουν στον Μοριά, καθώς είχαν πάει να υπερασπιστούν την Λιβαδειά. Εδώ μαζεύτηκαν επίσης οι ελληνικές δυνάμεις, για να ανασυνταχθούν μετά τις μάχες στην Λιβαδειά. [14]

Το μοναστήρι, υπό την απειλή του Δράμαλη το 1822, εγκαταλείφθηκε από τους περισσότερους καλόγερους. Μόνο τρεις παρέμειναν για να το φυλάγουν και να κάνουν τις απαραίτητες εργασίες και θρησκευτικές τελετές. Το καλοκαίρι οι Τούρκοι το λεηλάτησαν για οκτώ συνεχόμενες ημέρες και στο τέλος πυρπόλησαν τους ξενώνες. Οι μοναχοί που είχαν απομείνει δεν κατάφεραν να το υπερασπιστούν μόνοι τους. Ένα χρόνο αργότερα, ήρθαν πάλι Τούρκοι και το κατέκαψαν ολοσχερώς, οπότε κάηκε και ο αρχαίος ναός, πολλά σημαντικά στοιχεία για την ιστορία της μονής, ο διάκοσμός του κ.α. Μετά τη λεηλασία, εξαπλώθηκε λοιμός μεταξύ τω Τούρκων, το οποίο αποδόθηκε σε τιμωρία και θαύμα του Οσίου.[15]

Γενικά, λόγω της θέσης του, το μοναστήρι έγινε συχνά, επίκεντρο επιθέσεων και συγκρούσεων, αλλά και κρησφύγετο αρματολών, κλεφτών και γενικά αγωνιστών της επανάστασης. Η συμβολή του δεν περιορίστηκε μόνο σε αυτό, αλλά επεκτάθηκε και στην απλόχερη παροχή υλικών, κυρίως τροφίμων, όπου αυτά ήταν απαραίτητα, σε πολεμιστές και κατοίκους. [16]

Αρχιτεκτονική
Στη διάρκεια των αιώνων γνώρισε καταστροφές και λεηλασίες, ωστόσο διασώζει σπανιότατο αρχιτεκτονικό και διακοσμητικό πλούτο. Εργασίες αναστήλωσης ξεκίνησαν το 1938 από την Αρχαιολογική Υπηρεσία και την Αρχαιολογική Εταιρία και συνεχίζονται ως σήμερα με σημαντική επιτυχία.

Ο ναός της Παναγίας, ο παλιότερος στο συγκρότημα, είναι ο μόνος για τον οποίο είναι γνωστό ότι χτίστηκε στην κυρίως Ελλάδα το δέκατο αιώνα[17].

Ακολουθεί τον αρχιτεκτονικό τύπο του σύνθετου τετρακιόνιου σταυροειδούς εγγεγραμμένου ναού με τρούλο, ο οποίος διακρίνει την αρχιτεκτονική σχολή της Κωνσταντινούπολης. Στον κυρίως ναό προστέθηκε ευρύχωρος νάρθηκας, η λιτή. Στα δυτικά της λιτής ιδιότυπος εξωνάρθηκας αποτελείται από ένα ανοιχτό προστώο με δύο κλειστά διαμερίσματα στα δύο άκρα τα οποία προεξείχαν από το περίγραμμα του κυρίως ναού. Το νότιο διαμέρισμα του εξωνάρθηκα ενσωματώθηκε στη μεταγενέστερη εκκλησία, το καθολικό της μονής. Στη διάρκεια αναστηλωτικών εργασιών, κάτω από την ορθομαρμάρωση του καθολικού αποκαλύφθηκε μια εξαιρετική τοιχογραφία, που διακοσμούσε άλλοτε τον ανατολικό τοίχο του νοτίου διαμερίσματος του εξωνάρθηκα. Η μοναδική τοιχογραφία που σώθηκε από την αρχική διακόσμηση του ναού της Παναγίας ιστορεί την εμφάνιση του αρχάγγελου Μιχαήλ στον Ιησού του Ναυή πριν από την άλωση της Ιεριχούς. Τοιχογραφίες διασώζονται και στο νότιο σκέλος του σταυρού και το διακονικό. Παριστάνονται συνολικά πέντε μορφές ιεραρχών που έχουν χρονολογηθεί στο τέλος του 12ου αι[18].

Το Καθολικό, που χτίστηκε για να στεγάσει τα λείψανα του οσίου, είναι η μεγαλύτερη εκκλησία του συγκροτήματος και βρίσκεται στα νότια της εκκλησίας της Παναγίας. Ανήκει στον αρχιτεκτονικό τύπο του σταυροειδούς οκταγωνικού ναού, στον οποίο ο τρούλος (διαμέτρου περίπου 9 μ.) στηρίζεται σε οκτώ πεσσούς αντί των τεσσάρων του κανονικού εγγεγραμμένου σταυροειδούς ναού. Οι πεσσοί αυτοί είναι τοποθετημένοι πιο κοντά στους τοίχους διευρύνοντας τον κεντρικό χώρο του κυρίως ναού. Ο συγκεκριμένος τύπος είναι ειδικότερα γνωστός ως σύνθετος οκταγωνικός ή ηπειρωτικός, καθώς η σταυροειδής διάταξη διατηρείται στις καμάρες της οροφής και ανάμεσά τους παρεμβάλλονται ημιχώνια. Χαρακτηριστικό του τύπου είναι και η διαμόρφωση περιστώου γύρω από τον κεντρικό χώρο του κυρίως ναού.

Από τα παρεκκλήσια που πλαισιώνουν τον τετράγωνο πυρήνα ιδιαίτερη σημασία έχει το βορειανατολικό γιατί εκεί, και στο σημείο επικοινωνίας με τη βόρεια κεραία του σταυρού έχει τοποθετηθεί η μαρμάρινη λειψανοθήκη του οσίου. Είναι το τμήμα του καθολικού που συνδέεται με το ναό της Παναγίας, διευκολύνοντας τη διέλευση των προσκυνητών μπροστά από το λείψανο και την είσοδό τους στο ναό της Παναγίας. Ταυτόχρονα με το καθολικό κτίσθηκε η κρύπτη που έχει σε κάτοψη το σχήμα σταυροειδούς τετρακιόνιου ναού. Στην κρύπτη στεγάζεται ο αρχικός τάφος του οσίου Λουκά, που βρίσκεται στο βόρειο τοίχο, ακριβώς κάτω από το χώρο του καθολικού, όπου τοποθετήθηκε η λειψανοθήκη του οσίου. Δύο ακόμα τάφοι στην κρύπτη ανήκουν σε επιφανείς ηγούμενους του μοναστηριού[19].

Άλλα κτήρια που έχουν αναστηλωθεί είναι το βορδονάρειο (στάβλος), στο οποίο εκτίθενται αποτοιχισμένες τοιχογραφίες του 18ου αι. από το ναό του Αγίου Σπυρίδωνος μετόχι του Οσίου Λουκά στην περιοχή Στειρίου, το φωτάναμμα με τη χαρακτηριστική καπνοδόχο και η τράπεζα, που από το 1993 λειτουργεί ως μουσείο και περιλαμβάνει αρχιτεκτονικά μέλη από διάφορες οικοδομικές φάσεις της και ευρήματα από τη γύρω περιοχή.

Εκκλησία Online

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.