Το παρόν κείμενο αποτελεί την προσφορά των εκπροσώπων της Ιεράς μας Μητροπόλεως στην “Εθνοσυνέλευση των Νέων” που διοργάνωσε διαδικτυακά η Εκκλησία της Ελλάδος, στις 4 Ιανουαρίου του 2021 ως πρώτη επετειακή εκδήλωση για τα 200 από την Ελληνική Επανάσταση του 1821, σε μια σειρά εκδηλώσεων αφιερωμένη σε αυτήν. Καθώς το κείμενο που απέστειλαν οι εκπρόσωποι είχε λεκτικό περιορισμό, κρίθηκε σκόπιμο να επαυξηθεί εν προκειμένω, ώστε να περιλάβει το σύνολο των τοποθετήσεων των εκπροσώπων στην συνεδρίαση, αλλά και τους συλλογισμούς τους πάνω στο ζήτημα. Η εκπροσώπηση της Ιεράς μας Μητροπόλεως ανετέθη, κατόπιν ευλογίας και σεπτής προτροπής του Σεβασμιωτάτου, στους Εντιμότατους κκ Ηρακλή Νατσιόπουλο και Απόστολο Τσικρίκη.

Οι γράφοντες θεωρούν πως η απλή παράθεση χωρίων του κειμένου και ο σχολιασμός αυτών δεν έχουν να συνεισφέρουν ουσιαστικά στην συζήτηση. Έκριναν, λοιπόν, ωφέλιμο να υπομνηματίσουν το κείμενο υπό το πρίσμα του ζητούμενου[1] της ομάδας εργασίας, εμπλουτίζοντας την υπόθεση εργασίας με κοινωνικές θεωρίες[2]. Πρώτου, όμως, προχωρήσουν στο-εξ ορισμού- δύσκολο και ριψοκίνδυνο αυτό εγχείρημα, θα προσδιορίσουν σημασιολογικά δύο θεμελιώδης έννοιες, με απώτερο σκοπό την βαθύτερη κατανόηση τόσο του ζητουμένου, όσο και της ακολουθούσης ανάλυσης.

Αρχικά, ο όρος πολιτεία. Ο όρος πολιτεία αντιδιαστέλεται στον όρο κράτος, ως προς την έμφαση που δίνει ο κάθε ένας. Ο όρος “κράτος” δίνει έμφαση στην εξουσιαστική πτυχή του φαινομένου, δηλαδή στην πτυχή που έχει την δύναμη καταναγκασμού. Ο όρος πολιτεία νοεί την πολιτικά οργανωμένη κοινωνία, χωρίς να κάνει διάκριση μεταξύ κοινωνίας και εξουσίας. Εν προκειμένω, λοιπόν, οφείλουμε να ερευνήσουμε τις σχέσεις μεταξύ τόσο του κράτους όσο και της κοινωνίας με την εκκλησία, όπως αυτές διαφαίνονται στα προς μελέτη κείμενα.

Κρίνεται, επιπλέον, του προκειμένου ημών σκοπού εντός, η ανάλυση του όρου Συντάγματος. Το Σύνταγμα αποτελεί το θεμέλιο κείμενο μια κείμενο μια κοινωνίας και είναι κληρονόμημα της Αμερικανική και Γαλλικής Επανάστασης. “Πρόγονός” του είναι το κοινωνικό συμβόλαιο το οποίο αποτελεί το συγκερασμό δύο εννοιών: του φυσικού δικαίου και του consensus fidelium. Με πιο περιφραστικές διατυπώσεις, το κοινωνικό συμβόλαιο αποτελεί την συναίνεση των υπηκόων (consensus fidelium) για κάποια μορφή πολιτικής οργάνωσης, τονίζοντας πως το κράτος είναι δημιούργημα των ανθρώπων. Καθώς αποτελεί κάτι το επίκτητο, είναι φυσικό ως κοινωνικό και πολιτικό φαινόμενο να εκφράζει την εποχή του. Ταυτόχρονα, διασφαλίζει ορισμένα -ελάχιστα, έστω-δικαιώματα των ανθρώπων, ορμώμενο από το φυσικό δίκαιο(η έννοια αυτή αναλύεται παρακάτω). Καθώς τα ανωτέρω είναι προϊόντα της respublica christiana, δηλαδή της Χριστιανικής Ευρώπης, είναι, ως εκ τούτου, επηρεασμένα από τον Χριστιανισμό, και σε αρκετά κράτη, όπως η Ελλάδα αποτυπώνουνε τις Χριστιανικές Παραδόσεις και Ιστορικές καταβολές. Δεν μπορεί κανείς να παραβλέψει το γεγονός πως στο δυτικό πολιτισμό, το δίκαιο θεμελιώνεται σε ένα αξιακό σύστημα του οποίου καίρια στιγμή υπήρξε, μεταξύ άλλων και ο Χριστιανισμός. Για τον λόγο αυτό, θεωρήθηκες άξια μνημόνευσης η αναφορά αυτή.

Στο σημείο αυτό θα ακολουθήσει η ανάλυση των κειμένων της διακήρυξης της Ελληνικής Ανεξαρτησίας και του Προσωρινού Πολιτεύματος της Ελλάδος, ήτοι του Συντάγματος της Επιδαύρου:

Α) Το μέρος “περί θρησκείας του Συντάγματος”

Το περί θρησκείας μέρος του συντάγματος θα αναλυθεί σε δύο μέρη. Στο πρώτο θα αναδειχθεί η σημασία του όρου “επικρατούσα θρησκεία” και στο επόμενο θα ασχοληθούμε με την ανεκτικότητα που επιδεικνύει το Σύνταγμα προς τις υπόλοιπες θρησκείες.

Ι) Ο όρος επικρατούσα Θρησκεία: Η Αντανάκλαση του ιστορικό-πολιτισμικού συγκείμενου

Το πρώτο σημείο που χρήζει προσοχής είναι το μέρος με τον υπότιτλο “περί θρησκείας” στο οποίο διατυπώνεται σαφώς πως “η επικρατούσα θρησκεία εις την Ελληνική Επικράτεια είναι η της Ανατολικής Ορθοδόξου του Χριστού Εκκλησία” Στο σημείο αυτό πρέπει να γίνουν ορισμένες παρατηρήσεις. Αρχικά, το δίκαιο ως φαινόμενο αποτελεί έκφραση της ίδιας της κοινωνίας, η οποία αυτό-οργανώνεται μέσα από μια διαδικασία η οποία περιλαμβάνει την συμπερίληψη των αξιών και των ιστορικών παραδόσεων, στην συνέχεια, την μετατροπή σε κανόνες δικαίου και, τέλος, στην τήρηση των θεσμοθετημένων κανόνων στην καθημερινή ζωή της πολιτικά οργανωμένης κοινωνίας.

Αυτό ισχύει έτι περαιτέρω στην περίπτωση του Συντάγματος. Η διαδικασία σύνταξης του Συντάγματος είναι πολιτική διαδικασία και προ-δικαιϊκή εξουσία. Αυτό σημαίνει πως το ζητούμενο δεν είναι αν τηρείται μια συγκεκριμένη διαδικασία κατά την σύνταξή του (τυπική νομιμοποίηση), αλλά αν το Σύνταγμα αντανακλά τις αξίες του λαού και έχει την στήριξή του (ουσιαστική νομιμοποίηση). Ο Peter Haberle φρονούμε πως τα διατυπώνει καλύτερα από εμάς , για αυτό θα χρησιμοποιήσουμε αυτολεξεί τα όσα αναφέρει: « Σύνταγμα δεν είναι µμόνον ένα νομικό κείμενο ή ένα κανονιστικό ¨έργο κανόνων¨, αλλά και η έκφραση μίας πολιτισμικής κατάστασης-εξέλιξης, το µμέσον της πολιτισμικής αυτοπαρουσίασης ενός λαού, ο καθρέπτης της πολιτισμικής του κληρονομιάς και το θεμέλιο των ελπίδων του». Ως εκ τούτου, η διατύπωση περί θρησκείας στο Σύνταγμα του 1822 εκφράζει το σύνολο του πληθυσμού της Ελληνικής Επικράτειας και φέρει την σύμφωνη γνώμη αυτού, προϋπόθεση απαραίτητη για ένα σύνταγμα.

Επιπλέον, το Σύνταγμα και οι Διακηρύξεις ανεξαρτησίας δεν είναι φυσικά φαινόμενα, αλλά αποτελούν κατασκεύασμα των κοινωνιών, ως μια προσπάθεια δημιουργίας μιας πολιτικά οργανωμένης κοινωνίας και ένα προϊόν των εκάστοτε ιστορικό-πολιτισμικών συγκείμενων. Αυτό στη συγκεκριμένη περίπτωση ερμηνεύεται πως στην δεδομένη περίοδο ο Χριστιανισμός ήταν η επικρατούσα θρησκεία στην τότε Ελληνική Επικράτεια.

Θα ήταν παράληψη να μην αναφερθεί πως στην προμετωπίδα του Συντάγματος, “Εν Ονόματι της Αγίας και Αδιαιρέτου Τριάδος”, διαφαίνεται ακριβώς η Χριστιανική πίστη του Ελληνικού Λαού. Η επιλογή αυτή κάθε άλλο παρά τυχαία ήταν, καθώς απηχούσε της θέσεις της πλειοψηφίας του Ελληνικού Λαού.

ΙΙ) Η θρησκευτική ανοχή

Στην δεύτερη πρόταση της παραγράφου περί θρησκείας( Τίτλος Α-Τμήμα Α) ορίζεται ρητά πως “ανέχεται όμως η διοίκηση της Ελλάδας πάσαν άλλην Θρησκεία, και αι τελεται εκάστης αυτών επιτελούνται ακωλύτως”. Το σημείο αυτό , δηλώνει σαφή τω τρόπω, το δικαίωμα στην θρησκευτική ελευθερία. Δείχνει το πνεύμα σεβασμού προς την διαφορετικότητα που διακρίνει τους συντάκτες του κειμένου. Τέλος διαφαίνεται το φιλελεύθερο πνεύμα της Ορθοδόξου πίστης και επιβεβαιώνεται το προσφυέστατο ρηθέν υπό του Μητροπολίτου Ικονίου κ. Θεολήπτου ότι “η Εκκλησία είναι ο κατεξοχήν χώρος της γνησίου φιλαλληλίας και της αληθούς φιλαδελφείας”

Β) Οι σχέσεις Εκκλησίας-Κράτους

Στα κείμενα συνταγματικού χαρακτήρα, μεταξύ άλλων, προβλέπεται και ο τρόπος οργάνωσης της πολιτείας, τουλάχιστον σε θεμελιώδη μορφή. Σχετικά με το εν αναφορά θέμα, στο προσωρινό πολίτευμα της Ελλάδος, ορίζεται ένα υπουργείο θρησκείας, αρμόδιο για τα ζητήματα της εκκλησίας, γεγονός που υπονοεί την υπαγωγή της Εκκλησίας στο κράτος, στο πλαίσιο ενός κοσμικού κράτους, χωρίς όμως να καταργούνται οι διακριτοί ρόλοι τους στο κοινωνικό γίγνεσθαι.

Θα ήταν παράληψη να μην αναφερθεί πως τότε δεν υφίστατο Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος, αλλά οι Μητροπόλεις στην Επικράτεια του Ελληνικού Κράτος ανήκαν στο Οικουμενικό Πατριαρχείο. Το Αυτοκέφαλο δόθηκε μόλις το 1850, παρά την από χρόνων μονομερής και αντικανονική απόσχιση της Ελλαδικής Εκκλησίας και αφορούσε μόνο της τότε ελεύθερες περιοχές. Αυτό, ιδωμένο αντικειμενικό, αποτελεί εμπόδιο από τα πρώτα χρόνια της ανεξαρτησίας να ιδρυθεί ένα Ιερό Σώμα, κάποια Σύνοδος και το κενό αυτό να καλύπτεται από το Υπουργείο Θρησκείας, παρά την βραχεία ζωή του, που είχε επικεφαλής ανώτερο κληρικό.

Γ) Ανάλυση άλλων εννοιών

I) H έννοια του φυσικού δικαίου: Στα κείμενα γίνεται αναφορά στην έννοια του φυσικού δικαίου. Η έννοια αυτή προέρχεται από την Χριστιανική Θρησκεία και η θεωρία εκκινεί από την διαπίστωση πως ο άνθρωπος είναι φορέας φυσικών, αιώνιων, οικουμενικών και αναπαλλοτρίωτων δικαιωμάτων, καθώς είναι πλασμένος κατ’ εικόνα και καθ΄ ομοίωση του Θεού. Αργότερα, βέβαια, απαγκιστρώνεται η έννοια από τον Θείο λόγο και βασίζεται στον ορθό λόγο και, μετέπειτα, στην βούληση του ανθρώπου. Πάντως η διατύπωση αυτή αντανακλά την Χριστιανική παράδοση που ανήκαν τόσο αυτοί που συνέταξαν το Σύνταγμα, όσο και αυτοί στους οποίου απευθυνόταν.

Η έννοια αυτή έχει θεωρηθεί και ως ένας τρόπος χριστιανικής αντιμετώπισης των μη-Χριστιανών. Εφόσον, ο Θεός έπλασε όλους τους ανθρώπους ανεξαιρέτως κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσίν αυτού, δεν είναι δυνατόν οποιαδήποτε πολιτική εξουσία να αφαιρέσει τα δικαιώματα κάποιο ένεκεν θρησκευτικών, πολιτικών ή οποιοδήποτε πεποιθήσεων. Στα εξεταζόμενα κείμενα, μάλιστα, φαίνεται η προσέγγιση αυτή να είναι λογική, καθώς αν και Χριστιανική η μεγαλύτερη κοινωνική βάση, δεν αποστερεί δικαιωμάτων, ούτε προβλέπει διαφορετική μεταχείριση στους ανήκοντες σε άλλες θρησκείες.

ΙΙ) Ο Ιερός Πόλεμος: Στο κείμενο της διακηρύξεως γίνεται αναφορά σε “ιερό πόλεμο”. Ο όρος αυτός, αρχικά, δηλώνει την ύπαρξη ακλόνητου θρησκευτικού αισθήματος σε όλα τα στρώματα των επαναστατών, στοιχείο που λειτούργησε ως κίνητρο για τον ξεσηκωμό έναντι στην οθωμανική – μουσουλμανική κυριαρχία. Αξίζει να σημειωθεί ότι σε αντιδιαστολή με την ακώλυτη ενάσκηση της θείας λατρείας, είναι αναρίθμητο το πλήθος των νεομαρτύρων, που πότισαν με το αίμα τους το δέντρο της επανάστασης, στοιχείο που δηλώνει την περισυστολή του ανωτέρω δικαιώματος. Αναγκαία υπήρξε, λοιπόν, η παρουσία μίας “αρχής”, η οποία αποτέλεσε τον συνεκτικό κρίκο και κατέστησε δυνατή την οργάνωση και, εν τέλει, την επίτευξη των σκοπών της επανάστασης.

Συμπερασματικά, λοιπόν, σε όλο το κείμενο, διαφαίνονται οι σχέσεις πολιτείας-εκκλησίας. Τα προς μελέτη κείμενα, εξάλλου, αποτελούν έκφραση των αξιών της τότε Ελληνικής Κοινωνίας. Το Σύνταγμα αντανακλά τον αξιακό πυρήνα της πολιτικά οργανωμένης κοινωνίας, διεκδικώντας ελάχιστες εγγυήσεις έναντι της εξουσίας. Οι ιστορικές παραδόσεις, παράλληλα, είναι αδύνατον να μην αντανακλώνται στο Σύνταγμα και την διακήρυξη, και ο Χριστιανισμός, αποτελώντας την μακροβιότερη παράδοση του Ελληνισμού, είχε εγγραφεί πολλά χρόνια πριν στο DNA του Ελληνικού εθνοτικού στοιχείου. Παραλλήλως, ανέχεται τους ετερόδοξους, αναδεικνύοντας το πνεύμα μεγαλοψυχία του Χριστιανισμού και, μάλιστα, σε καιρούς δύσκολους για τον Ελληνικό λαό. Δοθέντων όλων των προειρημένων, Εκκλησία και Πολιτεία έχουν διακριτούς ρόλους, αλλά -ταυτοχρόνως- βρίσκονται σε σχέσεις αλληλεξάρτησης και αλληλοβοήθειας.

1 Οι ομάδες εργασίας στο συνέδριο ήταν πέντε. Οι εκπρόσωποι της Ιεράς Μητροπόλεως εντάχθηκαν στην πέμπτη ομάδα, με αντικείμενο το πώς διαφαίνονται οι Σχέσεις Εκκλησίας Πολιτείας μέσα από το Σύνταγμα της Επιδαύρου και την Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας.

2 Με τον όρο κοινωνικές θεωρίες νοούνται όλες οι θεωρίες που εμπίπτουν στο φάσμα των κοινωνικών επιστημών. Στο κείμενο, λόγω και των σπουδών του συντάκτη, χρησιμοποιούνται θεωρίες των πολιτικών επιστημών κατά κόρον, χωρίς να αποκλείονται οι υπόλοιπες κοινωνικές επιστήμες.

Εκκλησία Online
Αποστολή
Αξιολόγηση επισκεπτών 0 (0 ψήφοι)

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.