Του πρωθιερέα Ανδρέα Νόβικοφ - Πρόσφατα δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα της πρωτοβουλίας «Public Orthodoxy» («Δημόσια Ορθοδοξία»), που ανήκει στο Πανεπιστήμιο Φόρνταμ (ΗΠΑ) ένα ακόμη κείμενο εκκλησιαστικού-πολιτικού περιεχομένου από τη σειρά, η οποία στρέφεται κατά της θέσεως της Ρωσικής Ορθοδόξου Εκκλησίας στον διορθόδοξο διάλογο.

Το εν λόγω δημοσίευμα με τον άκρως φιλόδοξο τίτλο «Διακήρυξη κατά της διδασκαλίας για τον “ρωσικό κόσμο”», ξεχωρίζει από άλλες δηλώσεις αυτού του είδους από πληθώρα ανήθικων και ενίοτε απλώς χυδαίων και προφανώς επινοημένων κατηγοριών, αντιφατικών διατυπώσεων, αλλά και από τη διαστρέβλωση τόσο της θέσεως της Ρωσικής Ορθοδόξου Εκκλησίας εν γένει, όσο και απολύτως συγκεκριμένων δηλώσεων.

Ο πρωθιερέας Ανδρέας Νόβικοφ επιχειρεί την κριτική ανάλυση του δημοσιεύματος και απαντά σε αυτό με την πολεμική του.

________________

Στις 12 Μαρτίου 2022 δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα της πρωτοβουλίας «Public Orthodoxy» («Δημόσια Ορθοδοξία») του Πανεπιστημίου Φόρνταμ η «Διακήρυξη κατά της διδασκαλίας για τον “ρωσικό κόσμο”». [1]

Οι συντάκτες αυτής της Διακηρύξεως, οι οποίοι αυτοπροβάλλονται ως αυτόκλητοι εισαγγελείς και δικαστές της Ρωσικής Ορθοδόξου Εκκλησίας και του ρωσικού κράτους, προωθούν ταυτοχρόνως κατηγορίες και την καταδίκη του δόγματος (το οποίο για κάποιους λόγους πεισματικά αποκαλούν «διδασκαλία») του ρωσικού κόσμου, καθώς και της Ρωσικής Ορθοδόξου Εκκλησίας, προσωπικά του Αγιωτάτου Πατριάρχη Μόσχας και Πασών των Ρωσσιών Κυρίλλου, της Ρωσίας, της ρωσικής γλωσσικής και πολιτιστικής κοινότητας.

Το ύφος και το επίπεδο της επιχειρηματολογίας (ή μάλλον η έλλειψή τους) σε αυτή τη διακήρυξη, που συντάχθηκε στις ΗΠΑ, η πολύ πρόχειρη μετάφραση από τα αγγλικά στα ρωσικά προδίδουν ότι κατασκευάσθηκε εσπευσμένα με σκοπό να «ηχήσει ως πυροβολισμός» στο πλαίσιο της επίκαιρης αμερικανικής πολιτικής ημερήσιας διάταξης, που έχει κατακλυστεί από ρωσοφοβία.

Κάποιος στις Ηνωμένες Πολιτείες προφανώς αποφάσισε να αφαιρέσει από τον ρωσικό λαό το βασικότερο στήριγμά του, την ορθοδοξία, και παρήγγειλε το υπό εξέταση κείμενο, το οποίο υποτίθεται συντάχθηκε από ορθοδόξους θεολόγους.

Δεν αξίζει πάντως να υπερεκτιμήσουμε τη σημασία της Διακηρύξεως του Φόρνταμ. Αποτελεί τη θέση αποκλειστικά όσων την συνέταξαν και την συνυπέγραψαν, πολλοί εκ των οποίων είναι προ καιρού δεδηλωμένοι ρωσοφοβικοί, ενώ ορισμένοι ούτε καν έχουν οποιαδήποτε σχέση με την Ορθόδοξη Εκκλησία.

Χαρακτηριστική είναι η υποκρισία των συντακτών της Διακηρύξεως. Απαιτούν από τους ορθοδόξους χριστιανούς υπό την απειλή της καταδίκης («Καταδικάζουμε…») να αποδεχθούν την άποψη του ανωνύμου συγγραφέα της Επιστολής προς Διόγνητο ότι «Χριστιανοὶ γὰρ… πατρίδας οἰκοῦσιν ἰδίας, ἀλλ’ ὡς οἰκοῦσιν ἰδίας, ἀλλ’ ὡς πάροικοι», επομένως «πᾶσα ξένη πατρίς ἐστιν αὐτῶν, καὶ πᾶσα πατρὶς ξένη».

Και παραλλήλως στο ίδιο το κεντρικό σύνθημα της πρωτοβουλίας «Δημόσια Ορθοδοξία», ακριβώς πάνω από το κείμενο της Διακρύξεως αναγράφεται: «Ενώνοντας το εκκλησιαστικό, το ακαδημαϊκό και το πολιτικό».

Ενώ στη σελίδα, που διευκρινίζει τους σκοπούς και τους στόχους της λειτουργίας της πρωτοβουλίας, που αποτελεί κέντρο μελέτης του ορθόδοξου χριστιανισμού στο Πανεπιστήμιο Φόρνταμ, αναφέρεται ότι το κέντρο «δημιουργεί εικόνα», μεταξύ άλλων και της «γεωπολιτικής κάλυψης» της Ορθοδοξίας [2], εννοείται εκείνου, το οποίο οι ίδιοι εκεί θεωρούν «ορθοδοξία».

Τα ηγετικά στελέχη της πρωτοβουλίας της «Δημόσιας Ορθοδοξίας» για κάποιους λόγους (είναι κατανοητό για ποιους) στην αρχική φωτογραφία της παρουσίασής τους στην ιστοσελίδα ποζάρουν όχι με φόντο την «ξενιτιά» και τα σύμβολα της επουρανίου πατρίδας, αλλά με φόντο τη σημαία των ΗΠΑ.

Συνιδρυτές της πρωτοβουλίας είναι δύο άρχοντες του πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως στις ΗΠΑ, ο ένας εκ των οποίων είναι υπερήφανος για τις μεγάλες χορηγίες όχι από την επουράνια, αλλά από την απολύτως επίγεια αμερικανική πατρίδα του, ενώ η μεγάλη «προσφορά» του δευτέρου, πράγμα, που επίσης αναφέρεται στην ιστοσελίδα της πρωτοβουλίας, είναι η «εμβριθής μελέτη και η διασαφήνιση του ορθόδοξου χριστιανικού αξιολογικού-ηθικού δόγματος» από τη σκοπιά της φιλοσοφικής ιδέας…ενός πεπεισμένου άθεου, του φροϊντομαρξιστή, μεταμοντερνιστή και δεδηλωμένου ομοφυλοφίλου Μισέλ Φούκο.

Η πλήρης επωνυμία του Πανεπιστημίου, στο οποίο φιλοξενήθηκε η δημοσίευση της Διακηρύξεως και λειτουργεί η πρωτοβουλία «Δημόσια Ορθοδοξία» είναι το Πανεπιστήμιο των Ιησουιτών της Νέας Υόρκης. Το Πανεπιστήμιο, το οποίο ανοικτά προβάλλει στις εγκαταστάσεις του και στην κοινωνία «την ποικιλομορφία και την ενσωμάτωση», οι οποίες επικροτούνται σε όλες τις μορφές, συμπεριλαμβανομένου του «έμφυλου, πολιτιστικού και σεξουαλικού προσανατολισμού» [3]. Να για τι είδους «ορθοδοξία» γίνεται λόγος.

Λαμβάνοντας υπόψη αυτό το πλαίσιο της διακηρύξεως και το περιεχόμενο του κειμένου της, το έγγραφο μπορεί να χαρακτηρισθεί με ασφάλεια «θεολογικό μανιφέστο του Δημοκρατικού Κόμματος των ΗΠΑ».

Δημιουργείται η εντύπωση ότι για τους συντάκτες αυτού του μανιφέστου μόνον οι Ρώσοι χριστιανοί απαγορεύεται να είναι στο πλευρό της Πατρίδας τους, της παραδόσεως, του πολιτισμού και της ιστορίας τους, ενώ όσον αφορά τους ίδιους, όλα είναι μια χαρά ως προς την αφοσίωσή τους στην υπερατλαντική πατρίδα, στις πολιτικές αρχές, τους σκοπούς και τους στόχους της. Και η αμαρτία της Ρωσικής Εκκλησίας και του ρωσικού λαού συνίσταται στο ότι δεν συμμερίζονται αυτή την αφοσίωση.

Είναι περίεργο, εν τω μεταξύ, και το ότι κατηγορώντας αβάσιμα το δόγμα του ρωσικού κόσμου για γνωστικισμό και μανιχαϊσμό, και απαιτώντας από τους Ρώσους χριστιανούς να διακόψουν αποφασιστικά τη σχέση τους με την Πατρίδα τους, οι υπογράφοντες τη διακήρυξη του Φόρνταμ επικαλούνται την ως άνω Επιστολή προς Διόγνητο, της οποίας ο συντάκτης δεν απέφυγε ο ίδιος την επιρροή του γνωστικισμού («Ἀόρατος ἡ ψυχὴ ἐν ὀρατῷ φρουρεῖται τῷ κόσμῳ». Ἐπιστολὴ πρὸς Διόγνητον, VI. 4).

Διαβάζοντας τη διακήρυξη του Φόρνταμ δεν μας εγκαταλείπει η αίσθηση ότι παρουσιάζεται σε αυτήν μια άλλη διδασκαλία, που διαφέρει ουσιαστικά από όσα κατά περιόδους έχουν ειπωθεί από τον Αγιώτατο Πατριάρχη Κύριλλο για τον ρωσικό κόσμο και τις αξίες του. Οι συντάκτες της διακηρύξεως δεν φείδονται προσβλητικών και ανεδαφικών χαρακτηρισμών, αποφεύγοντας την ίδια στιγμή την παράθεση πρωτότυπων χωρίων.

Ομιλούν για την «αίρεση» του ρωσικού κόσμου, την οποία απορρίπτουν, την «ποταπή και αδικαιολόγητη διδασκαλία με τη συμπαιγνία της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας», την «βαθιά ανορθόδοξη, μη χριστιανική και εχθρική προς την ανθρωπότητα» διδασκαλία.

Ως συστατικό στοιχείο αυτής της διδασκαλίας αναφέρεται η θέση περί μιας «υπερεθνικής ρωσικής σφαίρας επιρροής» με «ένα κοινό πολιτικό κέντρο» για «τους Ρώσους στην εθνικότητα και τους ρωσόφωνους ανθρώπους σε όλο τον κόσμο», στο πλαίσιο του οποίου ο Πατριάρχης Μόσχας «εργάζεται σε “συμφωνία” με έναν κοινό για όλους πρόεδρο/εθνικό ηγέτη (Πούτιν), ο οποίος κυβερνά αυτόν τον ρωσικό κόσμο». Υποστηρίζεται ότι αυτός ο «ρωσικός κόσμος» έρχεται σε αντιπαράθεση όχι μόνο στη διεφθαρμένη Δύση, αλλά «και στους λαούς της Ευρώπης».

Ο Πατριάρχης Μόσχας κατηγορείται για την επιβολή του «σεβασμού στην Αγία Ρωσία». Οι «κορυφαίοι αξιωματούχοι του Πατριαρχείου Μόσχας» κατηγορούνται για την «αρχή της εθνικής οργάνωσης της Εκκλησίας», τη διάδοση της «ψευδούς διδασκαλίας του εθνοφυλετισμού», η οποία δήθεν «αποτελεί τη βάση για την ιδεολογία του «ρωσικού κόσμου».

Επιδιδόμενοι στο να κρεμούν «ταμπέλες» οι κατήγοροι δεν παρατηρούν τις έκδηλες εσωτερικές αντιφάσεις στις ίδιες τις δικές τους κατηγορίες.

Έτσι, αρχικώς κατηγορούν τις εκκλησιαστικές Αρχές της Ρωσικής Ορθοδόξου Εκκλησίας για την προβολή του υπερεθνικού ρωσικού πολιτισμού, ενώ δύο παραγράφους παρακάτω, για την αρχή της εθνικής οργανώσεως της Εκκλησίας και τον εθνοφυλετισμό. Αποφασίστε τελικά, κύριοι. Διαφορετικά συμβαίνει, όπως στον γνωστό μύθο του Ρώσου ποιητή Κριλόφ: «Εσύ φταις μόνον και μόνον που θέλω να φάω».

Οποιοσδήποτε έχει διαβάσει και ακούσει τα λόγια του Αγιωτάτου Πατριάρχη Κυρίλλου για τον ρωσικό κόσμο, θα διαπιστώσει εύκολα ότι οι προβαλλόμενες κατηγορίες δεν είναι τίποτε άλλο από συκοφαντίες και χειραγώγηση. Ιδού, λόγου χάριν, τα αυτούσια λόγια του Αγιωτάτου:

«Η Ρωσία διαφοροποιείται από άλλες χώρες λόγω της υπάρξεως πολλών εθνοτήτων, διαφόρων θρησκειών. Αλλά το σημαντικότερο, που διακρίνει τη Ρωσία από άλλες χώρες, είναι η ιστορία της, οι παραδόσεις και το σύστημα αξιών, οι οποίες διαφυλάχθηκαν σε αυτή τη χώρα με το έλεος του Θεού… Ο ρωσικός κόσμος δεν είναι ο κόσμος της Ρωσικής Ομοσπονδίας, ούτε ο κόσμος της Ρωσικής Αυτοκρατορίας. Ο ρωσικός κόσμος προέρχεται από τη βαπτιστική κολυμβήθρα του Κιέβου. Ο ρωσικός κόσμος είναι ένας ιδιαίτερος πολιτισμός, στον οποίο ανήκουν άνθρωποι, οι οποίοι σήμερα αποκαλούνται με διάφορα ονόματα, Ρώσοι, Ουκρανοί, Λευκορώσοι. Σε αυτό τον κόσμο μπορούν να ανήκουν και άνθρωποι, οι οποίοι δεν έχουν καμία σχέση με τον σλαβικό κόσμο, αλλά έχουν υιοθετήσει την πολιτιστική και πνευματική συνιστώσα αυτού του κόσμου ως δική τους».

Κατά τα λεγόμενα του Προκαθημένου της Ρωσικής Ορθοδόξου Εκκλησίας, ο ρωσικός κόσμος είναι πολιτιστική, και όχι πολιτική έννοια, όσο και αν ήθελε κανείς να την παρερμηνεύσει. «Ο ρωσικός κόσμος είναι η πνευματική, η πολιτιστική και η αξιολογική διάσταση του ανθρώπινου προσώπου. Κάποιοι Ρώσοι, ακόμη και ορισμένοι, οι οποίοι αυτοαποκαλούνται Ρώσοι, δύνανται να μην ανήκουν σε αυτόν τον κόσμο, διότι το να ομιλεί κανείς τη ρωσική γλώσσα ή να κατανοεί τα ρωσικά δεν είναι η μοναδική προϋπόθεση εντάξεως στον ρωσικό κόσμο…».

Ο Πρωθιεράρχης επεσήμανε ότι στον σύγχρονο παγκοσμιοποιούμενο κόσμο είναι πολύ σημαντικό να προστατεύει κανείς τον πολιτισμό του, διότι εάν αυτός εξαφανισθεί, θα χαθεί ένα τεράστιο τμήμα της παγκόσμιας κουλτούρας και του κοινού ανθρώπινου πολιτισμού. «Η θρησκευτική διάσταση του ρωσικού κόσμου αποτελεί πηγή του φιλειρηνισμού των ανθρώπων μας. Δεν είναι εύκολο να διαφυλάττουμε σήμερα αυτές τις αξίες. Αλλά χρειάζεται να καταλάβουμε ότι χωρίς αυτές τις αξίες δεν θα υπάρξει ούτε ο ρωσικός, αλλά ούτε και ο ουκρανικός και ο λευκορωσικός λαός και όλα θα γίνουν ένα νέο κράμα σε ένα χυτήριο πολιτισμών. Η διαφύλαξη των πολιτισμών, συμπεριλαμβανομένου και του ρωσικού κόσμου, είναι ο κοινός μας στόχος. Όχι για να αναστήσουμε κάποιες πολιτικές κατασκευές ή να οικοδομήσουμε νέες αυτοκρατορίες ή να ιδρύσουμε στρατιωτικούς συνασπισμούς, κάθε άλλο. Αλλά για να διαφυλάξουμε τη μέγιστη κληρονομιά, που παραλάβαμε από τους προγόνους μας» [4].

Ο Αγιώτατος Πατριάρχης Κύριλλος, μιλώντας για τον ρωσικό κόσμο, τονίζει: «Σήμερα έχουμε μια απολύτως διαφορετική γεωπολιτική πραγματικότητα, όταν στις εκτάσεις αυτής της ιστορικής Γης των Ρως αναδύθηκαν αυτοτελή κράτη, πολλά εκ των οποίων επίσης είναι κληρονόμοι αυτής της ιστορικής Γης των Ρως…Ποιο είναι το σχέδιο του Θεού για τη Ρωσία; Τι κελεύει ο Θεός να επιτελέσουμε εμείς ως κληρονόμοι, ως συνεχιστές της ενωμένης Αγίας Γης των Ρως και των παραδόσεων του ρωσικού κόσμου κατά την εποχή, που μας έδωσε Εκείνος; Είναι η Ρωσία ένας ιδιαίτερος, μοναδικός, αυτοτελής πολιτισμός, ισότιμος σε σημασία με εκείνους της Δύσεως, της Ινδίας και της Κίνας;…Στην ερώτηση, εάν η Ρωσία είναι ένας αυτοτελής πολιτισμός μέσα στην οικογένεια των μεγαλύτερων πολιτισμών του πλανήτη, είμαστε υποχρεωμένοι να δώσουμε καταφατική απάντηση…Η αξία κάθε πολιτισμού δεν συνίσταται στο πόσα δισεκατομμύρια δολάρια είναι το συνολικό εθνικό προϊόν της κατά το περασμένο έτος, ούτε στο πόσους υποστηρικτές έχει σήμερα. Η αξία του κάθε πολιτισμού έγκειται στο τι κομίζει στην ανθρωπότητα. Και ενώπιον κάθε πολιτισμού στέκει το ερώτημα: είναι σε θέση να αντικατοπτρίζει στις σκέψεις, στις αισθήσεις, στα λόγια και στις πράξεις εκείνη τη διαχρονική αλήθεια, η οποία έχει σημασία στην αιωνιότητα;

Η Ρωσία ως χώρα-πολιτισμός έχει τι να προτείνει στον κόσμο. Είναι η εμπειρία μας στην οικοδόμηση δίκαιων και ειρηνικών διεθνικών σχέσεων…Αλλά, εκτός τούτων, ως πολιτισμός έχουμε μια ιδιαίτερη εμπειρία πολυπολικής και πολύμορφης ζωής. Έχουμε την παράδοση του αυτοπεριορισμού, που είναι τόσο σημαντική υπό τις συνθήκες της επικείμενης ελλείψεως πόρων και της οξείας οικολογικής κρίσεως. Αυτά είναι το δόγμα των ηθικών αξιών, που δεν επιτρέπει την αποσύνθεση του θεσμού της οικογένειας και την εξαφάνιση των ζωτικών προσανατολισμών του προσώπου, καθώς και των καθορισθέντων από τον Θεό σχέσεων μεταξύ ανδρών και γυναικών.

Ιδιαίτερη εθνική ιδέα, που διαπερνά την ιστορία και τον πολιτισμό μας στο διάβα πολλών αιώνων είναι η ιδέα της ανθρώπινης αλληλεγγύης. Από την εποχή της Βαπτίσεως των Ρως τα λόγια του Σωτήρα ότι «μείζονα ταύτης ἀγάπην οὐδεὶς ἔχει, ἵνα τις τὴν ψυχὴν αὐτοῦ θῇ ὑπὲρ τῶν φίλων αὐτοῦ» (Ιω. 15.13), ως διαπασών, συντόνιζαν τις σκέψεις και τα συναισθήματα των προγόνων μας για να υπηρετήσουν το ηθικό ιδεώδες του Ευαγγελίου» [5].

Όπως διαπιστώνουμε, τα αυτούσια λόγια του Πατριάρχη Μόσχας διαφέρουν ριζικά από εκείνο το φόβητρο, που κακόπιστα κατασκεύασαν οι συντάκτες της διακήρυξης του Φόρνταμ.

Ο Αγιώτατος Πατριάρχης αντιπαραθέτει την αποστολή διαφύλαξης των διαχρονικών χριστιανικών αξιών όχι στη Δύση και πολύ περισσότερο όχι στους λαούς της Ευρώπης, αλλά στην επιβολή των αντιχριστιανικών ψευδοαξιών, οι οποίες επιτυχώς εδραιώνονται από τις παγκοσμιοποιητικές αριστερο-φιλελεύθερες ελίτ στις χώρες του συμβατικού δυτικού πολιτισμού.

Και η επιλογή αυτών των αξιών σε γενική ανάλυση, έστω και όχι πλήρως, απαριθμείται στην υπό εξέταση διακήρυξη, για να πούμε την αλήθεια, με τρόπο παραμορφωμένο: ο φιλελευθερισμός (μόνον ηθικός), η παγκοσμιοποίηση (αλλά στη βάση της απόρριψης των χριστιανικών αξιών), οι παρελάσεις των ομοφυλοφίλων (ως σύμβολο «υπερηφάνειας» για την θανάσιμη αμαρτία και την προπαγάνδα της), η ομοφυλοφιλία (μάλιστα, όχι απλώς τα «δικαιώματα των ομοφυλοφίλων», αλλά η μετατροπή της αμαρτίας σε κανόνα και εάν θέλετε, η δικτατορία της αμαρτίας στον κοινωνικό και δικαιϊκό χώρο), η χριστιανοφοβία, η στρατευμένη εκκοσμίκευση.

«Σήμερα ζούμε στην εποχή των πλανητικών προκλήσεων, τις οποίες αντιμετωπίζει όχι μόνον η Ρωσία, αλλά και όλη η χριστιανική Ευρώπη, όπως προανέφερα. Βλέπουμε ότι σήμερα στη μια μετά την άλλη χώρα γκρεμίζονται οι αρχές της ηθικής, οι βασικές έννοιες περί καλού και κακού, κακίας και αρετής, σε αντικατάσταση της χριστιανικής ηθικής έρχεται η ηδονιστική λατρεία, στο όνομα της οποίας θυσιάζονται και η οικογενειακή πίστη, και η ζωή των αγέννητων μωρών, και η ίδια η ανθρώπινη φύση. Πρόκειται για μια πολύ σοβαρή πρόκληση, την οποία δεν θα μπορέσει η Δυτική Ευρώπη να υπερκεράσει μόνη της. Πάρα πολλοί στη Δύση ήδη κατανοούν το μέγεθος του κινδύνου των γεγονότων, που διαδραματίζονται στις δυτικοευρωπαϊκές χώρες. Και πάλιν, όπως τα παλαιά χρόνια, ίσως θα χρειασθεί η αποστολή της Ρωσίας, επιτελώντας την οποία δεν θα αρχίσουμε ούτε να μιμούμαστε, ούτε να δανειζόμαστε, αλλά να μαρτυρούμε τη διαφύλαξη της κατανόησης του Θεού, της ηθικής, της οικογένειας, της μοίρας του λαού, της ανθρώπινης ζωής και του νοήματός της» [6].

Στα λόγια του Αγιωτάτου Πατριάρχη Κυρίλλου διαφαίνεται η ανησυχία για τις προκλήσεις ενώπιον των χριστιανικών αξιών όχι μόνον στη Δυτική Ευρώπη, αλλά και στη Ρωσία.

Ο Πατριάρχης όχι μόνον δεν αντιπαραθέτει τη Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία ή τη Ρωσία στην Ευρώπη, αλλά, αντιθέτως, εκφράζει αλληλεγγύη στη χριστιανική Ευρώπη, διατυπώνει την αγωνία του για την εξελισσόμενη μαζική επίθεση στις κοινές ευρωπαϊκές χριστιανικές αξίες. Η αποστολή της Ρωσίας, στο ύψος της οποίας οφείλει να σταθεί η ίδια, ίσως δεν έγκειται στην κυριαρχία και την επιβολή κάποιας δικής της υπεροχής, αλλά στη μαρτυρία των διαχρονικών ευαγγελικών ιδεωδών.

Τούτο και φοβίζει όσους υπέγραψαν τη διακήρυξη του Φόρνταμ. Η αντίσταση στα ως άνω κακά παρουσιάζεται ως ενοχή της Ρωσικής Ορθοδόξου Εκκλησίας. Ιδού τι γράφουν: «Καταδικάζουμε επίσης, ως μη ορθόδοξη και απορρίπτουμε κάθε διδασκαλία, που δαιμονοποιεί ή ενθαρρύνει τη δαιμονοποίηση εκείνων, τους οποίους το κράτος ή η κοινωνία θεωρεί «διαφορετικούς», συμπεριλαμβανομένων των ξένων, των πολιτικών και θρησκευτικών διαφωνούντων, όπως και άλλων στιγματισμένων κοινωνικών μειονοτήτων. Απορρίπτουμε κάθε μανιχαϊστική και γνωστικιστική διαίρεση, η οποία θα εξύψωνε έναν ιερό ορθόδοξο ανατολικό πολιτισμό και τους ορθόδοξους λαούς του, υπεράνω μιας διεφθαρμένης και ανήθικης “Δύσης”». Εννοείται, ότι ουδεμία «δαιμονοποίηση» οποιουδήποτε δεν κομίζουν ούτε η Ρωσική Εκκλησία, αλλά ούτε και ο ρωσικός κόσμος.

Εν τούτοις, στα παρατεθέντα λόγια της διακηρύξεως εμπεριέχεται η έκκληση να εξαναγκασθεί σε φίμωση ο Λόγος του Θεού, ο οποίος σαφώς και αυστηρώς καυτηριάζει τον τρόπο σκέψεως και του ζην των «στιγματισμένων κοινωνικών μειονοτήτων», δηλαδή εκείνων των κοινοτήτων, οι οποίες πρεσβεύουν ως κανόνα τους τις παρά φύσιν αμαρτίες και τη στρέβλωση της θεόκτιστης φύσεως του ανθρώπου.

Πρέπει να πούμε ότι εν πολλοίς στη διακήρυξη του Φόρνταμ ως «διδασκαλία του ρωσικού κόσμου» παρουσιάζεται ένας κατασκευασθείς από τους συντάκτες ανεμόμυλος, με τον οποίο μάχονται παράλογα, δίνοντας αφορμές για παθιασμένες δηλώσεις. Πολλές από αυτές τις δηλώσεις είναι απολύτως αδιαμφισβήτητες και ουδόλως αντιφάσκουν με αυτά όσα λέγουν για τον ρωσικό κόσμο ο Αγιώτατος Πατριάρχης Μόσχας ή θεολόγοι της Ρωσικής Ορθοδόξου Εκκλησίας.

«Πρεσβεύουμε, διαλαμβάνει η διακήρυξη, ότι ο θεϊκός σκοπός και η εκπλήρωση της ιστορίας, το τέλος της, είναι ο ερχομός της Βασιλείας του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, της Βασιλείας της δικαιοσύνης, της ειρήνης και της χαράς εν Αγίω Πνεύματι… Για την Ορθοδοξία ως Σώμα του Ζώντος Χριστού δεν υφίσταται άλλη πηγή αποκάλυψης, είτε θεμέλιο της κοινότητας, της κοινωνίας, του κράτους, της νομοθεσίας, της προσωπικής ταυτότητα και διδασκαλία, πέραν εκείνης, η οποία αποκαλύπτεται από και μέσω του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και του Πνεύματος του Θεού… Καταδικάζουμε, λοιπόν, ως μη ορθόδοξη και απορρίπτουμε κάθε διδασκαλία που επιδιώκει να υποκαταστήσει τη Βασιλεία του Θεού… με κάποιο βασίλειο αυτού του κόσμου… Καταδικάζουμε λοιπόν ως μη ορθόδοξη και απορρίπτουμε κάθε διδασκαλία, που θα υπέτασσε τη Βασιλεία του Θεού, η οποία φανερώνεται στη Μία Αγία Εκκλησία του Θεού, σε οποιοδήποτε βασίλειο αυτού του κόσμου, αναζητώντας σε άλλους εκκλησιαστικούς ή κοσμικούς άρχοντες τη δικαίωση και τη λύτρωση… Επιπλήττουμε, επίσης, όλους εκείνους που πρεσβεύουν τον καισαροπαπισμό, αντικαθιστώντας την τελική υπακοή τους στον εσταυρωμένο και αναστημένο Κύριο με εκείνη σε οποιονδήποτε ηγέτη που έχει εξουσία… Πρεσβεύουμε ότι η διαίρεση της ανθρωπότητας σε ομάδες με βάση τη φυλή, τη θρησκεία, τη γλώσσα, την εθνικότητα ή οποιοδήποτε άλλο δευτερεύον χαρακτηριστικό γνώρισμα της ανθρώπινης ύπαρξης συνιστά χαρακτηριστικό αυτού του ατελούς και αμαρτωλού κόσμου, το οποίο σύμφωνα με την αγιοπατερική παράδοση χαρακτηρίζεται ως «διακρίσεις τῆς σαρκός» (Αγ. Γρηγόριος Θεολόγος, Λόγος 7, 23). Η διεκδίκηση από μια ομάδα της υπεροχής έναντι άλλων αποτελεί ένα χαρακτηριστικό κακό, που προκύπτει από τέτοιες διαιρέσεις, οι οποίες είναι εντελώς αντίθετες με το Ευαγγέλιο… Επομένως, καταδικάζουμε ως μη ορθόδοξη και απορρίπτουμε κάθε διδασκαλία, που αποδίδει θεϊκή προέλευση ή εξουσία σε οποιαδήποτε μεμονωμένη τοπική, εθνική ή εθνοτική ταυτότητα ή τους αποδίδει ιδιαίτερη ιερότητα ή καθαρότητα» κ.ο.κ. Αυτές οι θέσεις δεν αμφισβητούνται από κανένα στη Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία.

Οι κατηγορίες για εθνοφυλετισμό, για εδραίωση της υπεροχής ενός έθνους σε βάρος του άλλου, για την απόδοση σε ένα συγκεκριμένο έθνος ιδιαίτερης θεϊκής εξουσίας και ιερότητας είναι με βεβαιότητα απολύτως αδύνατο να αποδοθούν στη Ρωσική Εκκλησία, που είναι η πλέον πολυεθνική Εκκλησία στην Παγκόσμια Ορθοδοξία. Ενώ εκείνοι οι οποίοι θα μπορούσαν να γίνουν αποδέκτες αυτής της «δίκαιης οργής» των συντακτών και υπογραφόντων τη διακήρυξη του Φόρνταμ είναι εκείνος, που επιχειρείται να προστατευθεί από τον ρωσικό κόσμο πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαίος και μερικοί ιεράρχες και πνευματικοί ταγοί των ελληνοφώνων Εκκλησιών. Να ενθυμηθούμε μόνον κάποιες πρόσφατες τοποθετήσεις των τελευταίων.

Πατριάρχης Βαρθολομαίος: «Δεν ανέχονται οι αδερφοί μας οι Σλάβοι το προβάδισμα που έχει το Οικουμενικό Πατριαρχείο και το Γένος μας, μέσα στην Ορθοδοξία». [7]

Πατριάρχης Αλεξανδρείας Θεόδωρος κατά την τελετή αποφοίτησης των Αφρικανών ιεροσπουδαστών ευχήθηκε στους Αφρικανούς «να μεταλαμπαδεύσουν το φως της Ορθοδοξίας και του Ελληνισμού στις πατρίδες τους στην Αφρική». [8]

Στην από 28ης Φεβρουαρίου 2019 δήλωση εκπροσώπων τεσσάρων αγιορείτικων ιερών μονών (Μεγίστης Λαύρας, Ιβήρων, Κουτλουμουσίου και Νέας Εσφιγμένου) αναφέρεται ότι η προσπάθεια νομιμοποίησης του ουκρανικού σχίσματος, που υλοποιείται από το πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, αποτελεί «μία ἄλλη σημαντική προσφορά στήν οἰκουμενική πορεία τῆς ἀμώμου πίστεώς μας καὶ σπουδαία φιλάδελφη καὶ εἰρηνική ἐπιτυχία τοῦ Ἐλληνορθοδόξου πνεύματος, τὸ ὁποῖο ἀποδεδειγμένως πάντα συμβάλλει θετικὰ στὴν ὑπηρεσία τῆς ὀρθοδοξίας, εκφράζοντὰς την καὶ ἐφραζόμενο ἀπὸ Αὐτὴν». [9]

Το ίδιο αφορά και στις κατηγορίες για την υπακοή στους κοσμικούς άρχοντες, τον καισαροπαπισμό και την υποταγή της Εκκλησίας σε οποιουσδήποτε ηγέτες, περιβεβλημένους εξουσιαστικές αρμοδιότητες.

Να υπενθυμίσουμε ότι ακριβώς οι εκπρόσωποι των ΗΠΑ περιόδευσαν στους ιεράρχες των κατά τόπους Εκκλησιών και τους καθηγουμένους των κορυφαίων ιερών μονών, προσπαθώντας να τους πείσουν ή και να τους απειλήσουν για να εξαναγκασθούν να αναγνωρίσουν τους Ουκρανούς σχισματικούς, ενώ ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος και το περιβάλλον του έδειξαν πλήρη συνεργασία στην υλοποίηση των γεωπολιτικών συμφερόντων και την πίεση των Αμερικανών αφεντικών τους.

Αποδείξεις τούτων είναι οι δεκάδες φωτογραφίες και οι δημοσιεύσεις στις ιστοσελίδες του ΥΠΕΞ και των Πρεσβειών των ΗΠΑ και του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως.

Σε αυτή ακριβώς την πίεση υπέκυψαν οι ιεράρχες της Εκκλησίας της Ελλάδας, υιοθετώντας την αθέμιτη απόφαση να δεχθούν σε εκκλησιαστική κοινωνία αχειροτόνητους σχισματικούς.

Αποχωρώντας από το αξίωμά του ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Μάικ Πομπέο το 2020 δήλωσε: «Φρόντισα οι Η.Π.Α. να υποστηρίξουν τη διεθνή αναγνώριση της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ουκρανίας». [10]

Ενώ ο ίδιος ο πατριάρχης Βαρθολομαίος ανέφερε με κολακευτικό τρόπο στον πρόεδρο των ΗΠΑ Τζο Μπάιντεν: «Χαιρετίζουν την επικράτησίν Σας εκατομμύρια Αμερικανών, αλλά και πολιτών όλου του ελευθέρου κόσμου, εις τους οποίους δίδετε ελπίδα (θα ελέγομεν βεβαιότητα) δι’ ένα καλύτερον κόσμον, όπου θα επικρατούν αι αιώνιαι αξίαι και τα ιδεώδη της πολιτισμένης ανθρωπότητος». [11] Δεν είναι ο Χριστός, ο Οποίος δίδει ελπίδα, αλλά ο Μπάιντεν.

Άλλωστε, γνωρίζοντας τις αξίες και τα ιδανικά του Δημοκρατικού Κόμματος των ΗΠΑ, πράγματι μπορεί να ισχυρισθεί κανείς ότι ο Κύριος σίγουρα δεν αποτελεί η πηγή τους. Όμως ακριβώς την επιβολή τους χαιρετίζει ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος.

Όχι λίγες παθιασμένες καταγγελίες στη διακήρυξη είναι αφιερωμένες στην ειδική στρατιωτική επιχείρηση των ενόπλων δυνάμεων της Ρωσίας στην Ουκρανία. Το ερώτημα πού ήταν όλοι αυτοί οι «θεολόγοι» κατά το οκταετές διάστημα της μεθοδικής εξολοθρεύσεως του πληθυσμού του Ντονμπάς από τον ουκρανικό στρατό ή του ολοκαυτώματος στην Οδησσό, παραμένει δυστυχώς ρητορικό.

Δεν πρέπει να παραβλέψουμε και ορισμένους αναθεματισμούς των ψευδοπασιφιστών, οι οποίοι μανιχαϊστικά (πράγματι μανιχαϊστικά!) απορρίπτουν τη χριστιανική κρατική οργάνωση και οποιεσδήποτε στρατιωτικές ενέργειες με όποιο σκοπό και αν επιχειρούνται: «Καταδικάζουμε, λοιπόν, ως μη ορθόδοξη και απορρίπτουμε κάθε διδασκαλία που επιδιώκει να αντικαταστήσει τη Βασιλεία του Θεού…με ένα βασίλειο αυτού του κόσμου, είτε της Αγίας Ρωσίας, είτε του Ιερού Βυζαντίου, είτε οποιουδήποτε άλλου επίγειου βασιλείου, και η οποία σφετερίζεται κατ’ αυτόν τον τρόπο την εξουσία του ίδιου του Χριστού να παραδώσει τη Βασιλεία στον Θεό και Πατέρα (Α΄ Κορ. 15, 24) και αρνείται τη δύναμη του Θεού να σκουπίσει κάθε δάκρυ από κάθε μάτι (Αποκ. 21, 4)… Ως εκ τούτου, η διεξαγωγή πολέμου αποτελεί την έσχατη απόδειξη αποτυχίας του νόμου της αγάπης του Χριστού».

Αλλά γιατί οπωσδήποτε «σφετερίζεται»; Σύμφωνα με την Αγία Γραφή και την αγιοπατερική διδασκαλία, η κρατική οργάνωση, που θεμελιώνεται επί χριστιανικών αξιών και ασκεί τη λειτουργία της προστάτιδος του χριστιανικού κόσμου, δεν «σφετερίζεται», αλλά απορρέει από την εξουσία του Κυρίου Ιησού Χριστού, ο οποίος απονέμει την ευλογία και τη βοήθειά του σε αυτή την κρατική οργάνωση.

Η διακήρυξη του Φόρνταμ υπό τη μορφή της μάχης κατά του «καισαροπαπισμού» εκ των πραγμάτων κατηγορεί τη θεία εξουσιοδότηση στην κρατική διοίκηση: «Επιπλήττουμε, επίσης, όλους εκείνους που πρεσβεύουν τον καισαροπαπισμό, αντικαθιστώντας την τελική υπακοή τους στον εσταυρωμένο και αναστημένο Κύριο με εκείνη σε οποιονδήποτε ηγέτη που έχει εξουσία και διεκδικεί το χρίσμα από τον Θεό, όπως και αν αποκαλείται: «καίσαρας», είτε «αυτοκράτορας», «τσάρος» ή «πρόεδρος». Εδώ πρόκειται για συνειδητή υπερβολή.

Γιατί γίνεται λόγος ειδικά για υπακοή και όχι για συνεργασία ή για εφαρμογή των αρχών, που είναι ριζωμένες στην παράδοση της Ορθοδοξίας και την ιστορία της Εκκλησίας και τακτοποιούν τη ζωή του πολιτισμού, του κράτους και των κοινωνικών σχηματισμών; Μήπως επιχειρούν μια παραπλάνηση οι συντάκτες της διακηρ΄ξεως, οι οποίοι παρουσιάζουν τον όρο «χρισμένος του Θεού» ως κάποιου είδους καινοτομία του δόγματος του ρωσικού κόσμου, που έρχεται σε αντίθεση με την Παράδοση της Ορθοδόξου Εκκλησίας;

«Θεοῦ γὰρ διάκονός ἐστί (ο άρχων – σ.τ.μ.) σοι εἰς τὸ ἀγαθόν. Ἐὰν δὲ τὸ κακὸν ποιῇς, φοβοῦ· οὐ γὰρ εἰκῆ τὴν μάχαιραν φορεῖ· Θεοῦ γὰρ διάκονός ἐστιν εἰς ὀργήν, ἔκδικος τῷ τὸ κακὸν πράσσοντι» (Ρωμ. 13.4). Αυτά τα λόγια του Αγίου Αποστόλου Παύλου οι υπογράψαντες τη Διακήρυξη προτιμούν να τα αγνοούν. Στην αποδοκιμασία τους υπόκειται όλη η ιστορία της Ορθοδόξου Εκκλησίας και η Παράδοσή της.

Για παράδειγμα ο Άγιος αυτοκράτορας Ιουστινιανός, ο οποίος διατύπωσε τη θεμελιώδη αρχή του συσχετισμού της πνευματικής και της κοσμικής εξουσίας στη χριστιανική κοινωνία και το κράτος, λέγει: «Μέγιστα ἐν ἀνθρώποις ἐστί δῶρα Θεοῦ παρά τῆς ἄνωθεν δεδομένα φιλανθρωπίας Ἱερωσύνη τε καί Βασιλεία, ἡ μέν τοῖς θείοις ὑπηρετουμένη, ἡ δέ τῶν ἀνθρωπίνων ἐξάρχουσά τε καί ἐπιμελομένη, καί ἐκ μιᾶς τε καί τῆς αὐτῆς ἀρχῆς ἑκατέρα προϊοῦσα, καί τόν ἀνθρώπινον κατακοσμοῦσα βίον. Ὥστε οὐδέν οὕτως ἄν εἴη περισπούδαστον βασιλεῦσιν ὡς ἡ τῶν ἱερέων σεμνότης, εἴγε καί ὑπέρ αὐτῶν ἐκείνων ἀεί τόν Θεόν ἱκετεύουσιν. Εἰ γάρ ἡ μέν ἄμεμπτος εἴη πανταχόθεν καί τῆς πρός Θεόν μετέχοι παρρησίας, ἡ δέ ὀρθῶς τε καί προσηκόντως κατακοσμοίῃ τήν παραδοθεῖσαν αὐτῇ πολιτείαν, ἔσται συμφωνία τις ἀγαθή, πᾶν εἴ τι χρηστόν τῷ ἀνθρωπίνῳ χαριζομένη γένει. Ἡμεῖς τοίνυν μεγίστην ἔχομεν φροντίδα περί τε τὰ ἀληθῆ τοῦ θεοῦ δόγματα περί τε τὴν τῶν ἱερέων σεμνότητα, ἧς ἐκείνων ὀντεχομένων πεπιστεύκαμεν, ὡς δι᾿ αὐτῆς μεγάλα ἡμῖν ἀγαθὰ δοθήσεται παρὰ θεοῦ, καὶ τά τε ὄντα βεβαίως ἕξομεν τά τε οὔπω καὶ νῦν ἀφιγμένα προσκτησόμεθα».

Βεβαίως και δεν είναι αγαθό ο πόλεμος, αλλά ενίοτε είναι αναπόφευκτος για την αντιμετώπιση του κακού και για την υπεράσπιση του αγαθού. «Φονεύειν οὐκ ἔξεστιν», γράφει ο Άγιος Αθανάσιος ο Μέγας, «ἀλλ’ ἐν πολέμοις ἀναιρεῖν τοὺς ἀντιπάλους καὶ ἔννομον καὶ ἐπαίνου ἄξιον· οὕτω γοῦν καὶ τιμῶν μεγάλων οἱ κατὰ πόλεμον ἀριστεύσαντες ἀξιοῦνται, καὶ στῆλαι τούτων ἐγείρονται κηρύττουσαι τὰ κατορθώματα· ὥστε τὸ αὐτὸ κατά τι μὲν καὶ κατὰ καιρὸν οὐκ ἔξεστι, κατά τι δὲ καὶ εὐκαίρως ἀφίεται καὶ συγκεχώρηται» (Tοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου Ἐπισκόπου Ἀλεξανδρείας Ἐπιστολή πρὸς Ἀμμοῦν μονάζοντα).

Η Ορθόδοξη Εκκλησία στη λατρευτική και αγιοπατερική Παράδοσή της αμετάβλητα συνδυάζει το θέμα της χριστιανικής κρατικής οργανώσεως με την εξουσιοδοτημένη από τον Θεό ανώτατη εξουσία και τη στρατιωτική νίκη. Λ.χ. στο Κοντάκιο του Σταυρού του Χριστού αναφωνούμε: «Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ ἑκουσίως, τῇ ἐπωνύμῳ σου καινὴ πολιτεία, τοὺς οἰκτιρμούς σου δώρησαι, Χριστὲ ὁ Θεός, εὔφρανον ἐν τῇ δυνάμει σου, τοὺς πιστοὺς Βασιλεῖς ἡμῶν, νίκας χορηγῶν αὐτοῖς, κατὰ τῶν πολεμίων, τὴν συμμαχίαν ἔχοιεν τὴν σήν, ὅπλον εἰρήνης, ἀήττητον τρόπαιον».

Η έννοια της «πολιτείας» αναφέρεται στην πολιτική, κρατική κοινότητα των ορθοδόξων χριστιανών, που αποτελεί κτήμα ή ιδιοκτησία του Χριστού, δηλ. τότε τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Σαφώς διακρίνεται από το περιβάλλον των λοιπών χωρών και μορφωμάτων, ακριβώς υπέρ αυτής δέεται ιδιαιτέρως η Εκκλησία, καλώντας τον Χριστό και Θεό να χορηγήσει νίκες κατά των πολεμίων στους ηγέτες αυτής και Αυτοκράτορες.

Το απολυτίκιο του Τιμίου Σταυρού: «Σῶσον Κύριε τὸν λαόν σου καὶ εὐλόγησον τὴν κληρονομίαν σου, νίκας τοῖς Βασιλεῦσι κατὰ βαρβάρων δωρούμενος καὶ τὸ σὸν φυλάττων διὰ τοῦ Σταυροῦ σου πολίτευμα». Και πάλιν έχουμε να κάνουμε με το χριστιανικό πολίτευμα, με επικεφαλής τον βασιλιά, στον οποίο η Αγία Εκκλησία δέεται να του χορηγηθεί η νίκη επί των εχθρών. Και στο απολυτίκιο, και στο κοντάκιο ο Σταυρός του Χριστού αποτελεί θεμέλιο της βασιλικής εξουσίας και της ιδιαίτερης χριστιανικής κρατικής οργανώσεως, της στρατιωτικής νίκης κατά των πολεμίων αυτής της εξουσίας και κρατικής οργανώσεως και η νικηφόρα δύναμή της.

Στην Αγία Αναφορά της Θείας Λειτουργίας του Αγίου Βασιλείου του Μεγάλου αναπέμπεται η εμπνευσμένη ευχαριστιακή προσευχή στον Θεό υπέρ των βασιλέων, των χριστιανών ηγεμόνων «οὕς ἐδικαίωσας βασιλεύειν ἐπὶ τῆς γῆς. Ὅπλῳ ἀληθείας, ὅπλῳ εὐδοκίας στεφάνωσον αὐτούς. Ἐπισκίασον ἐπὶ τὴν κεφαλὴν αὐτῶν ἐν ἡμέρᾳ πολέμου. Ἐνίσχυσον αὐτῶν τὸν βραχίονα. Ὕψωσον αὐτῶν τὴν δεξιὰν. Κράτυνον αὐτῶν τὴν βασιλείαν. Ὑπόταξον αὐτοῖς πάντα τὰ βάρβαρα ἔθνη, τὰ τοὺς πολέμους θέλοντας».

Εδώ ο ορθόδοξος ηγεμόνας, ο οποίος τοποθετήθηκε από τον Ίδιο τον Θεό να κυβερνά επί της γης, μαζί με αυτή τη γη, το χριστιανικό κράτος κατηγορηματικά διακρίνεται από το περιβάλλον των βαρβάρων, που ταυτίζεται με την ειδωλολατρία, την απιστία ή την ανομία, και εκφράζεται η προσευχή να υποταχθούν σε αυτόν πάντα τα έθνη, που θέλουν πολέμους.

Παρόμοιες κατηγορηματικές ευχές δεν υπάρχουν ούτε σε μία ομιλία του Πατριάρχη Μόσχας για τον ρωσικό κόσμο, και εγείρεται το ερώτημα: μήπως οι συντάκτες της υπό εξέταση Διακηρύξεως με ακόμη περισσότερη επιμονή προτίθενται εις ακοήν πάντων να «απορρίψουν και να καταδικάσουν» την ίδια τη λειτουργική πλέον Παράδοση της Εκκλησίας του Χριστού;

Τέλος, είναι απαραίτητο να υποδείξουμε το κεντρικό μήνυμα της Διακηρύξεως των αντιπάλων του ρωσικού κόσμου, το οποίο διατυπώθηκε δήθεν παρεμπιπτόντως: «Απέναντι στη Δύση και όλους εκείνους τους ορθοδόξους, που έχουν εκπέσει σε σχίσμα και πλάνη (όπως ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος και άλλες τοπικές Ορθόδοξες Εκκλησίες που τον υποστηρίζουν) στέκει ξανά και ξανά το Πατριαρχείο Μόσχας, μαζί με τον Βλαντίμιρ Πούτιν… Όπως η Ρωσία εισέβαλε στην Ουκρανία, έτσι και το Πατριαρχείο Μόσχας του Πατριάρχη Κυρίλλου εισέβαλε στην Ορθόδοξη Εκκλησία, για παράδειγμα, στην Αφρική, προκαλώντας διχασμό και διαμάχες, με ανείπωτες απώλειες όχι μόνο στο σώμα, αλλά και στην ψυχή, θέτοντας σε κίνδυνο τη σωτηρία των πιστών».

Παραμερίζοντας τη χειραγωγική αναφορά του ονόματος του προέδρου της Ρωσίας και το εξευτελιστικό ύφος με το οποίο διατυπώνεται η θέση της Ρωσικής Ορθοδόξου Εκκλησίας, θα προσέξουμε ότι το ίδιο το γεγονός της αντιμετωπίσεως του σχίσματος και της προστασίας της κανονικής αλήθειας παρουσιάζεται ως κάτι σε μέγιστο βαθμό εξωφρενικό. Η μάχη κατά του σχίσματος, υπέρ της εκκλησιαστικής ενότητας μέσα στην Αλήθεια κηρύσσεται κακό και εμπόδιο για τη σωτηρία των πιστών.

Κατά τρόπον απατηλό διαγράφονται οι ενέργειες των δημιουργών του σχίσματος, ενώ η βοήθεια σε όσους (όπως για παράδειγμα στην Αφρική) απέρριψαν το σχίσμα, χαρακτηρίζεται «εισβολή».

Όλα αυτά εντάσσονται στο κυνικό και διπρόσωπο πλαίσιο της «νέας ηθικής» και στην «κουλτούρα της ακυρώσεως», οργανικό τμήμα της οποίας αποτελεί και το κοσμοείδωλο των επικριτών του ρωσικού κόσμου.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο καθίσταται προφανές ότι οι συντάκτες και οι υπογράφοντες τη Διακήρυξη του Φόρνταμ επιχειρούν να κηρύξουν ως «αίρεση» την παραδοσιακή, χαρακτηριστική θέση της Αγίας Εκκλησίας κατά τη διάρκεια της ιστορίας της και μάλιστα προς όφελος της καιροσκοπικής πολιτικής συγκυρίας προσπαθούν να εδραιώσουν ως αναμφισβήτητη και καθολικά δεσμευτική αλήθεια τις δικές τους αντιλήψεις και τα συμπεράσματα, που είναι ξένα προς την εκκλησιαστική Παράδοση.

Εκκλησία Online

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.