Την Κυριακή, 13 Ιουλίου 2025, εορτάστηκε από το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων η γιορτή των Αγίων ενδόξων και πανευφήμων Αποστόλων στην Ιερά Μονή του Πατριαρχείου που φέρει το όνομά τους.
Η Μονή βρίσκεται στο παρεκκλήσι ανάμεσα στην πόλη της Τιβεριάδας, στη δυτική όχθη της λίμνης Τιβεριάδας, στο σημείο όπου εμφανίστηκε ο Κύριος στους μαθητές Του, όπως αναφέρει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης και όπως διαβάζεται στο 10ο Eωθινό Ευαγγέλιο (κεφ. 21, 1-4).
Στη γραφική παραλιακή αυτή Ιερά Μονή χοροστάτησε στον Εσπερινό από το απόγευμα και προεξήρχε της πανηγυρικής Πατριαρχικής Θείας Λειτουργίας, ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων κ. Θεόφιλος, συλλειτουργούντων μαζί του των Μητροπολιτών Ναζαρέτ κ. Κυριακού και Πτολεμαΐδος κ. Μακαρίου, του Γέροντα Αρχιγραμματέα Αρχιεπισκόπου Κωνσταντίνης κ. Αριστάρχου και του Γραμματέα της Αγίας και Ιεράς Συνόδου Αρχιμανδρίτη π. Χριστοδούλου, Αραβόφωνων και Ρωσόφωνων ιερέων από τις γύρω περιοχές, του Αρχιδιακόνου π. Μάρκου και του Ιεροδιακόνου π. Προδρόμου, καθώς και πιστών της περιοχής.
Προς το ευλαβές εκκλησίασμα κήρυξε τον θείο λόγο ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων, λέγοντας τα εξής:
«Ως αυτόπτες και μάρτυρες της του Λόγου σαρκώσεως, μαθητές πανόλβιοι μακαρίζεσθε· ως αστραπές γαρ εκλάμποντες, τω κόσμω εφάνητε, και ως όρη νοητά, γλυκασμόν εσταλάξατε, ως αέναοι ποταμοί Παραδείσου μερισθέντες, των εθνών τας Εκκλησίας θείοις ποτίζετε νάμασιν…», αναφωνεί ο υμνωδός της Εκκλησίας.
Αγαπητοί εν Χριστώ αδελφοί,
Ευλαβείς χριστιανοί και προσκυνητές,
Η Χάρη του Αγίου Πνεύματος μας συνέλεξε σήμερα όλους στον ιερό τούτο τόπο, όπου «και πάλιν μετά την ανάστασιν αυτού εφανέρωσεν εαυτόν ο Ιησούς τοις μαθηταίς επί της θαλάσσης της Τιβεριάδος» (πρβλ. Ιωάν. 21,1), για να τιμήσουμε εορταστικά τη Σύναξη των Αγίων ενδόξων και πανευφήμων Αποστόλων των Δώδεκα στην επωνυμία αυτών Μονή.
Κατά την αψευδή μαρτυρία των Ευαγγελιστών, και δη του Αγίου Λουκά: «εγένετο δε εν ταις ημέραις ταύταις εξήλθεν εις το όρος προσεύξασθαι και ην διανυκτερεύων εν τη προσευχή του Θεού. Και ότε εγένετο ημέρα, προσεφώνησε τους μαθητάς αυτού, και εκλεξάμενος απ’ αυτών δώδεκα, ους και αποστόλους ωνόμασε» (Λουκ. 6, 12-13). Κατά δε τον Ευαγγελιστή Ματθαίο: «Περιπατών δε παρά την θάλασσαν της Γαλιλαίας είδε δύο αδελφούς, Σίμωνα τον λεγόμενον Πέτρον και Ανδρέαν τον αδελφόν αυτού, βάλλοντας αμφίβληστρον εις την θάλασσαν· ήσαν γαρ αλιείς· και λέγει αυτοίς· Δεύτε οπίσω μου και ποιήσω υμάς αλιείς ανθρώπων» (Ματθ. 4,18-19).
Αυτοί οι απλοί αλιείς, αφ’ ενός εκλήθησαν από τον Ιησού Χριστό στο αποστολικό αξίωμα και απεστάλησαν στα έθνη, στους ειδωλολάτρες λαούς, για να κηρύξουν τη σωτηριώδη αλήθεια του Ευαγγελίου. Αφ’ ετέρου, μετά την Ανάστασή του, ο Κύριος τούς έδωσε Πνεύμα Άγιον, κατά τη μαρτυρία του Αγίου Ευαγγελιστού Ιωάννου: «Είπεν ουν αυτοίς ο Ιησούς πάλιν· Ειρήνη υμίν· καθώς απέσταλκέ με ο Πατήρ, καγώ πέμπω υμάς· και τούτο ειπών ενεφύσησε και λέγει αυτοίς· Λάβετε Πνεύμα Άγιον· αν τινων αφήτε τας αμαρτίας, αφίενται αυτοίς· αν τινων κρατήτε, κεκράτηνται» (Ιωάν. 20, 21-23).
Αξιοσημείωτο ότι οι Απόστολοι έλαβαν Πνεύμα Άγιον «για να μορφωθεί εις αυτούς ο Χριστός», επισημαίνει ο Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας επικαλούμενος τον σοφώτατο Παύλο: «Τεκνία μου, ους πάλιν ωδίνω, άχρις ου μορφωθεί Χριστός εν υμίν». Ερμηνεύοντας τον λόγο αυτόν του Παύλου, ο Άγιος Κύριλλος λέγει: «Ουχ ετέρως γαρ εν αυτοίς μορφωθήσεσθαι λέγει Χριστόν, ή δια του μετασχείν Αγίου Πνεύματος, πολιτεύεσθαί τε κατά νόμον τον Ευαγγελικόν».
Οπότε, ως εν απαρχή της ανανεούμενης κτίσεως εις αφθαρσίαν και δόξαν και εις εικόνα τη θεοειδή, κατοικίζει πάλιν το ίδιον Πνεύμα ο Χριστός εν τοις εαυτού μαθηταίς. Και απλούστερα: ο Παύλος λέγει ότι όχι διά άλλου τρόπου διαμορφώνεται ο Χριστός εις αυτούς (τους μαθητές), παρά μόνο διά της συμμετοχής στο Άγιο Πνεύμα και του βίου σύμφωνα με τον Νόμο του Ευαγγελίου. Βεβαίως, ο Χριστός κατοικεί και εγκαθιστά το ίδιον Αυτού Πνεύμα στους μαθητές Του, ως γεύση και αρραβώνα της ανανεούμενης κτίσεως εις αφθαρσία, δόξα και σε εικόνα όμοια με τον Θεό.
Ιδού λοιπόν γιατί οι Απόστολοι αναγνωρίζονται ως το θεμέλιο της Εκκλησίας, κατά τον θείο Παύλο λέγοντα: «Άρα ουν ουκέτι εστέ ξένοι και πάροικοι, αλλά συμπολίται των αγίων και οικείοι του Θεού, εποικοδομηθέντες επί τω θεμελίω των Αποστόλων και προφητών, όντος ακρογωνιαίου αυτού Ιησού Χριστού» (Εφ. 2, 19-20).
Ο Χριστός εν προκειμένω είναι ο ακρογωνιαίος λίθος, οι δε Απόστολοι οι λίθοι του οικοδομήματος, του μυστικού δηλαδή σώματος της Εκκλησίας. Αυτοί οι αποστολικοί λίθοι δεν είναι άλλοι από τις ανά την οικουμένη ιδρυθείσες Εκκλησίες υπό των Αποστόλων, οι οποίοι είχαν την εξουσία να χειροτονούν Επισκόπους. Και τούτο διότι σε αυτούς δόθηκε η εντολή του Κυρίου: «Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα έθνη, βαπτίζοντες αυτούς εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, διδάσκοντες αυτούς τηρείν πάντα όσα ενετειλάμην υμίν» (Ματθ. 28, 19-20).
Κατά δε τον Θεόδωρο Μοψουεστίας, στους Αποστόλους ανετέθη το έργο: «τω πάσιν επισκοπείν και την απάντων οικονομίαν εγκεχειρίσθαι (=εμπιστευθεί). Και ολοτελή της εκκλησιαστικής διοικήσεως την αυθεντίαν είχον τότε, και πάντα απήρτητο (=εξαρτώνταν) της αυτών γνώμης». Επ’ αυτού, επικαλείται τον παύλειο λόγο προς τους Πρεσβυτέρους της Εφέσου: «Προσέχετε ουν εαυτοίς και παντί τω ποιμνίω, εν ω υμάς το Πνεύμα το Άγιον έθετο επισκόπους ποιμαίνειν την Εκκλησίαν του Θεού» (πρβλ. Πράξ. 20,28).
Ο Ιερός Χρυσόστομος επισημαίνοντας τη σημασία του αποστολικού αξιώματος λέγει: «Ο προφήτης άρχων εστί… ο ποιμήν και διδάσκαλος εστί πνευματικός· αλλά τούτων πάντων μείζων εστίν αρχή η αποστολική». Και τούτο διότι η Εκκλησία και ο διοικητικός επισκοπικός θεσμός της θεμελιώνονται στην πίστη, τη διαδοχή, το έργο και τη διδασκαλία των Αποστόλων, οι οποίοι όχι μόνον επληρώθησαν Πνεύματος Αγίου κατά την Πεντηκοστή, αλλά έγιναν και αυτόπτες μάρτυρες του μυστηρίου της θείας Οικονομίας, δηλαδή της εκ των αγνών αιμάτων της αειπαρθένου Μαρίας ενσαρκώσεως και ενανθρωπήσεως του Θεού Λόγου, Κυρίου ημών Ιησού Χριστού.
«Ου γαρ σεσοφισμένους μύθους εξακολουθήσαντες εγνωρίσαμεν υμίν την του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού δύναμιν και παρουσίαν, αλλ’ επόπται γεννηθέντες της εκείνου μεγαλειότητος» (Β΄ Πέτρ. 1,16), κηρύττει ο θεσπέσιος Πέτρος· «Ο ακηκόαμεν, ο εωράκαμεν τοις οφθαλμοίς ημών, ο εθεασάμεθα και αι χείρες ημών εψηλάφησαν… μαρτυρούμεν και απαγγέλλομεν υμίν» (Α΄ Ιωάν. 1,1-2), λέγει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης.
Με άλλα λόγια, το κατ’ εξοχήν γνώρισμα, ιδίωμα της Εκκλησίας του Χριστού είναι η Αποστολικότητα, που εμπεριέχει την ενότητα, την αγιότητα και την καθολικότητα της Εκκλησίας, όπως τούτο διατυπώνεται στο Σύμβολο της Πίστεως της Πρώτης Οικουμενικής Συνόδου εν Νικαία. Οι Θεοφόροι Πατέρες της Εκκλησίας, διάδοχοι των Αγίων Αποστόλων και φωτισθέντες υπό του Αγίου Πνεύματος, είναι εκείνοι που φυλάσσουν την παρακαταθήκη, δηλαδή τα δόγματα τα κεκριμένα υπό των Αποστόλων και των πρεσβυτέρων της Ιερουσαλήμ (Πράξ. 16,4).
Γι’ αυτό και εμείς, αγαπητοί μου αδελφοί, καλούμαστε υπό των Αγίων Αποστόλων των «νουν Χριστού εχόντων» (Α΄ Κορ. 2,16) κατά Παύλον, να ακούμε το παράγγελμα του θείου Παύλου προς τον μαθητή του Απόστολο Τιμόθεο: «Σπούδασον σεαυτόν δόκιμον παραστῆσαι τω Θεώ, εργάτην ανεπαίσχυντον, ορθοτομούντα τον λόγον της αληθείας» (Β΄ Τιμ. 2,15).
Μετά του υμνωδού ας είπωμεν: Η των Αγίων Αποστόλων Δωδεκάς, οι «της Εκκλησίας οι αλάξευτοι, όντως πύργοι και στύλοι ασάλευτοι, τω Δεσπότη των όλων, ικετεύσατε σωθῆναι τας ψυχάς ημών» και να δοθεί στον κόσμο και στην περιοχή μας η ειρήνη. Αμήν. Έτη πολλά.”
Μετά την Απόλυση της θείας Λειτουργίας, παρέθεσε μικρή δεξίωση και στη συνέχεια παραδοσιακό τραπέζι με ψάρια από τη Θάλασσα της Τιβεριάδας ο καλώς επιμελούμενος τα της Μονής Ηγούμενος Αρχιμανδρίτης π. Νικόδημος.




































