Η Ανακομιδή των Ιερών Λειψάνων του Αγίου Ιγνατίου του Θεοφόρου, που εορτάζει σήμερα η Εκκλησία μας, Σεβασμιώτατε Ποιμενάρχα και Αρχιθύτα της Δημητριάδος Εκκλησίας.

Τιμία των Πρεσβυτέρων και Διακόνων χορεία,

Οσιολογιωτάτη Μητέρα και Καθηγουμένη του μοναστικού τούτου καθιδρύματος,

Θεόλεκτη Αδελφότις,

Ευλογημένε λαέ του Θεού, εκ του μακρόθεν συμπανηγυρίζων,

φέρει ενώπιόν μας την μορφή του δευτέρου, χρονικώς, Επισκόπου της Αντιοχείας, του μαθητού του Ευαγγελιστού Ιωάννου του Θεολόγου και μεγίστου Πατρός της Αποστολικής περιόδου, ενός εκ των διαδόχων και συνεχιστών του Αποστολικού έργου, μίας εκ των γεφυρών που συνδέουν την πρώιμη Χριστιανική Εκκλησία με τους μεταποστολικούς και τους μετέπειτα Χριστιανικούς χρόνους. Μάλιστα, από κοινού με τους ετέρους Αποστολικούς Πατέρες της εποχής του, Κλήμεντα Ρώμης και Πολύκαρπο Σμύρνης, έφεραν τον τίτλο του «προφήτου» ή του «Αποστόλου», που τους κατέστησε πρώτους Πατέρες της πρώιμης Εκκλησίας, διότι στην πράξη υπήρξαν πνευματικοί καθοδηγητές των Χριστιανών της εποχής τους, αφού, στο πλαίσιο της διευρυμένης, υπερτοπικής δικαιοδοσίας τους, φρόντισαν να τους διαποιμάνουν, να τους προστατεύσουν από τον κίνδυνο των αιρέσεων και να καταστήσουν εαυτούς υπόδειγμα μαρτυρικής θυσίας, για την δόξα και την αγάπη του Χριστού και της Εκκλησίας[1].

Ο «τον Χριστόν έχων εν στέρνοις» Θεοφόρος Ιγνάτιος υπήρξε, κατά την Παράδοση, το μικρό παιδί, το οποίο ο Κύριος έφερε ενώπιον των Μαθητών Του, διδάσκοντας την απλότητα και την καθαρότητα της παιδικής ψυχής ως προϋπόθεση για την κατάκτηση της Βασιλείας των Ουρανών[2]. Τα διασωθέντα στοιχεία περί του βίου του είναι ολίγα και περιορισμένα. Γνωρίζουμε, όμως, με ακρίβεια, ότι στοχοποιήθηκε από τον ίδιο τον Αυτοκράτορα, ο οποίος κήρυξε μεγάλο διωγμό κατά των Χριστιανών στην περιοχή της Μικράς Ασίας και της Συρίας, μεταξύ των ετών 107-118 μ.Χ. Ο Τραϊανός συνέλαβε τον Επίσκοπο της Αντιοχείας, τον υπέβαλε σε φρικτά βασανιστήρια και τον καταδίκασε σε θάνατο. Μάλιστα, η απόφαση για τη μεταφορά του στην Ρώμη και εκτέλεση της θανατικής ποινής στην πρωτεύουσα της Αυτοκρατορίας, ελήφθη με σκοπό την αποτροπή της ραγδαίας εξάπλωσης του Χριστιανισμού στην περιοχή, πρωταγωνιστής της οποίας υπήρξε ο Ιγνάτιος. Η μεταφορά του στη Ρώμη ήταν το προοίμιο του μαρτυρίου του, καθότι, όπως ο ίδιος ομολογεί, «από Συρίας μέχρι Ρώμης θηριομαχώ διά γης και θαλάσσης, νυκτός και ημέρας δεδεμένος δέκα λεοπάρδοις, ό εστί στρατιωτικόν άγημα∙ οί και ευεργετούμενοι χείρους γίνονται»[3]. Το μαρτύριό του έλαβε χώρα στην αρένα του σταδίου της Ρώμης, όπου έπεσαν πάνω του άγριοι λέοντες και τον κατασπάραξαν αφήνοντας μόνο τα μεγάλα οστά ως κατάλοιπο, τα οποία κάποιοι πιστοί συνέλεξαν και τα μετέφεραν στην Αντιόχεια, όπου οι χριστιανοί πανηγυρικώς τα υποδέχτηκαν. Έκτοτε, τα τίμια λείψανά του, «τιμιώτερα λίθων πολυτελών και δοκιμώτερα υπέρ χρυσίον»[4], αναδείχθηκαν πηγή θαυμάτων και πνευματικής παρηγορίας.

Η πορεία, όμως, του Ιγνατίου προς την Ρώμη δεν υπήρξε μόνον πρόγευση του αναμενόμενου Μαρτυρίου, αλλά κατέστη πηγή μεγάλων ευλογιών για την Εκκλησία. Κατ΄ αυτήν την πορεία, συνέγραψε τις επτά Ποιμαντικές επιστολές του προς Εφεσίους, Μαγνησιείς, Τραλλιανούς και Ρωμαίους, Φιλαδελφείς, Σμυρναίους και προς Πολύκαρπον, Επίσκοπον Σμύρνης, οι οποίες του εξασφάλισαν την εξαιρετική τιμή του πρώτου μεταποστολικού μεγάλου θεολόγου και πρώτου Πατρός και Διδασκάλου της Εκκλησίας. Κεντρικό θέμα των επιστολών είναι η ενότητα και η συσπείρωση του πλήθους των πιστών γύρω από τον Επίσκοπο, για την αντιμετώπιση των αιρέσεων και των ποικίλων διασπαστικών τάσεων, που απειλούσαν την ακεραιότητα της Εκκλησίας.

Το τρίπτυχο της Θεολογικής σκέψης του Αγίου Ιγνατίου για την ενότητα της Εκκλησίας, όπως ξεδιπλώνεται στις Επιστολές του, κινείται σε τρία επίπεδα: Επίσκοπος – Χριστός – Θεία Ευχαριστία. Συναρτά άρρηκτα την ενότητα της Εκκλησίας στο πρόσωπο και στον ρόλο του Επισκόπου, ο οποίος, κατά την εκκλησιολογική ερμηνεία του Ιγνατίου, είναι ο εκπρόσωπος του Χριστού. Γι’ αυτό, «τον ουν επίσκοπον δήλον ότι ως αυτόν τον Κύριον δει προσβλέπειν»[5]. Την σχέση των πιστών με τον Αρχιθύτη της Εκκλησιαστικής τους κοινότητας παρομοιάζει με κιθάρα, όπου όλες οι χορδές, κρουόμενες, αποδίδουν αρμονία. Με τον τρόπο αυτό, μέσα στην Εκκλησία λειτουργεί μία συμφωνία, με την οποία «άδεται εν αγάπη ο Ιησούς Χριστός»[6]. Αυτό σημαίνει ότι «η αποκοπή από τον επίσκοπο προκαλεί οδυνηρές συνέπειες, αφού είναι σημαντικό «το υπακούειν υμάς τω επισκόπω και τω πρεσβυτερίω απερισπάστω διανοία, ένα άρτον κλώντες, ος εστί φάρμακον αθανασίας, αντίδοτον του μη αποθανείν, αλλά ζην εν Ιησού Χριστώ διά παντός»[7]. Αυτή η σπουδή, κατά τον Ιγνάτιο, πρέπει να αποτελεί μόνιμο και διαρκές καθήκον όλων των πιστών, ώστε η ενότητα της Εκκλησίας να διακρατείται στο πρόσωπο του επισκόπου, αλλά και να «καθαιρούνται αι δυνάμεις του σατανά, και να λύεται ο όλεθρος αυτού εν τη ομονοία της πίστεως»[8],[9].

Προχωρώντας ακόμα ένα βήμα, ο Θεοφόρος Ιγνάτιος διατυπώνει την κλασική θεολογική του θέση, όπου θεωρεί τον Επίσκοπο «εις τύπον Θεού», τους Πρεσβυτέρους «εις τύπον του συνεδρίου των Αποστόλων» και τους Διακόνους «πεπιστευμένους εις διακονίαν Ιησού Χριστού»[10]. Θεωρεί ότι, προκειμένου να διαφυλαχθεί η ενότητα της Εκκλησίας, «πρέπει να στηριχθεί και να τυγχάνει σεβασμού από μέρους των πιστών ο Επίσκοπος, στο πρόσωπο του οποίου εκφράζεται ο ίδιος ο Θεός, σε βαθμό και τρόπο τέτοιο, ώστε, εάν κάποιος, ακόμη και αν υποκρίνεται προς τον επίσκοπο, τελικά «ουχί… τούτον τον βλεπόμενον πλανά… αλλά τον αόρατον παραλογίζεται»[11]. Είναι ο επίσκοπος «εις τύπον Θεού», γιατί από τον Θεό αντλεί την εξουσία και το κύρος του και λειτουργεί η σχέση τους κατά το άρρητο σχήμα της προέλευσης του Υιού και Λόγου από τον Πατέρα. Ταυτόχρονα, όπως, κατά την θεοπρεπή τάξη, υπακούει ο Υιός στον Πατέρα, έτσι, αυτή η υπακοή του Χριστού, πρέπει να εμπνέει και την υπακοή των πιστών προς τον επίσκοπο. Την αυθεντία του επισκόπου ο Ιγνάτιος κατανέμει σε όλα τα επιμέρους κεφάλαια της εκκλησιαστικής ζωής, είτε αυτά είναι δογματικά είτε ποιμαντικά. Όμως, εκεί, όπου ο επίσκοπος κυριολεκτικά ασκεί την αυθεντία του ως «τύπος» και του Χριστού, είναι στην ευχαριστιακή σύναξη, στην οποία προΐσταται, γιατί προπάντων στη Θεία Ευχαριστία μετέχουν όλοι και έτσι καταφάσκεται η ενότητα της Εκκλησίας»[12].

Είναι φανερό ότι ο Άγιος Ιγνάτιος θεωρεί την ενότητα ως την πεμπτουσία της ζωής της Εκκλησίας, αφού η διασάλευσή της έχει άμεσο αντίκτυπο στην ζωή των πιστών. Βέβαια, οι θέσεις του δεν εκφράζουν απλώς τις προσωπικές του εκτιμήσεις. «Στην πραγματικότητα απηχούν την θεολογική αντίληψη της Εκκλησίας, όσον αφορά στο θέμα του ιερατείου και ιδιαίτερα του προσώπου και του ρόλου του επισκόπου ως προκαθημένου στην ευχαριστιακή σύναξη, αλλά και ως φορέα της διδαχής του Χριστού και των Αποστόλων. Ο Επίσκοπος κατέχει διακριτική και εξέχουσα θέση, εκφράζει την Εκκλησία και διερμηνεύει τα θέματα που την αφορούν στα δόγματα, στη λατρεία και στην τάξη»[13].

Κατά τον Άγιο Ιγνάτιο, δύο είναι οι νοσογόνες αιτίες που διασπούν την ενότητα της Εκκλησίας: «ο μερισμός και οι κακοδιδασκαλίες»[14]. Η πρότασή του, προκειμένου να διαφυλαχθεί η ενότητα της Εκκλησίας είναι το πρόσωπο του Επισκόπου και η απομόνωση ή η αποστροφή των αιρετικών: «όπου δε ο ποιμήν εστίν, εκεί ως πρόβατα ακολουθείτε. Πολλοί γαρ λύκοι αξιόπιστοι ηδονή κακή αιχμαλωτίζουσι τους θεοδρόμους∙ αλλ’ εν τη ενότητι υμών ουκ έχουσι τόπον»[15]. Γι’ αυτό και με πατρική αγάπη και αγωνία διδάσκει: «την ένωσιν αγαπάτε, τους μερισμούς φεύγετε. Ού δε μερισμός εστί και οργή, Θεός ου κατοικεί… Παρακαλώ δε υμάς, μηδέν κατ΄ ερίθειαν πράσσειν, αλλά κατά χριστομαθείαν»[16].

Ο Άγιος Ιγνάτιος στηλιτεύει, επίσης, την επιτέλεση κάθε εκκλησιαστικής πράξης παρά τη Θείω δικαίω εξουσία του Επισκόπου και την θεωρεί επισφαλή και δαιμονική: «Ο λάθρα επισκόπου τι πράσσων, τω διαβόλω λατρεύει»[17]. Επομένως, όποιος υπακούει στον επίσκοπο, αυτός τιμά τον επίσκοπο. Και ο «τιμών τον επίσκοπον υπό Θεού τετίμηται»[18].

Είναι σαφές, λοιπόν, ότι ο σήμερον εορταζόμενος Άγιος, μέσα από τις επιστολές του, αποβαίνει καθοριστικός και απόλυτος για τον ρόλο του επισκόπου στο σώμα της Εκκλησίας, ώστε να απαιτεί πλήρη και τέλεια αφοσίωση Κλήρου και λαού σ’ αυτόν, αφού ο Επίσκοπος εκφράζει και διερμηνεύει την θεοπρεπή εκκλησιαστική τάξη και αλήθεια. Αν έμενε, όμως, μόνον στα όσα καταγράψαμε ως τώρα, δικαιολογημένα, ίσως, θα έδινε το δικαίωμα σε κάποιον να διατυπώσει την άποψη ότι ο Θεοφόρος Επίσκοπος Αντιοχείας είναι υπερβολικός, όσον αφορά στον ρόλο του επισκόπου ή επιδιώκει την αυτοδικαίωσή του, επίσκοπος ών. Αυτό, ενδεχομένως, να συνέβαινε, αν ο Ιγνάτιος δεν συνέγραφε την προς Πολύκαρπον Σμύρνης επιστολή του, όπου σαφώς επισημαίνει ότι «ο επίσκοπος δεοντολογικά πρέπει να τυγχάνει της αναγνώρισης, που προδιαγράφει, εφόσον και αυτός αναλαμβάνει όλο το βάρος των καθηκόντων που ο Θεός εντέλλεται, αλλά και τις ευθύνες, τις οποίες τα μέλη της Εκκλησίας τού επιφορτίζουν… Οι ανάγκες του ποιμνίου είναι πολλές. Ο επίσκοπος πρέπει να αποβαίνει ο ειδικός ιατρός σε κάθε ασθένεια, αλλά και το λιμάνι καταφυγής των χειμαζομένων, ώστε με όλους τους τρόπους να γίνεται το μέσο «επιτυχίας του Θεού»[19] από μέρους του ποιμνίου του… Όμως, το βάρος των ποικίλων ευθυνών του επισκόπου δεν πρόκειται να του το αναψύξουν οι ανέσεις της ζωής του, γιατί κάτι τέτοιο δεν πρόκειται να υπάρξει. Αντίθετα, θα δεχθεί πόλεμο από τους «ετεροδιδασκαλούντας» και από τους «δοκούντας αξιόπιστοι είναι»[20]. Διά τούτο, πρέπει να στέκεται «εδραίος ως άκμων τυπτόμενος». Άλλωστε, «ένεκεν Θεού πάντα υπομένει»[21].

Η διδασκαλία του Αγίου Ιγνατίου του Θεοφόρου περί της, πέριξ του Επισκόπου, ενότητος της Εκκλησίας, δεικνύει την σπουδαιότητα με την οποία το έργο της ενότητος περιβάλλεται, καθώς, άνευ αυτής το ποικίλο έργο της Εκκλησίας υπονομεύεται και η προοπτική της σωτηρίας των ανθρωπίνων ψυχών θανασίμως απειλείται. Διά τούτο, η ενότητα είναι έργο Θεού, ενώ η διάσπασή της έργο του διαβόλου. Όσοι εργάζονται, κοπιάζουν και θηριομαχούν, για να διαφυλάξουν την εν Χριστώ ενότητα, μάλιστα σε καιρούς αυχμηρούς, όπως οι ιδικοί μας, κατά τους οποίους η Εκκλησία μας βάλλεται, λοιδορείται και η πίστη μας προσβάλλεται, λειτουργούν ως όργανα της Θείας Χάριτος, μιμούμενοι το έργο του Χριστού και των Αποστόλων. Όσοι, αντιθέτως, ακολουθούν μοναχική πορεία, επιλέγοντας την πνευματική απομόνωση και αυτάρκεια, την εωσφορική αυτοδικαίωση, την κατά το δοκούν και κατά φαντασίαν ερμηνεία της Γραφής και των Πατέρων, την ου κατ’ επίγνωσιν ζηλωτική ανυπακοή στις επιταγές της Εκκλησίας, απεργάζονται την διάσπαση του Εκκλησιαστικού σώματος, καθιστώντας εαυτούς, ακουσίως μεν αλλά ασφαλώς, όργανα του διαβόλου, έργο του οποίου είναι η διατάραξη της ειρήνης και της ενότητος της Εκκλησίας.

Διά τούτο, δεν θα ήταν υπερβολή να ισχυριστούμε, έχοντας την εμπειρία των εικοσιτεσσάρων ετών ευλογημένης συνύπαρξης, συμπόρευσης και πνευματικής εξάρτησης, ότι η διδασκαλία του Αγίου Ιγνατίου του Θεοφόρου περί της εκκλησιαστικής ενότητος πέριξ του Επισκόπου, αποκρυσταλλώνεται και επαληθεύεται διαρκώς και ακριβώς στο πρόσωπο του σήμερον εορταζομένου Πατρός ημών και Ποιμενάρχου, Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Δημητριάδος και Αλμυρού κ. Ιγνατίου, τα ονομαστήρια του οποίου, λιτώς και ιεροπρεπώς, τιμούμε, ως ένα ακόμα μήνυμα προσοχής και αυτοσυγκράτησης σε εποχή μεγάλης πανδημικής κρίσης.

Ο σεπτός Ποιμενάρχης μας δικαίως μπορεί να χαρακτηριστεί ο Ευαγγελιστής της ενότητος, ο Ιεραπόστολος της αγάπης, ο ακάματος και διακριτικός εργάτης του διαλόγου, της ειρήνης και της καταλλαγής. Σ’ όλη του την ζωή εργάζεται για την επικράτηση των ιεροτάτων αυτών πνευματικών αγαθών και μεγεθών, όπου κι αν η Εκκλησία τον έταξε να Την διακονεί, «μετά πάσης ταπεινοφροσύνης και πραότητος, μετά μακροθυμίας, ανεχόμενος αλλήλων εν αγάπη, σπουδάζων τηρείν την ενότητα του Πνεύματος εν τω συνδέσμω της ειρήνης»[22]. Μάλιστα, ως Επίσκοπος, δεν παύει να διακηρύσσει, σε όλους τους τόνους, το μήνυμα της ενότητος, προς τις Αρχές, τους ποικίλους φορείς και τον λαό της επαρχίας μας, να λειτουργεί ως παράγων ενότητος και υπέρβασης των επιμέρους διαφορών, ως μέλος της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, αλλά και ως Ορθόδοξος Ιεράρχης, με συνείδηση οικουμενικότητας, δεν φείδεται κόπων και αγώνων για την διαφύλαξη της ενότητος των Ορθοδόξων, που είναι το μεγάλο ζητούμενο της εποχής μας και την υλοποίηση του ανεκπλήρωτου οράματος της ενότητος των Χριστιανών.

Το έργο αυτό δεν είναι απλό και εύκολο, διότι το φθονεί ο διάβολος. Και τον φθόνο αυτό πολλάκις τον βίωσε ο Ποιμενάρχης μας, δεχόμενος έσωθεν τα βέλη από τους αυτόκλητους αμύντορες της πίστεως και κατά φαντασίαν υπερασπιστές της Ορθοδοξίας. Δεν κάμπτεται, όμως, ούτε υποχωρεί, αλλά εξακολουθεί να ευλογεί και να αγαπά, να λειτουργεί και να προσεύχεται, να καλεί τον λαό στην ενότητα της Ευχαριστιακής εμπειρίας, υπόδειγμα ών λειτουργικού Επισκόπου, να υποχωρεί και να ταπεινώνεται όπου δει, αλλά και με αποφασιστικότητα να δρα και να ενεργεί για την προστασία και σωτηρία του ποιμνίου του.

Δι’ όλα τα παραπάνω, Σεβασμιώτατε, Πάτερ και Δέσποτα, δοξάζουμε τον Άγιο Θεό και υιικώς σας ευχαριστούμε, εν ονόματι του ιερού Κλήρου, των Μοναστικών Αδελφοτήτων και του ευλογημένου λαού της Εκκλησίας της Δημητριάδος, ευχόμενοι πολυχρόνιον ποιήσαι Σε Κύριος ο Θεός, χαρίζοντας στην Σεβασμιότητά σας υγεία αδιάπτωτη και δύναμη ψυχής, ώστε να συνεχίζετε το Θεοφιλές έργο της εν Χριστώ ενότητος, που οδηγεί, με ασφάλεια, στην εν Χριστώ σωτηρία. Υπόδειγμα δε έχοντες τον προστάτη σας Άγιο Ιγνάτιο τον Θεοφόρο, απευθύνουμε, υιικώς, τον λόγο που και εκείνος απηύθυνε προς τον συμμαθητή, συναθλητή και συνεπίσκοπό του Πολύκαρπο Σμύρνης: «Παρακαλώ σε εν χάριτι, ή ενδέδυσαι, προσθείναι τω δρόμω σου και πάντας παρακαλείν, ίνα σώζωνται. Εκδίκει σου τον τόπον εν πάση επιμελεία σαρκική τε και πνευματική. Της ενώσεως φρόντιζε, ής ουδέν άμεινον. Πάντας βάσταζε, ως και σε Κύριος. Πάντων ανέχου εν αγάπη, ώσπερ και ποιείς. Προσευχαίς σχόλαζε αδιαλείπτοις. Αιτού σύνεσιν πλείονα ής έχεις. Γρηγόρει, ακοίμητον πνεύμα κεκτημένος. Τοις κατ’ άνδρα κατά ομοήθειαν Θεού λάλει. Πάντων τας νόσους βάσταζε ως τέλειος αθλητής. Όπου πλείων κόπος, πολύ κέρδος»[23].

Αμήν!

Εκκλησία Online

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.