Είναι σήμερα μεγάλη η ευχαρίστησή μας για το γεγονός ότι έχουμε την τιμή και τη χαρά να κάνουμε λόγο για την αντίδραση της Εκκλησίας της Ελλάδος απέναντι στα μεγάλα προβλήματα τα οποία η ανθρωπότητα αντιμετωπίζει από το 2020 έως και την τρέχουσα χρονική στιγμή.

Πριν από την αναφορά όμως στο έργο της Εκκλησίας μας είναι αναγκαίες δύο επισημάνσεις: Α) Φαίνεται ότι κανένα πρόβλημα με βαρύτητα ως προς τις επιδράσεις του δεν μπορεί να αποτελεί τοπική υπόθεση, ιδιαιτερότητα, ή εστία περαιτέρω προβλημάτων και επακόλουθων συνεπειών με περιορισμό σε μια συγκεκριμένη γεωγραφική επικράτεια.

Ο πλανήτης μας, υπό τις συνθήκες παγκοσμιοποίησης που γνωρίζει, έχει καταστεί μια μικρή γειτονιά, επομένως κάθε πρόβλημα μας κρούει τη θύρα όσο μακριά και αν θεωρούμε ότι λαμβάνει χώρα.

Β) Το πολυσχιδές κοινωνικό έργο της Εκκλησίας της Ελλάδος είναι τέτοιο ώστε καθόλου δεν τυποποιείται η τοπικότητα ενός προβλήματος ως κριτήριο αντίδρασης.

Με την παραμικρή γνώση και επίγνωση έστω της αιφνίδιας παρουσίας του, ο κοινωνικός μηχανισμός της Εκκλησίας, ήδη φέρων την απαραίτητη εμπειρία στην αντιμετώπιση ποικίλων κρίσεων, είναι έτοιμος να αντεπεξέλθει στις προκλήσεις, ανακουφίζοντας το κοινωνικό σύνολο από τα σωματικά δεινά, καθοδηγώντας το ταυτοχρόνως στην υπερκέραση και των πνευματικών αδιεξόδων με τα οποία συνυφαίνεται η εκάστοτε κρίση.

​Μερικές φορές ασφαλώς, και αυτό είναι κάτι που δεν μπορεί να το παραγνωρίζει ούτε ο πιο αισιόδοξος νους, τα προβλήματα τα οποία περιπλέκουν φαινομενικά ή αληθινά διαφορετικές σφαίρες της ανθρώπινης μωροφιλοδοξίας και απληστίας, όπως ο θρησκευτικός φανατισμός και ο σχεδιασμός γεωπολιτικής ανακατανομής σε συγκεκριμένες επικράτειες, καθιστούν τα εμπόδια σαφώς υψηλότερα ως προς την υπέρβασή τους.

Και κυρίως, ακόμα και όταν αυτά τα προβλήματα επιτέλους φαίνεται να φτάνουν σε κάποια λύση, ήδη είναι εκατοντάδες ή χιλιάδες οι νεκροί, ώστε η αδυναμία πρόληψης δύσκολα μπορεί να αντισταθμιστεί από την εγκυρότητα και εγκαιρότητα της προσπάθειας επούλωσης.

Πολύ δε περισσότερο δυσεπίλυτα φαίνονται τα προβλήματα ή σχεδόν μάταιη η προσπάθεια επούλωσης των πληγών, όταν προβάλλονται διαστάσεις οι οποίες πολύ μικρή σχέση φέρουν με τις μεγάλες ιδέες τις οποίες επικαλούνται οι δράστες, οι θύτες και οι κακοποιητές.

Πάρα πολύ ορθά διατύπωσε στις Brussels, στις 19 December 2023, στο Special High-Level Meeting with Religious Leaders – “The situation in the Middle East and its impact on the European Union”, o Vice-President of the European Commission Margaritis Schinas ότι “the situation created since the 7 October attacks and the war in Gaza show the need to recall fundamental values of human dignity. Recent events have led to an unprecedented level of hate based on religion and racism which have nothing to do with genuine religious beliefs”.

Ακόμα και έτσι ωστόσο, τόνισε ότι “the role of religious leaders is essential in this respect”.

Τhe role of religious leaders is more essential όταν οι καταστάσεις που ενσκήπτουν είναι τόσο πρωτόγνωρες ώστε προκαλούν ακόμα και αυτή την ετοιμότητα της Εκκλησίας.

Ακόμα περισσότερο όταν η αντιμετώπιση του εκάστοτε προβλήματος προσκρούει στη συνήθη πρακτική της, που δεν είναι άλλη από την άσκηση του ποιμαντικού της έργου, το οποίο κατά τη φάση του Covid-19 ήταν αναγκαίο να διακόψει, τουλάχιστον ως προς την παραδοσιακή μορφή του.

Από αυτό το σημείο θα ξεκινήσει η σύντομή συζήτηση που ακολουθεί, ώστε να συμπεριλάβει στη συνέχεια τους πολέμου της Ουκρανίας και της Γάζας.

A. Εκκλησία της Ελλάδος και Covid-19

​Την αντίδραση της Εκκλησίας της Ελλάδος στην κρίση του Covid-19 έχει συνοψίσει θαυμάσια στην εγκύκλιο του ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πασης Ελλάδος κ. Ιερωνυμος Β.

Αφού σημείωσε ότι η Εκκλησία βρέθηκε μπροστά σε μια μεγάλη πρόκληση η οποία κατέρριψε την αίσθηση του ανθρώπου ότι είναι παντοδύναμος, έκανε μάλιστα αναφορά στο πρωτόγνωρο Πάσχα του 2020, όταν παραδόσεις αιώνων χρειάστηκε να ακυρωθούν, τόνισε ότι δεν επλήγη η Εκκλησία και η πίστη από το οδυνηρό γεγονός της πανδημίας, αλλά «η ανθρώπινη φιλαυτία, ο εγωκεντρισμός, ο υπέρμετρος εγωισμός και η ανθρώπινη αλαζονεία».

Μέσα σε πρωτόγνωρες συνθήκες «η Εκκλησία κένωσε τον εαυτό της, σταυρώθηκε και ταπεινώθηκε. Έθεσε όμως πάνω από όλους και από όλα τον σεβασμό στην ανθρώπινη ζωή και υγεία. Δέχθηκε τις εισηγήσεις των ειδικών επιστημόνων, τήρησε αυστηρά τα πρωτοφανή μέτρα και υπάκουσε στους νόμους του κράτους, κλείνοντας για τους πιστούς τους Ναούς της, κατά την ιερότερη μάλιστα και πνευματικότερη περίοδο του έτους».

Ακούστηκαν και γράφτηκαν πολλά, με τις προθέσεις ορισμένων να στρέφονται κατά των επιλογών και παραινέσεων της Εκκλησίας προς τους πιστούς της, αλλά δεν πρέπει να λησμονείται ότι κάθε οικογένεια έχει τις διαφωνίες της.

Όλοι όμως ελπίζουν να επικρατήσει στο τέλος η σύνεση και η λογική. Η σταθερότητα του εκκλησιαστικού θεσμού ως προς το ομολογιακό του περιεχόμενο ωστόσο επέτρεψε την ίδια ώρα τη διατήρηση της πίστης στην Ορθόδοξη Εκκλησία ως «άλλης» πρόταση ζωής, παρά τα ιδιόρρυθμα μέτρα που χρειάστηκε να εφαρμοστούν».

​Ακόμα και κατά τις χρονικές περιόδους στις οποίες δεν ανετράπη η συνήθεια του εκκλησιασμού, δεν έπαψαν οι παραινέσεις για λήψη όλων των απαραίτητων μέτρων υγειονομικής προστασίας.

Η Ιερά Σύνοδος σε ανακοίνωσή της το Αύγουστο 2020 αναφέρθηκε στον τρόπο τέλεσης των Λιτανειών, που θα πραγματοποιούνταν «μετά μεγάλης προσοχής, άνευ συνωστισμού του συμμετέχοντος πιστού λαού, και εάν ή δυνατόν, εν συντομία, συμφώνως τη ποιμαντική κρίσει του οικείου Ποιμενάρχου».

Στην ίδια ανακοίνωση είχε παρατεθεί η από 04.08.2020 δήλωση του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερωνύμου, σύμφωνα με την οποία «Η Εκκλησία μας, από την πρώτη στιγμή της εμφάνισης της πανδημίας, στάθηκε, όπως ακριβώς όφειλε, με όλες της τις δυνάμεις, στο πλευρό της υπεύθυνης ελληνικής κυβέρνησης και του ελληνικού λαού, για την αποτελεσματική αντιμετώπιση αυτής της εθνικής δοκιμασίας… Η Ελλάδα μας έγινε επαινετό παράδειγμα σε ολόκληρη την Οικουμένη, γιατί όλοι μαζί, με αίσθηση πατριωτικού καθήκοντος, ακούσαμε τους ειδικούς και προστατεύσαμε το υπέρτατο αγαθό της ανθρώπινης ζωής και υγείας, με τις μικρότερες δυνατές απώλειες».

​Εν συνόλω, τα μέτρα που αποφασίστηκαν και εφαρμόστηκαν είχαν σκοπό την απόκρουση της μετάδοσης της ασθένειας, αφού έως ότου το επέτρεψαν οι υγειονομικές συνθήκες ανεστάλη το ποιμαντικό και διδακτικό έργο της Εκκλησίας, με εξαίρεση τα στοιχεία που συγκροτούν την ουσία και τον πυρήνας της ζωής Της, συγκεκριμένα το μυστήριο της θείας Ευχαριστίας και της θείας Μεταλήψεως του Σώματος και του Αίματος του Χριστού.

Επίσης ενέτεινε τις προσευχές Της και δημιούργησε ευχές κατά την διάταξη του Μεγάλου Ευχολογίου, απευθύνοντας κάλεσμα προσευχής στον κόσμο. Η Εκκλησία δεν παρέλειψε να συμμετάσχει στον σύγχρονο τρόπο ζωής με τη χρήση των νέων τεχνολογιών και των κοινωνικών δικτύων, αποδεικνύοντας πρωτοφανή και άμεση προσαρμογή στις νέες συνθήκες.

Αυτό επέτρεψε τη συμπλήρωση των δραματικών μειωμένων ευκαιριών για τη συμπαράσταση των κληρικών μας στον πονεμένο και δοκιμαζόμενο άνθρωπο, αφού μέσω της διαδικτυακής συμμετοχής ενθαρρύνθηκε πνευματικά ο συνάνθρωπος που το είχε ανάγκη, συνάμα με την υλική υποστήριξή του.

Και φυσικά δόθηκε η ευκαιρία για τη συζήτηση κρίσιμων θεμάτων, ακόμα και αν θεωρούνταν παγιωμένα, ή ακόμα και αναχρονιστικά, όπως η ταυτότητα, η ουσία και η αποστολή της Εκκλησίας στον σύγχρονο κόσμο.

Β. Εκκλησία της Ελλάδος και Πόλεμος της Ουκρανίας

Ο πόλεμος της Ουκρανίας και ειδικότερα η εισβολή της Ρωσίας στα ουκρανικά εδάφη, γνώρισαν την άμεση καταδίκη της Ιεράς Συνόδου, θεωρήθηκαν μάλιστα από την ίδια ως αποτυχία όλων μας ως ανθρώπων και Χριστιανών, ως οικτρή αποτυχία των εκκλησιαστικών αρχηγών να αποτρέψουν την εισβολή και τα γεγονότα που ακολούθησαν.

Σημειώθηκε ότι δεν πρέπει να πάψουμε να θεωρούμε αποτρόπαιο κάθε πόλεμο, όσο και αν έχουμε συνηθίσει στη διεξαγωγή αιματηρών συγκρούσεων και συρράξεων.

Μάλιστα όλα αυτά δεν αποτέλεσαν απλώς διαπιστώσεις των ανώτερων ιεραρχών μας αλλά μαζί με μια σειρά πρακτικών μέτρων περιελήφθησαν σε εγκύκλιο σημείωμα και αναγνώσθηκαν σε όλους τους ναούς της χώρας μας.

Αμέσως τέθηκαν εξάλλου από την Εκκλησία μας στη διάθεση της Πολιτείας και σε συνεργασία με το Υπουργείο Μεταναστευτικής Πολιτικής οι δομές της (Ξενώνες Προσφύγων και Μεταναστών της ΜΚΟ της Εκκλησίας «Συνύπαρξις», της ΜΚΟ της Αρχιεπισκοπής Αθηνών «Αποστολή» κ.ά.) για τη φιλοξενία Ουκρανών προσφύγων και ιδιαίτερα παιδιών.

Και φυσικά έγινε λόγος για την αδυναμία του πολέμου, όπως κάθε προηγούμενου, να επιλύσει τις ανθρώπινες διαφορές, σε κοινωνικό, εθνικό ή παγκόσμιο επίπεδο.

​Ήδη ο Μακαριώτατος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμος είχε προβεί σε σύνταξη επιστολών προς τον Μητροπολίτη Κιέβου και Πάσης Ουκρανίας κ. Επιφάνειο αλλά και τον Πατριάρχη Μόσχας και πάσης Ρωσίας κ. Κύριλλο, σχετικά με το ζήτημα. Εξάλλου, η αναφορά στην πρακτική δράση της Εκκλησίας από την Ιερά Σύνοδο ακολούθησε τη διαβούλευση του Αρχιεπισκόπου μας με το Υπουργείο Μεταναστευτικής Πολιτικής.

Σε πρακτική βοήθεια εκ μέρους της Εκκλησίας είχε αναφερθεί ο Αρχιεπίσκοπός μας και στην επιστολή του προς τον Μητροπολίτη Κιέβου και Πάσης Ουκρανίας, αφού του ευχήθηκε να επιλυθούν οι διαφορές που οδήγησαν στην εισβολή.

Δήλωσε ότι η Εκκλησία της Ελλάδος θα ανταποκρινόταν πρόθυμα στην ανθρωπιστική βοήθεια που ενδεχομένως θα ζητούσε η Εκκλησία της Ουκρανίας.

Στην επιστολή του προς τη Ρωσική Εκκλησία ο κ. Ιερώνυμος έθεσε με παρρησία το ζήτημα της ευθύνης των εκκλησιαστικών ταγών όταν οι κυβερνήσεις των χωρών στις οποίες ασκούν το ποιμαντικό τους έργο προκαλούν ή συμμετέχουν σε πολεμικά γεγονότα τα οποία μοιραία οδηγούν σε απώλειες ζωών και εντείνουν το προσφυγικό ζήτημα των ημερών μας, που αποτελεί εδώ και χρόνια ένα μείζον πρόβλημα στον ευρωπαϊκό χώρο.

Συγκεκριμένα, έκανε λόγο για αντίσταση στα πολεμικά σχέδια των κοσμικών ηγετών και σε καταλυτική παρέμβαση του Πατριάρχη Μόσχας και πάσης Ρωσίας, ώστε σε συνδυασμό με την έμπρακτη μαρτυρία αγάπης, ειρήνης και καταλλαγής, να κατασταθεί ουσιαστική η ελπίδα κατάπαυσης του πολέμου και η απόσυρση των ρωσικών στρατευμάτων από την Ουκρανία.

Στις ενέργειες του Αρχιεπισκόπου μας προστέθηκαν ορισμένες ακόμα πολύ σημαντικές, όπως η συνάντηση με τον Πρέσβη της Ουκρανίας στην Αθήνα, κ. Σεργκέι Σουτένκο, ώστε να αυξηθούν οι δραστηριότητες που η Εκκλησία της Ελλάδος θα αναλάμβανε για την ανακούφιση των Ουκρανών προσφύγων.

Πληθώρα Μητροπόλεων της χώρας μας άλλωστε επιδόθηκε με τη μέγιστη προθυμία στην παροχή ανθρωπιστικής βοήθειας με κάθε τρόπο στους πρόσφυγες, προσφέροντάς τους τρόφιμα, φαρμακευτικό υλικό και άλλα αναλώσιμα είδη πρώτης ανάγκης, όπως και στέγαση και φιλοξενία όπου αυτό ήταν δυνατόν.

Επίσης σειρά ενοριών προέβη σε συγκέντρωση χρημάτων και ειδών πρώτης ανάγκης για να απαλύνουν τον πόνο των εκπατρισθέντων.

Γ. Εκκλησία της Ελλάδος και Πόλεμος της Γάζας

​Το πιο πρόσφατο σημαντικό γεγονός αιματοχυσίας, όχι μόνο στρατιωτών αλλά και αμάχων, αποτελεί ο Πόλεμος της Γάζας, μαρτυρώντας ότι τον πλανήτη μας μαστίζουν με αυξητικό ρυθμό οι εστίες πολέμου, που στην ουσία συγκροτούν ένα ευρύτερο τοπίο καταφυγής του ανθρώπου στη βία και την επίλυση των γεωπολιτικών διαφορών του με τη χειρότερη μέθοδο.

Στην προκειμένη περίπτωση, όσο και αν αποκαλύπτεται ότι οι έριδες δεν έχουν στην πραγματικότητα θρησκευτικό υπόβαθρο αλλά χρησιμοποιούν τη θρησκεία για να καλύψουν διαφορετικής μορφής αιτήματα λαών έναντι άλλων λαών, οι θρησκευτικοί ταγοί δεν μπορούν να μένουν αμέτοχοι, καθώς φαινόμενα θρησκευτικού ρατσισμού είναι αναμενόμενο να προκύψουν.

Γεγονότα όπως ο πόλεμος της Γάζας εγείρουν το αίσθημα του αντισημιτισμού, που τόσο έχει πλήξει την Ευρώπη στο παρελθόν, όμως και του αντιμουσουλμανισμού, αφού η ταύτιση από πολλούς των αμάχων με τη Χαμάς φαίνεται αν και λανθασμένη, αναπόφευκτη.

​Οι αντιδράσεις της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος έχουν υπάρξει και σε αυτή την περίπτωση άμεσες, είτε αφορούσαν και αφορούν στο γεγονός εν γένει, είτε σε μεμονωμένα περιστατικά του που εγείρουν την αγανάκτηση, καθώς βάλλουν αφενός κατά του δικαιώματος της ζωής, αφετέρου κατά του δικαιώματος της πίστης.

Συγκεκριμένα στις 11 Οκτωβρίου 2023, τέσσερις μόλις ημέρες μετά το ξέσπασμα των βάναυσων εχθροπραξιών, με ανακοινωθέν της καταδίκασε απερίφραστα τις εχθροπραξίες, επικαλούμενη τη θεία φώτιση ώστε να βρεθούν βιώσιμες λύσεις για τη συνύπαρξη των λαών, με ειρήνη και δικαιοσύνη.

Στη συνέχεια, μετά την καταστροφή της ιστορικής Ιεράς Μονής Αγίου Πορφυρίου, με συνεπακόλουθο τον θάνατο 18 τουλάχιστον αθώων και τον τραυματισμό πολλών ακόμα Χριστιανών Ορθοδόξων που είχαν καταφύγει στις εγκαταστάσεις της, νέο ανακοινωθέν επεζήτησε τη σύνεση των αντιμαχόμενων ώστε να πάψουν οι εχθροπραξίες και η αιματοχυσία, και πάλι με τη βοήθεια της θείας φώτισης και πρόνοιας.

Συμπαραστάθηκε δε η Ιερά Σύνοδος στην ίδια επιστολή της στους αρμόδιους για την περιοχή εκκλησιαστικούς ταγούς ώστε να «επιτελούν το ιερό καθήκον τους, το οποίο δεν είναι άλλο από την διακονία του ποιμνίου τους, παρέχοντας σε αυτό πνευματική και υλική βοήθεια, καθώς και στέγη».

Εξάλλου, ο ίδιος ο Αρχιεπίσκοπος κ. Ιερώνυμος, στις 23 Νοεμβρίου 2023, σε συνάντησή του με τον Αντιπρόεδρο της Δημοκρατίας της Ινδονησίας κ. Ma’ruf Amin, έκανε λόγο για «ενότητα στη διαφορετικότητα», ενώ δεν παρέλειψε να αναφερθεί σε επισκέψεις στο αμέσως προηγούμενο διάστημα από γονείς απαχθέντων παιδιών, αλλά και από καθηγητές του Πανεπιστημίου του Ιράν με υψηλές πολιτικές θέσεις.

Αντικείμενο των συζητήσεων ήταν ανάμεσα σε άλλα η παύση του πολέμου και η έναρξη του διαλόγου, η απαίτηση για απελευθέρωση των απαχθέντων, καθώς και η παύση της πρακτικής των αντίπαλων πλευρών να χρησιμοποιούν παιδιά και άμαχο πληθυσμό ως προπομπούς.

Ο Αρχιεπίσκοπος δήλωσε δίχως περιφράσεις τη θέση του για ειρήνευση όλων των ανθρώπων ανεξάρτητα από τη θρησκεία τους.

Οι εκκλήσεις του κ. Ιερώνυμου για την παύση του πολέμου της Γάζας έχουν υπάρξει επανειλημμένες, ώστε όσα μόλις αναφέρθηκαν ήταν μόνο ενδεικτικά και δεν εξαντλούν σε καμία περίπτωση τις αναφορές στη διαρκή μέριμνα του Αρχιεπισκόπου.

Το ίδιο ενδεικτική ήταν η αναφορά στις συναντήσεις του, οι οποίες δεν περιορίζονται σε πρόσωπα της μιας ή της άλλης πλευράς, αλλά περιλαμβάνουν πρόσωπα κάθε δυνατής πολιτισμικής προέλευσης και θρησκεύματος.

Για παράδειγμα, στις 6.11.2023 είχε συναντηθεί με εκπροσώπους οικογενειών Ισραηλινών, τα παιδιά των οποίων απήχθησαν στη Γάζα, θέτοντας τη μέριμνα για την επιστροφή τους στο οικογενειακό περιβάλλον ως «ένα βάρος που πρέπει να σηκώσουν όλοι οι ιεράρχες της Εκκλησίας της Ελλάδος».

Δ. Προτάσεις

Η στάση της Εκκλησίας της Ελλάδος υποδεικνύει τους τρόπους με τους οποίους οφείλουμε να αντιμετωπίζουμε τα προβλήματα που ενσκήπτουν και αποτελούν διεθνείς κρίσεις, ο δε Αρχιεπίσκοπος κ. Ιερώνυμος έχει διατυπώσει ορισμένες φράσεις οι οποίες αποτελούν θαυμάσιο οδηγό ενεργειών και πρακτικών.

Στη συνάντηση με τους εκπροσώπους των Ισραηλινών οικογενειών είχε επισημάνει ότι «είναι ώρα να πάψουν τα λόγια και να αρχίσουν τα έργα».

Πολύ σημαντικές έχουν υπάρξει και άλλες δηλώσεις του, όπως αυτή που διατύπωσε κατά τη συνάντησή του με καθηγητές του Ιράν, όταν υπενθύμισε τη μεγάλη αλληλεπίδραση μουσουλμάνων και ορθοδόξων, καθώς και τον παραδοσιακό σεβασμό των πρώτων προς τους δεύτερους.

Επίσης, σημαντικές θα πρέπει να θεωρούνται δηλώσεις του με αφορμή τον πόλεμο της Ουκρανίας.

Σε μια από αυτές τόνισε ότι η ενδεδειγμένη οπτική των ορθοδόξων εκκλησιών ανά τον κόσμο είναι αυτή που οδηγεί σε «έμπρακτη μέριμνα και ενδιαφέρον της Εκκλησίας απέναντι σε κάθε πρόσφυγα, ανεξάρτητα από το θρήσκευμα, την καταγωγή, το φύλο και την εθνικότητά του».

Θα σταθούμε ωστόσο ειδικότερα σε μια άλλη δήλωση η οποία εισέρχεται βαθιά στο πεδίο της πρόληψης, μέσω των ενεργειών των Ορθοδόξων Εκκλησιών, ώστε το κακό να προλαμβάνεται και όχι να αφήνεται να συμβεί για να επιχειρηθεί στη συνέχεια η επούλωση των πληγών που προκαλεί.

Συγκεκριμένα, είχε ο Αρχιεπίσκοπός μας επισημάνει στον Πατριάρχη Μόσχας και Πάσης Ρωσίας ότι η παρέμβασή του για την παύση του πολέμου της Ουκρανίας θα συνέβαλλε και στην περαιτέρω αύξηση της δυναμικής των Ορθοδόξων Εκκλησιών στον σύγχρονο κόσμο, καθότι «ο πόλεμος μεταξύ ομοδόξων Εθνών απομειοί την φερεγγυότητα ημών ως Χριστιανών», που ενώ αναγνωρίζουμε ως πρωταρχικό καθήκον μας να κηρύσσουμε την ειρήνη, δεν την εφαρμόζουμε έμπρακτα.

Αυτό συνεπάγεται την πρόκληση ποικίλων αρνητικών συνεπειών για το κύρος και την εν γένει παρουσία της Ορθοδόξου Εκκλησίας, όχι μόνο στον διαχριστιανικό αλλά και στον παγκόσμιο χώρο.

​Οι προτροπές αυτές μαρτυρούν ότι ο διάλογος αποτελεί τον μονόδρομο στην επίλυση των σύγχρονων προβλημάτων, καθώς και ότι αυτός πρέπει να περιλαμβάνει όλες τις πλευρές, είτε βρίσκονται σε πλεονεκτική είτε σε μειονεκτική θέση, με αυτούς στη δεύτερη να χαίρουν ασφαλώς και της αμέριστης ανθρωπιστικής βοήθειας εκ μέρους της Ορθοδόξου Εκκλησίας.

Αυτή όμως ιδιαίτερα η προτροπή σχετικά με την ενδυνάμωση των Ορθοδόξων Εκκλησιών ενέχει σαφέστατα την αναγκαιότητα της πρόληψης των αιματηρών γεγονότων, η οποία μόνο μέσω της ισχυροποίησης της Εκκλησίας μπορεί να επιτευχθεί.

Χωρίς βεβαίως αυτό να σημαίνει την ανάμειξή της στις κρατικές υποθέσεις, αλλά ουσιαστικά με το να παραπέμπει στην κατανόηση της μεγάλης αντίφασης την οποία βιώνει ο σύγχρονος κόσμος: τη διάπραξη πολέμων ακόμα και ανάμεσα σε κράτη τα οποία είναι ομόθρησκα, όταν η Εκκλησία που τα εκπροσωπεί ενεργεί στο όνομα του Ιησού Χριστού.

Ακόμα και σε περιστάσεις κατά τις οποίες οι κρίσεις δεν έχουν τη μορφή ορατού πολέμου αλλά εκείνου με έναν αόρατο εχθρό, κάτι που σαφώς έλαβε χώρα στη μάχη με τον Covid-19, τόσο η ενδυνάμωση της Εκκλησίας όσο και η ευχέρεια για την ανάπτυξη γόνιμου διαλόγου με τα κυβερνητικά όργανα και τους πιστούς, μπορούν να οδηγούν στις καλύτερες δυνατές λύσεις, ειδικά όταν μια κρίση μετατρέπεται από υγειονομική σε ανθρωπιστική.

Σε αυτές τις περιστάσεις μέσω του διαλόγου και της κατανόησης των απόψεων όλων των πλευρών είναι δυνατή η μέγιστη δυνατή ικανοποίηση όλων των μετεχόντων σε ένα πρόβλημα, τόσο εκείνων που ενδιαφέρονται κυρίως για την παράμετρο της υγείας όσο και εκείνων οι οποίοι μεριμνούν πρωτίστως για τον πνευματικό / θρησκευτικό παράγοντα.

​Είναι όπως έχει διατυπώσει ο Αντιπρόεδρος Μαργαρίτης Σχινάς απαραίτητη η εκπαίδευση για την αντιμετώπιση μιας σειράς ζητημάτων, ωστόσο αυτή παραμένει μια κρατική υπόθεση στην οποία η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν έχει μεγάλα περιθώρια παρέμβασης, όταν είναι μεγάλη η ανάγκη στις ημέρες μας για μάθηση στην πολυπολιτισμική συνύπαρξη και την ανεκτικότητα.

Αυτό ωστόσο δεν εμποδίζει την Ορθόδοξο Εκκλησία να αναλάβει ηγετικό ρόλο στις διαπολιτισμικές συναντήσεις των λαών, επεκτείνοντας και σε σύγχρονα κοινωνικοπολιτικά ζητήματα τη φροντίδα που έχει διαχρονικά επιδείξει για τη συζήτηση επί θρησκευτικών θεμάτων στο πλαίσιο των διμερών και οικουμενικών διαλόγων της.

Η Εκκλησία οφείλει να εκπαιδεύσει τους πιστούς της. Είναι αδιανόητο να τρέφει στους κόλπους της ρατσιστές και υπέρμαχους των διακρίσεων, όταν οι ίδιοι αυτοί άνθρωποι προσκυνούν στο όνομα του Ιησού, που κήρυξε την αγάπη και την καταλαγή.

Είναι ένα σχήμα οξύμωρο. Εάν ρωτήσει κάποιος εδώ, τι μπορεί να κάνει μια Ορθόδοξος Εκκλησία για την επίλυση των διαφορών ανάμεσα σε Εβραίους και Μουσουλμάνους, η ίδια απάντηση είναι πάντα επίκαιρη: ο σεβασμός στους λαούς και στη διαφορετικότητα δεν περιορίζεται ανάμεσα σε ομόθρησκους αλλά περιλαμβάνει όλα τα πλάσματα του πλανήτη.

Όλες οι συζητήσεις και κάθε εκπαιδευτική διαδικασία θα πρέπει να έχουν ως αφετηρία τους αυτή την άποψη, δεδομένου ότι ο εκκλησιαστικός θεσμός υπερβαίνει τα σύνορα και τα χρώματα και αγγίζει τις καρδιές και τις ψυχές, για τις οποίες καμία επιστημονική ανάλυση δεν έδειξε ποτέ ότι παρουσιάζουν την οποιαδήποτε μεταξύ τους δομική διαφοροποίηση.

Βρυξέλλες, 18 Ιανουαρίου 2024

Του Θεοφ. Επισκόπου Τανάγρας* κ. Αποστόλου

* Ο Θεοφ. Επίσκοπος Ταναγρας Απόστολος είναι διευθυντής του Γραφείου της Αντιπροσωπειας της Εκκλησίας της Ελλάδος στις Βρυξέλλες

Εκκλησία Online
Γράψε το σχόλιό σου

Αφήστε μια απάντηση

Comment moderation is enabled. Your comment may take some time to appear.