Ήταν 17 Φεβρουαρίου του 1982, όταν η Βουλή των Ελλήνων ξεκίνησε την πολυτάραχη συζήτηση για τον πολιτικό γάμο. Η τότε κυβέρνηση του Ανδρέα Παπανδρέου στο πλαίσιο της πλήρους αναδιάρθρωσης και ανανέωσης του οικογενειακού δικαίου άνοιγε τον δρόμο για τη θέσπιση του πολιτικού γάμου ως «ισόκυρου» με τον θρησκευτικό.

Μετά από πολύωρες συζητήσεις, έντονες αντιδράσεις από μεγάλο μέρος της κοινωνίας αλλά και από την Εκκλησία η Βουλή ενέκρινε τον νόμο 1250 στις 22 Μαρτίου, με τις αρνητικές ψήφους της Νέας Δημοκρατίας. Και με το Προεδρικό Διάταγμα 391 (ΦΕΚ Α 73/18.06.1982) καθορίζονται οι λεπτομέρειες για την τέλεση του πολιτικού γάμου.

«Η κυβέρνηση, πιστή στις εξαγγελίες της προς τον Ελληνικό λαό, αποφάσισε την καθιέρωση του πολιτικού γάμου. Η μεγάλη αυτή καινοτομία στο δίκαιό μας επιβάλλεται από την ανάγκη περιφρούρηση της ανεξιθρησκίας και της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας που κατοχυρώνεται από το Σύνταγμά μας» σημείωνε στις 17 Φεβρουαρίου ο τότε υπουργός Δικαιοσύνης, Στάθης Αλεξανδρής, με αφορμή την εισαγωγή του νομοσχεδίου στη Βουλή.

Αρχικά, η ένωση στο δημαρχείο είχε πολύ μικρή απήχηση, ωστόσο με την πάροδο των ετών, οι πολιτικοί γάμου ξεπέρασαν τους θρησκευτικούς, δημιουργώντας εύλογη ανησυχία και προβληματισμό.
Σύμφωνα με στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για το έτος 2012, οι πολιτικοί γάμοι ξεπέρασαν για πρώτη φορά τους θρησκευτικούς με ποσοστό 51,8% έναντι 48,2%. Την επόμενη χρονιά υπήρξε απόλυτη ισορροπία και έκτοτε, μέχρι και το 2016, οι πολιτικοί γάμοι είναι σταθερά περισσότεροι των θρησκευτικών, με το υψηλότερο ποσοστό τους να καταγράφεται το 2016, που έφτασαν στο 52,1% έναντι 47,9.

Οι αντιδράσεις και η θέση της Εκκλησίας

«Από δε αρχής κτίσεως άρσεν και θήλυ εποίησεν αυτούς˙ ένεκεν τούτου καταλείψει άνθρωπος τον πατέρα αυτού και την μητέρα, και έσονται οι δύο εις σάρκα μίαν˙ ώστε ουκέτιεισίν δύο αλλά μία σαρξ» (Μάρκου, 10, 6-8).
Οι ανωτέρω λόγοι του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού αποτελούν την βάση της πίστεως της Εκκλησίας, ότι το Μυστήριο του Γάμου εθεσπίσθη με την ευλογία του Θεού ήδη από την στιγμή της θείας δημιουργίας. Ο Απόστολος Παύλος στην προς Εφεσίους Επιστολή παραλληλίζει την ένωση του ανδρός και της γυναικός με την ένωση του Νυμφίου Χριστού με την Νύμφη Εκκλησία.

Έτσι, ο φυσικός δεσμός του ζεύγους είναι και πνευματικός με την ευλογία του Θεού Δημιουργού και του εκκλησιαστικού αγιασμού. Αν και η πατερική θεολογία θεωρεί την ευλογημένη ένωση του ζεύγους ως ήδη ολοκληρωμένο μυστήριο, εν τούτοις τονίζει με έμφαση και την κύρια συνέπεια αυτού, δηλαδή την απόκτηση τέκνων.
Είναι αξιοσημείωτο, ότι ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, συνοψίζοντας την πατερική παράδοση, γράφει ότι ο γάμος «εθεσπίσθη» για να πολεμηθή ο έσχατος εχθρός του ανθρώπου, ο θάνατος (… ώστε διά το μη εκτριβήναι και αναλωθήναι υπό του θανάτου ο γάμος επινενόηται, ως αν διά της παιδοποιίας το γένος των ανθρώπων διασώζηται).

Εκκλησία Online
Αποστολή
Αξιολόγηση επισκεπτών 0 (0 ψήφοι)

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.