Ὁ Γέροντας Σωφρόνιος (1896-11 Ἰουλίου 1993) θεωροῦσε τήν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ «τὸ μεγαλύτερο ἀπὸ ὅλα τὰ γεγονότα τοῦ κτιστοῦ κόσμου». Ἡ ζωή του ἦταν μιά ζωή ποτισμένη ἀπό τό ἀναστάσιμο πνεῦμα. Εἶναι ἀξιοσημείωτο ὅτι ἐκοιμήθη ἐν Κυρίῳ τό πρωΐ τῆς Κυριακῆς τῆς 11ης Ἰουλίου 1993, ἡμέρα τῆς Ἀναστάσεως κατά τήν ὥρα τῆς θείας Λειτουργίας.

Στίς γραφές, πού μᾶς ἄφησε, συναντοῦμε πολλές ἀναφορές, πού ἐκφράζουν τήν ἀναστάσιμη θεοεμπειρία τοῦ ἡγιασμένου αὐτοῦ Γέροντος τοῦ Ἔσσεξ Ἀγγλίας. Μᾶς λέει χαρακτηριστικά: «ὅπου ὑπάρχει ὁλοκληρωτικὴ πίστις, ἐλευθέρα ἀσταθειῶν καὶ ἀμφιβολιῶν, ἡ χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος δίδει εἰς τοὺς φλογερῶς μετανοοῦντας καὶ τὴν πεῖραν τῆς εἰς ᾅδου καταβάσεως, καὶ τὴν πεῖραν τοῦ ᾅδου τῆς ἀγάπης, καὶ τῆς ἀναστάσεως τῆς ψυχῆς, ἐντὸς τῶν ὁρίων εἰσέτι τῆς ἐν τῷ σώματι τούτῳ ζωῆς»[1]. Βλέπουμε ὅτι σύμφωνα μέ τόν Γέροντα Σωφρόνιο, προϋπόθεση γιά τήν ἐν τῷ νῦν αἰῶνι ἀνάσταση τῆς ψυχῆς ἀποτελεῖ ἡ «φλογερή μετάνοια», ἡ ὁποία ὁρίζεται ὄχι ἁπλῶς μόνο ὡς νοητική πρᾶξις, δηλαδή «ὡς στροφὴ τοῦ νοός», (….) ἀλλὰ συνοδεύεται «κατὰ φυσικὸν τρόπον ὑπὸ αἰσθήσεως πικρίας διὰ τὴν ἀχρειότητα ἡμῶν καὶ ὑπὸ θλίψεως καρδίας διὰ τὸν χωρισμὸν ἡμῶν ἀπὸ τοῦ Ἁγίου Θεοῦ». Φτάνει δέ ὁ Γέροντας στήν ἑξῆς ἀποκαλυπτική διαπίστωση: «Δὲν ὑπάρχει ὀδύνη μεγαλυτέρα τῆς ἐπιγνώσεως ὅτι εἴμεθα ὄντως χείριστοι πάντων»[2].

Ἡ πίστη στήν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ νοηματοδοτεῖ κάθε ἀνθρώπινη δοκιμασία καί μέ τήν προσευχή «ἀνάγει τήν ψυχή στήν ἀπάθεια». «Ἄνευ ὅμως πίστεως (εἰς τὴν ἀνάστασιν) πᾶσα δοκιμασία ἀποβαίνει σχεδὸν παράλογος: ἐστερημένη νοήματος» (…) «βαθμηδὸν ἀποκτείνει καὶ σῶμα καὶ καρδίαν καὶ νοῦν, πρὶν ἤ ταῦτα τελειωθοῦν ἐν τῇ γνώσει τοῦ Θεοῦ»[3]. Ὁ χριστιανός γνωρίζει «ὅτι εὑρίσκεται “ἐν πολέμῳ” πρὸς τόν κοινό ἐχθρό πάντων, τόν θάνατον[4]. Κατ᾽ οὐσίαν ὁ ἄνθρωπος δὲν ἔχει ἄλλον ἐχθρόν. Παλαίομεν διὰ τὴν ἀνάστασιν, τὴν προσωπικὴν καὶ παντὸς ἄλλου συνανθρώπου»[5]. Ἡ ἐκ νεκρῶν ἀνάσταση εἶναι ἕνα μυστήριο. «Μόνον ἐν τῇ προσευχῇ περιερχόμεθα ἐνίοτε εἰς κατάστασιν, ἥτις διανοίγει ἡμῖν ἐν μέρει τὰ μυστήρια τοῦ μέλλοντος αἰῶνος»[6].

Παρακάτω παραθέτουμε μιά συγκλονιστική μαρτυρία-ἀφήγηση τοῦ Γέροντος Σωφρονίου, ὅπου περιγράφεται μιά ἀναστάσιμη θεοεμπειρία πού εἶχε ὁ ἅγιος, ἀφοῦ, ὅπως ὁμολογεῖ, προηγουμένως «ἔπασχε ἐν τῇ μετανοίᾳ του δι᾽ ὅλης τῆς ὑπάρξεώς του»: «Καὶ ἰδού, τὴν ἡμέραν τοῦ μεγάλου Σαββάτου (ἴσως τὸ ἔτος 1924), τὸ Φῶς ἐπεσκέφθη ἐμὲ μετὰ τὴν Θείαν μετάληψιν καὶ ᾐσθάνθην αὐτὸ ὡς ἐπαφὴν τῆς Θείας αἰωνιότητος μετὰ τοῦ πνεύματός μου. Ἱλαρόν, πλῆρες εἰρήνης καὶ ἀγάπης, τὸ Φῶς παρέμεινε μετ᾽ ἐμοῦ ἐπὶ τρεῖς ἡμέρας. Διέλυσε τὸν γνόφον τῆς ἀνυπαρξίας, ὅστις ἵστατο ἐνώπιόν μου. Ἀνέστην, καὶ ἐντός μου, μετ᾽ ἐμοῦ, ἀνέστη ὅλος ὁ κόσμος. Οἱ λόγοι τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου εἰς τὸ τέλος τῆς ἀκολουθίας τοῦ Πάσχα ἤχησαν μετὰ συγκλονιστικῆς δυνάμεως: “Ἀνέστη Χριστός, καὶ νεκρὸς οὐδεὶς ἐπὶ μνήματος”. Καταπεπονημένος ὑπὸ τοῦ θεάματος τοῦ γενικοῦ θανάτου, ἀνέζησα ἐκείνην τὴν στιγμὴν: Ἀληθῶς, καὶ ἡ ψυχή μου ἀνέστη καὶ οὐδένα πλέον βλέπω νεκρόν…. Ἐὰν τοιοῦτος εἶναι ὁ Θεός, πρέπει τό συντομώτερον νὰ ἐγκαταλείψω τὰ πάντα καὶ νὰ ἐπιζητήσω μόνον τὴν μετ᾽ Αὐτοῦ ἕνωσιν»[7].

Σέ κάποιο ἄλλο σημεῖο θά ταυτίσει ὁ Γέροντας αὐτό τό Φῶς («τό ὑπερκόσμιον») μέ τό ἄκτιστον Φῶς τῆς θείας μεταμορφώσεως καί θά μᾶς διδάξει: «Ἡ κάθοδος αὐτοῦ (τοῦ Φωτός) ἐφ᾽ ἡμᾶς δὲν εἶναι ἄλλο τι, εἰ μὴ ἡ φανέρωσις τοῦ Θεοῦ εἰς τὸν ἄνθρωπον: ἀποκάλυψις οὐρανίων μυστηρίων», γιά νά συμπεράνει: «Ἄνευ τοῦ Φωτὸς τούτου ἡ γῆ θὰ παρέμενεν ἔξω τῆς ἀληθοῦς θεογνωσίας. Βάσει τῆς προσωπικῆς μου πείρας, ἐπέτρεψα εἰς ἑαυτὸν νὰ ὀνομάσῃ τὸ Φῶς τοῦτο Φῶς ἀναστάσεως. Διὰ τῆς ἐλεύσεως τοῦ Φωτὸς τούτου τὸ πνεῦμα τοῦ ἀνθρώπου εἰσάγεται εἰς τὴν σφαῖραν ὅπου δὲν ὑπάρχει θάνατος»[8]. Συνεχίζοντας ὁ θεοδίδακτος Γέροντας θά μᾶς ἀποκαλύψει: «Ἡ ἔλλαμψις ὑπὸ τοῦ Φωτὸς τούτου δίδει εἰς τὸν ἄνθρωπον τὴν πεῖραν τῆς ἀναστάσεως ὡς πρόγευσιν τῆς μελλούσσης μακαριότητος»[9].

Ὅμως δέν ἀξιώνονται ὅλοι τέτοιας πείρας ἀναστάσεως, ἀλλά μόνον οἱ ἱκανοί νά ἀντιληφθοῦν τόν Χριστό: «Ὁ Χριστός μετὰ τὴν Ἀνάστασιν Αὐτοῦ ἐνεφανίζετο ἀποκλειστικῶς εἰς ἐκείνους, οἵτινες ἦσαν ἱκανοὶ νὰ ἀντιληφθοῦν Αὐτὸν ἐν τῇ ἤδη τεθεωμένῃ καὶ πεφωτισμένῃ σαρκὶ Αὐτοῦ, παραμένων ἀόρατος διὰ τοὺς λοιπούς»[10]. Οἱ δεκτικοί τοῦ Ἀκτίστου Φωτός ἀξιώνονται καί τῆς ἀναστασίμου χαρᾶς: «Ὅταν δὲ κατέρχεται ἐφ᾽ ἡμᾶς τὸ Ἄκτιστον Φῶς, τότε μεταδίδεται εἰς ἡμᾶς ἡ χαρὰ τῆς ἀναστάσεως, καὶ ὁ νοῦς ἡμῶν θεωρεῖ τὸν Κύριον “ἀναβαίνοντα, ὅπου ἦν τὸ πρότερον”[11]

(Ἀπόσπασμα ἀπό τόν Πρόλογο τοῦ βιβλίου: «Τα Ἔνδεκα Ἑωθινά (ἀναστάσιμα) Εὐαγγέλια», πρωτοπρεσβυτέρου Σταύρου Τρικαλιώτη, ἐκδ. Τῆνος, Ἀθήνα, 2007)

Εκκλησία Online

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.