ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ ΛΕΡΟΥ

Ἀγαπητοί μου Ἀδελφοί,

Ἀκούσαμε στή σημερινή εὐαγγελική περικοπή, τή θεραπεία μιᾶς γυναίκας, ἡ ὁποία γιά δεκαοχτώ ὁλόκληρα χρόνια ἦταν «συγκύπτουσα», δηλαδή τό σῶμα της ἦταν κυρτωμένο χωρίς νά μπορεῖ καθόλου νά σηκώσει τό κεφάλι της. Σέ πολλά σημεῖα τῆς ἱερᾶς ἱστορίας βλέπουμε νά πειράζονται, κατά παραχώρησιν Θεοῦ, οἱ δίκαιοι ἀπό διάφορες ἀσθένειες, ὅπως ἐπί παραδείγματι στήν Παλαιά Διαθήκη ὁ Ἰώβ, ὥστε νά ἀνδεικνύεται ἡ πίστη τους, ἀλλά καί ἡ δύναμη τοῦ Κυρίου. Τό κέντρο βάρους ὅμως τῆς σημερινῆς περικοπῆς δέν εὑρίσκεται τόσο στή θεραπεία τῆς συγκύπτουσας, ὅσο στόν δριμύ ἔλεγχο τῆς ὑποκρισίας, τόν ὁποῖο ἀσκεῖ ὁ Κύριος στό πρόσωπο τοῦ ἀρχισυναγώγου, καθώς ἐκεῖνος, ὡς γνήσιος Φαρισαῖος, ἦταν προσκολλημένος στό γράμμα τοῦ νόμου, ἀδυνατώντας νά ἀντιληφθεῖ, ὅτι ὁ νόμος δόθηκε γιά νά ὑπηρετεῖ τόν ἄνθρωπο καί ὄχι γιά νά τόν καταπιέζει.

Τά Σάββατα οἱ Ἰουδαῖοι συναθροίζονταν στίς συναγωγές τους ἀκολουθώντας τήν ἐντολή τοῦ Κυρίου: «Ἕξ ἡμέρας ἔργα καί ποιήσεις πάντα τά ἔργα σου. Τῇ δέ ἡμέρα τῇ ἑβδόμῃ σάββατα Κυρίῳ τῷ Θεῷ σου» (Ἔξ. Κ’ 9-10), Δηλαδή ἕξι ἡμέρες θά ἐργάζεσαι καί θά κάνει ὅλες τίς ἐργασίες σου, ἀλλά τήν ἕβδομη ἡμέρα, τήν ἡμέρα τοῦ Σαββάτου, (εἰρήσθω ἐν παρόδω ὅτι ἡ λέξη Σάββατο στήν Ἑβραϊκή γλῶσσα σημαίνει ἀνάπαυση), θά τήν ἀφιερώνεις στόν Κύριο καί Θεός σου.

Κάθε Σάββατο λοιπόν στήν Συναγωγή, μετά τήν ἀνάγνωση τῶν Γραφῶν ἀκολουθοῦσε τό κήρυγμα ἀπό τούς νομοδιδασκάλους. Ἕνα τέτοιο Σάββατο ὁ Ἰησοῦς Χριστός δίδασκε σέ μία συναγωγή ἑρμηνεύοντας τίς Γραφές καί ἀναλύοντας τίς περί αὐτοῦ μεσσιανικές προφητείες. Ἐκεῖ λοιπόν βρισκόταν ἡ συγκύπτουσα γυναίκα, ἡ ὁποία ἀπ΄ὅτι φαίνεται ἦταν εὐσεβής, ἀφοῦ παρόλη τήν ἀσθένειά της εἶχε προσέλθει στή Συναγωγή γιά νά προσευχηθεῖ. Ὁ Ἰησοῦς βλέποντας τη γυναίκα αὐτή ἀμέσως τη θεράπευσε λέγοντας: «Γυναίκα λυτρώνεσαι ἀπό τήν ἀσθένειά σου». Γιατί μόνον ὁ θεῖος λόγος εἶναι συγχρόνως καί πράξη, ὅπως στή δημιουργία τοῦ κόσμου μόνο μέ τήν φράση «Γεννηθήτω φῶς» ἔφερε τό σύμπαν ἀπό τήν ἀνυπαρξία στήν ὕπαρξη. Ὅμως αὐτή ἡ αὐθορεί καί παραχρῆμα θεραπεία τῆς γυναίκας προσέκρουσε στήν ἐμπάθεια τοῦ ἀρχισυναγώγου, ὁ ὁποῖος διαμαρτυρήθηκε, ἐπειδή ἡ θεραπεία ἔγινε τήν ἡμέρα τοῦ Σαββάτου. Τοῦτο βέβαια δέν τό εἶπε ἐπειδή ἦταν εὐσεβής, ἀλλά ἁπλῶς σκέπαζε μέ ἕνα ψεύτικο ζῆλο τόν φθόνο του.

Στό πρόσωπο τοῦ ἀρχισυναγώγου ὁ Χριστός καυτηριάζει τήν ὑποκρισία. Πραγματικά τίποτε ἄλλο δέν κατεδίκασε ὁ Κύριος τόσο πολύ ὅσο τήν ὑποκρισία. Ὑποκριτές ὀνομάζονταν στήν ἀρχαιότητα, οἱ ἠθοποιοί στα θέατρα. Δηλαδή ὁ ὑποκριτής, ἄλλος ἄνθρωπος εἶναι στήν πραγματικότητα καί ἄλλος φαίνεται ἐξωτερικά. Ὁ Κύριος γι’αὐτό τοῦ ἔδωσε τήν κατάλληλη ἀπάντηση γιά νά ἐλέγξει τη διεστραμμένη αὐτή ἑρμηνεία τοῦ νόμου. Ὁ ἀρχισυνάγωγος ναι μέν ἐξωτερικά φαίνεται εὐσεβής καί κόπτεται γιά τήν τήρηση τοῦ Νόμου καί τῆς ἀργίας τοῦ Σαββάτου, ὅμως ἔχει τυφλωθεῖ τόσο ἀπό τό φθόνο πού εἶναι φωλιασμένος μέχρι τά ἔγκατα τῆς ψυχῆς του, ὥστε ἀδυνατεῖ νά δεῖ τό καλό τό ὁποῖο μόλις συνετελέσθη ἐνώπιόν του, μέ τή θεραπεία μιᾶς ἄρρωστης γυναίκας. Εἶχαν πράγματι παρεξηγήσει οἱ Ἰουδαῖοι τήν ἀργία τοῦ Σαββάτου σέ τέτοιο βαθμό ὥστε μετροῦσαν ἀκόμη καί τά βήματα τά ὁποία θά ἔκαναν.

Δυστυχῶς ὅμως καί σήμερα, ὅπως ἐκεῖνος ὁ ἀρχισυνάγωγος σκέπαζε τό φθόνο του μέ ἕνα ψεύτικο ἐνδιαφέρον γιά τήν τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ, πολλοί μέσα στήν Ἐκκλησία, Κληρικοί καί Λαϊκοί, ὅμοια μέ τόν ἀρχισυνάγωγο, φωνάζουν: «Πάνω ἀπ΄ ὅλα εἶναι ὁ νόμος, οἱ ἱεροί κανόνες, ἡ παράδοση, τό τυπικό καί τόσα ἄλλα», ἀδιαφορώντας στήν οὐσία γιά τήν σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου! Ποιός ὅμως τά ἀρνεῖται αὐτά; Οὐδείς! Ἀλλά ὁ νόμος καί οἱ κανόνες ὑπάρχουν γιά τόν ἄνθρωπο. Ὅταν νομοθετεῖ ὁ Θεός δέν ἐνδιαφέρεται νά προστατέψει τόν ἑαυτό Του, ἀλλά νά εὐεργετήσει τόν ἄνθρωπο. Γι’ αὐτό ὁ Κύριός μας ἐπισημαίνει: «Τό Σάββατον ἔγινε για τόν ἄνθρωπον , ὄχι ὁ ἄνθρωπος γιά τό Σάββατο». Δέν δικαιωνόμαστε ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ μόνο μέ τήν τήρηση ἑκατοντάδων τυπικῶν νομικῶν διατάξεων, ἐάν αὐτή ἡ προσπάθειά μας δέν συνοδεύεται κι ἀπό τήν «ἐν πνεύματι καί ἀληθείᾳ προσκύνηση τοῦ Θεοῦ», ἡ ὁποία κορυφώνεται στήν ἀλήθεια τῆς ζωῆς μας καί μέ τήν ἔμπρακτη ἀγάπη πρός τόν πλησίον.

Ὁ Κύριος ἀγάπησε ἀδιακρίτως ὅλους τούς ἀνθρώπους, τούς πτωχούς, τούς ἀσθενεῖς, ὅσους Τόν ἐχθρεύονταν, ἀκόμη καί τούς ὑποκριτές. Ἐλέγχοντας τήν ὑποκρισία τους θέλησε νά τούς φιλοτιμήσει νά τήν ἐγκαταλείψουν, ἀλλά ἔμεινε μέ τό παράπονο, ὅπως τό καταγράφει ὁ εὐαγγελιστής Ματθαῖος κι ὅπως τό ἀκοῦμε νά διαβάζεται στό Εὐαγγέλιο τοῦ Ὄρθρου τῆς Μεγάλης Τρίτης, ἐκεῖ ὅπου μέ πόνο ὁμιλεῖ γιά τήν διαστροφή τῆς μαινόμενης μεταξύ τῶν ἀνθρώπων ὑποκρισίας: «Ἱερουσαλήμ, Ἱερουσαλήμ, ἐσύ πού φονεύεις τους προφῆτες και λιθοβολείς ἐκείνους τούς ὁποίους ὁ Θεός σοῦ ἔχει στείλει! Πόσες καί πόσες φορές θέλησα νά περισώσω τά παιδιά σου, ὅπως ἡ κλῶσσα συγκεντρώνει τά μικρά πουλιά της κάτω ἀπό τίς φτεροῦγες της καί δέν θελήσατε» (βλ. Ματθ. κγ΄ 37).

Ἀγαπητοί μου ἀδελφοί,

Καθώς εὑρισκόμαστε σέ μιά περίοδο προετοιμασίας γιά τή μεγάλη Δεσποτική ἑορτή τῶν Χριστουγέννων, ἄς μήν περιοριστοῦμε μόνο στήν νηστεία τῆς τροφῆς, ἡ ὁποία προάγει μιά προετοιμασία εὐσεβιστικοῦ τύπου, καθώς περιθάλπει τήν ὑποκρισία στη ζωή μας. Μαζί μέ τόν ἀγῶνα τῆς νηστείας καί τῆς προσευχῆς πρέπει νά δοῦμε καί τόν ἔσω ἄνθρωπο, τό ἐσωτερικό τῆς ψυχῆς μας, τό «ἐντός τοῦ ποτηρίου καί τῆς παροψῖδος» (Ματθ. κγ’ 26). Ἄς ἀξιοποιήσουμε τήν εὐκαιρία νά καθαριστοῦμε μέ τό ἱερό μυστήριο τῆς Ἐξομολόγησης κι ἔχοντας κατά νοῦ τήν διαρκῆ μετάνοια στή ζωή μας, νά μάθουμε, νά προσερχόμαστε συχνά στό Ποτήριο τῆς Ζωῆς γιά νά κοινωνήσουμε τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων, ἰδιαιτέρως τήν περδίοδο αὐτή, πού περιμένουμε τά Χριστούγεννα. Κοινωνώντας συχνά, γινόμαστε σύσσωμοι καί σύναιμοι μέ τόν Χριστό, ἀφοῦ ὁ Χριστός γεννᾶται μέσα μας.

Γιά τήν σωτηρία τῆς ψυχῆς μας δὲν ἀρκεῖ μόνο ἡ τήρηση τῶν ἐξωτερικῶν τύπων. Παράλληλα μέ αὐτούς χρειάζεται νά ἐναρμονίσουμε τήν ζωή μας ὅλη μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, μέ τήν εἰλικρινή μας στάση ἐνώπιόν Του, ἀλλά καί ἐνώπιον τῶν ἀδελφῶν μας.

Τό ψεῦδος καί ἡ ὑποκρισία προέρχονται ἀπό τόν διάβολο καί μέ αὐτά ἔβγαλε τούς πρωτοπλάστους Ἀδάμ καί Εὔα ἀπό τόν Παράδεισο (βλ. Γεν. γ’ 5). Ἑμεῖς ὡς χριστιανοί ὁφείλουμε νά ἀποτινάξουμε ἀπό πάνω μας τά πάθη αὐτά, ἐνθυμούμενοι πάντοτε ὅτι ὁ Κύριος ἐλκύεται περισσότερο ἀπό τό ἔλεος πού δείχνουμε στούς ἀνθρώπους καί τήν ἀλήθεια μέ τήν ὁποία συντροφεύουμε τή ζωή μας, ὅπως τονίζει κι ὁ σοφός Σολομῶν στίς Παροιμίες: «Τό νά πράττει κάποιος δίκαια ἔργα καί τό νά λέει πάντοτε τήν ἀληθεια, αὐτά εἶναι περισσότερο εὐάρεστα καί εὐπρόσδεκτα στόν Θεό» (βλ. Παροιμ. ΚΑ΄3). Ἀμήν.

Εκκλησία Online
Γράψε το σχόλιό σου

Αφήστε μια απάντηση

Comment moderation is enabled. Your comment may take some time to appear.