Γράφει ο Μ. Βαρβούνης, Καθηγητής Λαογραφίας του Δημοκρίτειου Πανεπιστήμιου Θράκης.

Σε αντίθεση με ό,τι μπορούμε να παρατηρήσουμε για άλλους τομείς της καθημερινής ζωής κατά την Επανάσταση του 1821, στα ζητήματα του «πνευματικού βίου» η συντήρηση και οι παρατηρούμενες πολιτισμικές αντιστάσεις ήταν κατά πολύ ισχυρότερες: από μαρτυρίες τόσο των απομνημονευμάτων των αγωνιστών, όσο και ορισμένων περιηγητών που βρέθηκαν στον επαναστατημένο ελληνικό χώρο και περιέγραψαν τις συνήθειες και τη ζωή των κατοίκων του, προκύπτει ότι στην περίπτωση των τελετουργιών του κύκλου της ζωής, με τους τρεις οριακούς σταθμούς του, τη γέννηση, το γάμο και το θάνατο, κατά κανόνα τηρούνταν τα παραδοσιακά έθιμα κάθε τόπου, στο βαθμό φυσικά που η πολεμική αναστάτωση το επέτρεπε.

Τα γαμήλια γλέντια, η τήρηση των σχετικών προλήψεων και δεισιδαιμονιών, που σχετίζονταν με την προσπάθεια ευμενούς μαγικής επίδρασης στη ζωή των νεονύμφων και οι κάθε είδους τελετουργικές πρακτικές σχετικά με την περιστολή και φροντίδα του νεκρού σώματος, το τελετουργικό μοιρολόγημά του και την ταφή του, φαίνεται ότι αποτέλεσαν νησίδες αντίστασης μέσα σε έναν εν γένει μεταβαλλόμενο επαναστατημένο κόσμο, στον οποίο οι σταθερές του παρελθόντος φάνταζαν σχεδόν ουτοπικές.

Εν προκειμένω, είναι απολύτως χαρακτηριστικές οι περιγραφές εθίμων που παρεμβάλλονται σε απομνημονεύματα αγωνιστών. Παρά το γεγονός ότι η αξία τους ως ιστορικών πηγών έχει συχνά αντιμετωπιστεί κριτικά, οι λαογραφικές μαρτυρίες που παρέχουν είναι σημαντικές, και οπωσδήποτε πιο αξιόπιστες σε σχέση με το κατά κανόνα αμφισβητούμενο υλικό που παρέχουν οι ξένοι περιηγητές του επαναστατημένου ελληνικού χώρου. Και βέβαια έχουν χρησιμοποιηθεί στα πλαίσια της λαογραφικής μελέτης του λαού, κατά την εποχή της επανάστασης.

Από τις σχετικές μαρτυρίες και τις ανάλογες λαογραφικές μελέτες επίσης φαίνεται ότι παρά την γενικότερη πολεμική αναστάτωση, ο ελληνικός λαός συνέχισε να τελεί τις κάθε είδους λαϊκές θρησκευτικές τελετουργίες, ιδίως όσες σχετίζονταν με τις εορτές του ετήσιου εορτολογικού κύκλου. Οι εορτές ενοριών και μονών, αλλά και οι μεγάλες εορτές των αγίων ή των κύκλων του Δωδεκαημέρου και του Πάσχα, συνέχισαν να τιμώνται στους χρόνους της επανάστασης, μαζί με τα πανηγύρια, που συνδύαζαν το θρησκευτικό γεγονός με την ψυχαγωγία και την ανάπλαση των κοινωνικών, συγγενικών και οικογενειακών δομών. Από τα απομνημονεύματα των αγωνιστών πληροφορούμαστε για πολλές τέτοιες πανηγύρεις, με ιδιαίτερη έμφαση στις γιορτές πολεμιστών – αγίων, όπως οι άγιοι Γεώργιος, Δημήτριος και οι Αρχάγγελοι στην Πελοπόννησο και στην Στερεά Ελλάδα.

Τα πανηγύρια ήταν αφορμές κοινωνικής συνύπαρξης και επαφής, αλλά και διασκέδασης. Άλλωστε και τα γλέντια των στρατοπέδων, που τόσο ζωντανά περιγράφονται από πολλούς απομνημονευματογράφους της επανάστασης, στα γλέντια των θρησκευτικών πανηγυριών είχαν την απαρχή τους, με το κοινό φαγητό και τους απαραίτητους χορούς, αλλά και την άσκηση μαντικών τελετουργιών, όπως η ωμοπλατοσκοπεία, η εξαγωγή δηλαδή μαντευμάτων για το μέλλον του αγώνα και την προσωπική τους επιβίωση από τα σημάδια της ωμοπλάτης του αρνιού, τα οποία κάποιοι ισχυρίζονταν ότι μπορούν να διαβάζουν και να αποκρυπτογραφούν.

Ας δούμε ορισμένα ακόμη παραδείγματα, όπως τα έχει αναδείξει η ελληνική λαογραφική βιβλιογραφία: σε πολλά κείμενα απομνημονευμάτων αγωνιστών παραδίδονται πληροφορίες για προλήψεις και ποικίλους οιωνισμούς, αλλά και για όνειρα που είχαν μαντική σημασία, και συχνά ερμηνεύονταν από συγκεκριμένους ανθρώπους, τους οποίους θεωρούσαν εμβριθείς και γνώστες των αντίστοιχων συμβολισμών. Πολλά από αυτά τα όνειρα σχετίζονται με πτυχές της επαναστατικής δράσης του Θεοδώρου Κολοκοτρώνη, αλλά και του Λάμπρου Τζαβέλα και του Ιωάννη Μακρυγιάννη. Ανάλογοι οιωνοί εξάγονταν και από «απαντήματα»: είναι γνωστή η περίπτωση των τριών λαγών που πιάστηκαν από τους Έλληνες πριν τη μάχη στο Βαλτέτσι, και οι οποίοι θεωρήθηκαν αίσιος οιωνός, ενώ την ίδια δύναμη απέδιδε στο συγκεκριμένο οιωνό και ο Οδυσσέας Ανδρούτσος. Αντιθέτως η εμφάνιση μαύρου λαγού, κατά τον Αλέξανδρο Κριεζή, ή το λάλημα του κούκου, κατά τον Νικόλαο Κασομούλη, θεωρούνταν δυσοίωνο σημείο πολεμικής συντριβής και θανάτου.

Μία ακόμη περίπτωση: ο Κασομούλης περιγράφει ένα δημόσιο ανάθεμα, στο στρατόπεδο των Θηβών (6 Αυγούστου 1829), ενώ οι έννοιες της πολεμικής τιμής και της, με κάθε τρόπο, εκπλήρωσης των υποσχέσεων αποτελούν κοινούς τόπους στα κείμενα των αγωνιστών, δείχνοντάς μας όψεις τόσο της ψυχοσύνθεσης, όσο και των συνθηκών που διαμόρφωναν την παραδοσιακή καθημερινότητα, κατά τους χρόνους της επανάστασης του 1821. Και φυσικά όλα αυτά διατηρήθηκαν και μετά την επανάσταση, προσδιορίζοντας σε μεγάλο βαθμό την καθημερινότητα του λαού στο ελεύθερο ελληνικό κράτος, μετά το 1830, ώστε να αποτελούν εξαιρετικά ενδιαφέρουσες μαρτυρίες για την διαχρονική ιστορική μελέτη του καθημερινού και του πνευματικού βίου του ελληνικού λαού.

Συνεπώς, στον τομέα των αντιλήψεων, των δεισιδαιμονιών, των αντιλήψεων και της εν γένει μελέτης της ελληνικής λαϊκής θρησκευτικότητας κατά την εποχή της επανάστασης του 1821, η ελληνική Λαογραφία έχει προσφέρει σημαντικό έργο, καθώς έχει ασχοληθεί με επιμέρους περιπτώσεις, μέσα από τις οποίες όμως διαγράφεται το σύνολο των σχετικών λαϊκών αντιλήψεων. Και συμβάλει η μελέτη αυτή σε μια λαογραφική «ανάγνωση» νοοτροπιών, αντιλήψεων και συμπεριφορών των αγωνιστών της επανάστασης, που είναι χρήσιμη και για μια συνολική ερμηνευτική προσέγγιση πολλών από τα γεγονότα και τις εξελίξεις της τότε ιστορικής συγκυρίας.

Εκκλησία Online

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.