Άγιον Πάσχα 10 Απριλίου 1821...Φανάριον Κωνσταντινουπόλεως. Στο Άγιο Βήμα του ιστορικού Ναού της Ορθοδοξίας ιερουργεί για τελευταία φορά ο Οικουμενικός Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε' ,ο εκ Δημητσάνης Γορτυνίας. Η ασκητική μορφή Του, φαίνεται ακόμα πιο λιπόσαρκη στο φως των καντηλιών. Οι συνοδικοί Αρχιερείς που συλλειτούργησαν μαζί του, τον είδαν να δακρύζει την ώρα που Ιερουργούσε. Στέκονταν ευθυτενής εμπρός στην Αγία Τράπεζα, αλλοιωμένος θαρρείς από την νηστεία της Σαρακοστής συνεπαρμένος από την Αναστάσιμη Θεία Λειτουργία. Η λειτουργία, είχε τελειώσει. Ο γέρων Πατριάρχης, μαζί με τους Αρχιερείς, ανέβηκε στο Συνοδικό. Κανείς δεν μιλούσε... Μια περίεργη σιωπή απλωνόταν στο δωμάτιο, σιωπή που βάραινε την αναστάσιμη χαρά. Ο Πατριάρχης, ξαφνικά άνοιξε την κουβέντα. Η φωνή του απόκοσμη ακούστηκε στο δωμάτιο: -Άγιοι Αρχιερείς, αισθάνομαι την μεγάλη ώρα να πλησιάζει... Νιώθω πως σε λίγο δεν θα είμαι κοντά σας....

Το πρόσωπο του διατηρούσε την ηρεμία του. Κάποιοι εκ των Μητροπολιτών δεν κατάφεραν να κρύψουν τους λυγμούς τους.
-Παναγιώτατε, του είπε τότε ο Μητροπολίτης Δέρκων Γρηγόριος, ας μη χάνουμε την ελπίδα μας. Δεν θα τολμήσουν!

Ο Πατριάρχης Γρηγόριος, τον κοίταξε τότε κατάματα.

-Τι θα φοβηθούν αδελφέ;

Ο πρώτος δεν θα είμαι, έχουν προηγηθεί στον δρόμο του μαρτυρίου πολλοί προκάτοχοι μου… Είθε όμως να είμαι ο τελευταίος…

Σιώπησε και χάθηκε για λίγο στο παρελθόν του. Είδε το εαυτό του μικρό παιδί στην πατρίδα του την Δημητσάνα, και αργότερα στην Πάτμο ,στην Σμύρνη….

————————————————

Ο Γρηγόριος, γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Δημητσάνα της Γορτυνίας. Από μικρό παιδί αγαπούσε τα γράμματα και κατάφερε παρά τις δυσκολίες να σπουδάσει.

Το όνειρο του ένα ήταν. Να γίνει Ιερεύς του Θεού. Να υπηρετήσει το Άγιο Θυσιαστήριο και να σταθεί δίπλα στους υπόδουλους Έλληνες.

Αυτό ήταν το μεγάλο όνειρο του.

Οι ευλαβείς γονείς του, Ιωάννης και Ασημίνα Αγγελοπούλου , από τα παιδικά του χρόνια του άναψαν δυο φωτιές μέσα στην καρδιά, την αγάπη για τον Χριστό και την αγάπη για την Πατρίδα.

Ο πατέρας του ήταν βοσκός.

Ποίμενε τα προβατάκια του και έθρεφε την οικογένεια του. Καμάρωνε τον Γεώργιο , αυτό ήταν το βαπτιστικό όνομα του Γρηγορίου, βλέποντας τον να πηγαίνει μπροστά από το κοπάδι κρατώντας στα χέρια την γκλίτσα.

Που να ήξερε ο φτωχός βοσκός, πως το παιδί του προοριζόταν να γίνει ο Πατριάρχης του Γένους…Που να ήξερε τότε πως η γκλίτσα που κρατούσε στα χέρια του το παιδί του, επέπρωτο να γίνει Αρχιερατική Πατερίτσα, Που όμως να ήξερε, πως το παιδί του μια μέρα θα γινόταν το σύμβολο της επανάστασης μετά από τετρακόσια ολόκληρα χρόνια σκλαβιάς και φυλακής.

Το παιδί δεν έπρεπε να μείνει εκεί. Έπρεπε να σπουδάσει.

Και έτσι ο Γεώργιος με την ευχή των γονιών του έφυγε από την πατρίδα του. Πήγε για λίγο στην Αθήνα και μετά στην Σμύρνη κοντά σε κάποιον θείο του μαθήτευσε στο Γυμνάσιο της πόλης. Μετά στην φημισμένη Πατμιάδα σχολή και αργότερα ξανά στην Σμύρνη όπου χειροτονήθηκε διάκονος και Πρεσβύτερος, διακονώντας την Εκκλησία του Χριστού με υποδειγματική αυτοθυσία. Άνθρωπος εκ φύσεως χαρισματικός διακρίθηκε φθάνοντας στην θέση του Πρωτοσυγκέλλου.

Και όταν χήρευσε ο θρόνος της Μητροπόλεως Σμύρνης, του Σμύρνης Προκοπίου Αρχιερατεύσαντος και εκλεγέντος Οικουμενικού Πατριάρχου, τον διαδέχθηκε στον Μητροπολιτικό θρόνο, αναλώνοντας όλες του τις δυνάμεις για τον ποίμνιο που η Εκκλησία του εμπιστεύθηκε να ποιμάνει. Και αργότερα και άλλη κλήση της Εκκλησίας η μεγαλύτερη που μπορούσε να του γίνει, όταν εξελέγει Οικουμενικός Πατριάρχης ως Γρηγόριος ο Ε’.

Τρεις φορές τον ανέβασαν και τον κατέβασαν από τον θρόνο. Τρεις Πατριαρχίες.

Η Υψηλή Πύλη, δεν δίσταζε να εκδώσει φορμάνι που κήρυττε έκπτωτο τον Οικουμενικό Πατριάρχη και στην συνέχεια άλλο φιρμάνι με τον οποίο κήρυττε έκπτωτο και τον επόμενο….

Αν κάτι δεν άρεσε στο Διβάνι, μια υπογραφή ήταν αρκετή για αυτά τα ανεβοκατεβάσματα… Το πρώτο φιρμάνι επί ημερών του Σουλτάν Σελίμ του Γ’.

Ο δρόμος της εξορίας τον φέρνει στην Ιερά Μονή των Ιβήρων.

Και από εκεί, γίνεται κήρυκας της ελευθερίας του Γένος. Δέχεται τους λογισμούς για το μαρτύριο που ακολούθησε ο Νεομάρτυρας Ονούφριος από το Γκάμπροβο και αργότερα ο Κωνσταντίνος ο εξ’ Αγαρηνών. Μαρτύριο που και ο ίδιος λίγο αργότερα θα υποστεί. Δεν τον ξεχωρίζεις από τους υπόλοιπους μοναχούς.

Με ένα απλό ράσο και ένα σκουφάκι ενώνει τις Αρχιερατικές προσευχές του, ο πρώτος της Εκκλησίας και του Γένους με τις προσευχές των πατέρων της Μονής.

Και όταν ξανά η Εκκλησία τον καλεί για δεύτερη φορά στον Πατριαρχικό Θρόνο, εκείνος υπακούει και εγκαταλείπει το ασκητικό κελλίον του για να φθάσει ξανά στο Φανάρι, να διατηρήσει αναμμένη την φλόγα που φωτίζει το δούλον Γένος.

Και πάλι αναταραχή λίγο καιρό μετά. Και πάλι φιρμάνι για εξορία… Και αργότερα, την τρίτη και τελευταία φορά καλείται να διαδεχθεί τον παραιτηθέντα Κύριλλο τον Στ’ , που με την σειρά του θα τον διαδεχόταν στο μαρτύριο κρεμασμένος και αυτός έξω από την πύλη της Μητρόπολης Ανδριανουπόλεως, οκτώ μέρες μετά τον απαγχονισμό του Γρηγορίου, στις 18 Απριλίου του 1821. Μέσα σε μια εβδομάδα απαγχονίστηκαν δύο Οικουμενικοί Πατριάρχες… Μαρτυρική Ορθοδοξία… Μαρτυρικό Γένος…..

Πόσες φορές δεν στάθηκε στο παράθυρο του δωματίου του, βλέποντας τα νερά του Κερατίου να κυλούν, σκεπτόμενος τι απόφαση να πάρει όταν το Διβάνι του έβαζε ζητήματα ζωής και θανάτου όχι για τον ίδιο αλλά για τους υπόδουλους Έλληνες…

Όπως τότε, που του ζήτησαν να αφορίσει τον Υψηλάντη και τον Σούτσο, ως πρωταίτιους της επανάστασης που ξέσπασε στην Βλαχία. Και εξαναγκάστηκε να υπογράψει ένα κείμενο που δεν πίστεψε ποτέ.

Έβαλε την υπογραφή του επάνω στην Αγία Τράπεζα όχι στον ψεύτικο αφορισμό που και ο ίδιος ο Υψηλάντης αναγνώρισε πως έκανε για να σώσει τους Έλληνες από γενική σφαγή, αλλά στην δική του θανατική καταδίκη, εκείνος που μέχρι σήμερα τον κατηγορούν οι κομπάρσοι της νεοελληνικής ιστορίας πως αφόρισε την επανάσταση!

Έκανε αυτό που του ζήτησαν για να σώσει τους ραγιάδες από τον σφαγιασμό αλλά αυτή η υπογραφή δεν τον έσωσε από το μαρτύριο….

Ήθελα να ήξερα, όλοι αυτοί που σήμερα κατηγορούν τον Γρηγόριο για αυτή την υπογραφή, θα άντεχαν στην ιδέα να έχουν το ίδιο τέλος με εκείνον; Μάζεψε τους παρεπιδημούντες Μητροπολίτες, φορέσαν τα χρυσά άμφια και έθεσαν τον αφορισμό πάνω στην Αγία Τράπεζα να τον υπογράψουν. Έπρεπε να γίνει με κάθε επισημότητα ώστε να πεισθεί ο Σουλτάνος.

Προηγουμένως τον είχαν διαβάσει στον κόσμο που είχε μαζευτεί στην Εκκλησία.

Ανάμεσα τους πολλοί Τουρκοκρητικοί που γνώριζαν την γλώσσα ώστε να διαβεβαιώσουν τους Τούρκους αξιωματούχους πως όλα είχαν γίνει σύμφωνα με την επιθυμία του Πολυχρονεμένου Πατισάχ! Δύο επιλογές είχε.

Η, να υπογράψει τον ψεύτικο αφορισμό ή να υπογράψει την θανατική καταδίκη χιλιάδων Ελλήνων…

Προτίμησε το πρώτο, έχοντας την απόλυτη συναίσθηση πως η ελευθερία της Πατρίδος δεν εξαρτάτω από έναν αφορισμό και πως αυτήν την υπογραφή κάποιοι θα του την χρέωναν για πολλούς αιώνες μετά….

Με το ένα χέρι υπόγραψε και με το άλλο ακύρωσε την υπογραφή του. Ο αετός της Ρωμιοσύνης, ο Εθνάρχης του δούλου Γένους, ποτέ δεν θα σταματούσε την επανάσταση.

Την σφαγή γυναικόπαιδων προσπάθησε και τελικά κατάφερε να σταματήσει! Χρόνια μετά ο διαπρεπής ιστορικός Αλέξανδρος Δεσποτόπουλος αποκατέστησε ιστορικά την πράξη του Γρηγορίου, δημοσιεύοντας την θέση του Αλ. Υψηλάντου σχετικά με τον αφορισμό, σωζόμενη σε επιστολή του προς τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη ….

Αλλά βλέπεις, στην Ελλάδα η Ιστορία, διαβάζεται και γράφεται με πολλούς τρόπους….

Και αν δεν ήταν ψεύτικος ο αφορισμός τι άραγε έκανε την Υψηλή Πύλη να διατάξει τελικά την σφαγή, εκτός του ότι πληροφορήθηκε πως ο αφορισμός ήταν εικονικός και θέλησε να περάσει από το μαχαίρι τους Έλληνες της Κωνσταντινούπολης; Κάποιοι τότε του πρότειναν να τον φυγαδεύσουν. Ο Πατριάρχης αρνήθηκε μετά βδελυγμίας! Δεν θα εγκατέλειπε τον λαό του, στην πιο δύσκολη ώρα. Ο Σουλτάν Μαχμούτ, ήταν έτοιμος να διατάξει γενική σφαγή. Αδιάκριτα και προς παραδειγματισμό! Όμως χρειαζόταν »φετφά» δηλαδή επικύρωση της απόφασης από τον Σεϊχουλισλάμη, τον ανώτατο Θρησκευτικό ηγέτη. Τελικά, μα Έλληνας, μα Τούρκος, άνθρωπος να είσαι! Την εποχή εκείνη Σεϊχουλισλάμης ήταν ένας αγαθός ανατολίτης, ο Χατζη- Χαλίλ Εφέντης.

Άνθρωπος που είχε συνείδηση. Γνωστός για την δικαιοσύνη του, όταν κλήθηκε από τον Σουλτάνο και έμαθε τι του ζητούσε κεραυνοβολήθηκε! »Μα να πάρω τόσες ψυχές στο λαιμό μου», έλεγε και ξανάλεγε ο αγαθός Τούρκος που δεν το σήκωνε στην συνείδηση του να κριματίσει την δική του ψυχή, υπογράφοντας ΄΄φετφά» με τον οποίο θα σφαγιάζονταν σαν αρνιά χιλιάδες αθώοι στους δρόμους της Κωνσταντινούπολης. Είπαμε, μα Έλληνας, μα Τούρκος να είσαι, άμα είσαι άνθρωπος, είσαι άνθρωπος. Κοίταξε να κερδίσει χρόνο να σκεφτεί τι να κάνει να σώσει τους δόλιους τους Έλληνες από τον αφανισμό. Έφυγε από το Σουλτανικό Παλάτι σκεπτικός…. Σε όλο το δρόμο αυτό σκεπτόταν. Στην δύση της ζωής του να κριματίσει την ψυχή του και να γίνει αιτία να χαθούν αθώοι άνθρωποι; Ειδοποίησε με τρόπο τον Πατριάρχη. Τον σεβόταν ο τίμιος άνθρωπος τον Πατριάρχη των Ρωμιών. Μόλις έμαθε ο Γρηγόριος τα καθέκαστα χλόμιασε…

Ο άνθρωπος που τον επισκέφθηκε μετέφερε ακριβώς τα λόγια του Σεϊχουλισλάμη: »Ακούστε, η φαμίλια μου κρατάει από τους Αλφερανίδες είμαστε πιστοί στα λόγια του προφήτη μας. Το κοράνι δεν επιτρέπει να τιμωρούνται αθώοι για τις πράξεις ενόχων συγγενών τους. Φέρετε μου μια και μόνη απόδειξη πώς ή επανάσταση δεν έχει γενικό χαρακτήρα· πείστε με ότι σεις δεν ξέρατε τίποτα. Αποδείξτε μου ότι όλο το γένος σας δεν είναι ένοχο και τ’ αλλά είναι δική μου δουλειά: Ούτε τη θέση μου θα λογαριάσω, ούτε τη ζωή μου. Θα υπερασπίσω μ’ όλες μου τις δυνάμεις έθνος αθώο που κιντυνεύει να χαθεί.» Και ο Γρηγόριος του παρουσίασε τον »αφορισμό » του Υψηλάντη, το κείμενο που έγινε αιτία να χαρακτηρισθεί ως προδότης ο Μάρτυρας της Εκκλησίας και του Γένους, το ίδιο κείμενο που έγινε αιτία να μην χαλαστούν χιλιάδες αθώων Ελλήνων….

Όταν ο Σουλτάν Μαχμούτ έμαθε πως ο Χαλίλ Εφέντης αρνήθηκε να εκδώσει φετφά, σκύλιασε! Με συνοπτικές διαδικασίες απέπεμψε από την θέση του τον Χαλίλ Εφέντη και τον εξόρισε στην Λήμνο. Στην θέση του όρισε άλλον Σεϊχουλισλάμη. Ο Χατζή Χαλίλ, Εφέντης δεν έφθασε ποτέ στην Λήμνο. Κατά την διάρκεια του ταξιδιού υποβλήθηκε σε φρικτά βασανιστήρια από τους ομοεθνείς του που δεν του συγχώρησαν την άρνηση του για γενική σφαγή των Ελλήνων της Πόλης! Έτσι πέθανε ο Χαλίλ Εφέντης, ο δίκαιος αυτός άνθρωπος που φοβούμενος τον Θεό, προτίμησε να πεθάνει ο ίδιος από το να γίνει αιτία να πεθάνουν χιλιάδες αθώοι! Αιωνία αυτού η μνήμη! Όμως, μετά τον Χαλίλ Εφέντη, σειρά είχε ο Γρηγόριος. Και η σειρά του είχε έρθει, την Κυριακή του Πάσχα 10 Απριλίου του 1821…

—————————————

– Παναγιώτατε! Ο Μ. Αρχιδιάκονος του Πατριάρχου, διέκοψε απότομα τις σκέψεις του Γρηγορίου που ήρεμα σήκωσε το κεφάλι του κοιτώντας τον στα μάτια.
– Τι σου συμβαίνει παιδί μου, του είπε ο Πατριάρχης.
– Η αυλή γέμισε στρατιώτες…Ψιθύρισε σχεδόν ο διάκονος σκύβοντας το κεφάλι του.

Ο Γρηγόριος, σηκώθηκε ήρεμα από το κάθισμα που καθόταν. Αμέσως τον μιμήθηκαν και οι συνοδικοί Μητροπολίτες που βρίσκονταν μαζί του στην μεγάλη αίθουσα του Θρόνου.
– Άγιοι αδελφοί, είπε ο Γρηγόριος κοιτώντας τους Αρχιερείς. Ελήλυθεν η ώρα! Βλέπω τον δρόμο του μαρτυρίου να ανοίγει μπροστά μου. Συγχωρήστε με αδελφοί και ευχηθείτε υπέρ εμού. Χριστός Ανέστη και η Πατρίς θα αναστηθεί! Εγείρεσθε, άγωμεν εντεύθεν …

Οι Μητροπολίτες έτρεξαν κοντά του. Να φιλήσουν το χέρι του. Να πάρουν την ευχή του νέου Μάρτυρα της Εκκλησίας και του Γένους. Εκείνου που στάθηκε μέχρι τέλους πιστός, στον Χριστό και την Ελλάδα! Ίσα που πρόφθασαν οι Επίσκοποι να του δώσουν τον τελευταίο ασπασμό και η αίθουσα του Θρόνου γιόμισε σαρίκια…

Είχαν ανέβει επάνω να τον προφτάσουν να μην τους ξεφύγει, εκείνον που όταν οι ξένες πρεσβείες του πρότειναν να τον φυγαδεύσουν είχε απαντήσει: «Μη με προτρέπετε εις φυγήν, μάχαιρα θα διέλθη τας ρύμας της Κωνσταντινουπόλεως και των λοιπών πόλεων των χριστιανικών επαρχιών. Υμείς επιθυμείται, εγώ μετημφιεσμένος να καταφύγω…ουχί!

Εγώ δια τούτω είμαι πατριάρχης, όπως σώσω το έθνος μου…ο θάνατός μου ίσως επιφέρει μεγαλυτέραν οφέλειαν από την ζωή μου…Ναι, ας μη γίνω χλεύασμα των ζώντων. Δε θα ανεχτώ ώστε εις τα οδούς της Οδησσού, της Κέρκυρας και της Αγκώνος, διερχόμενον εν μέσω των αγύιων, να με δακτυλοδεικτούσι λέγοντες, Ιδού έρχεται ο φονεύς πατριάρχης».

Ο Γρηγόριος ουδεμίαν αμφιβολία έχει περί των γεγονότων που θα επακολουθήσουν της συλλήψεως. Δεν πέρασαν πολλές μέρες που τον Ελληνισμό της Πόλης συντάραξε η είδηση του αποκεφαλισμού του Έλληνα Μέγα Δραγουμάνου Κωστάκη Μουρούζη, που με πλεκτάνη οδηγήθηκε στο θάνατο.

Νέος Μέγας Δραγουμάνος ο Σταυράκης Αριστάρχης που μπήκε μέσα στην αίθουσα του Θρόνου και κοίταξε διστακτικά τον Πατριάρχη.

-Μίλησε παιδί μου, του είπε ο Πατριάρχης καταλαβαίνοντας τι ήθελε να του πει.

Ο Μέγας Δραγουμάνος, ανοιγόκλεισε τα μάτια του και παίρνοντας μια βαθιά ανάσα, είπε εις επήκοον των παρισταμένων:

-Παναγιώτατε, με το φιρμάνι που κρατώ στα χέρια μου παύεστε από Πατριάρχης και προσκαλείται η Σύνοδος να εκλέξει άλλον στην θέση σας. Επίσης διατάσσεστε μέχρι νεωτέρας διαταγής να οδηγηθείτε στο Κατίκιοϊ….

Ο Πατριάρχης, ατάραχος άκουσε την Σουλτανική εντολή. Χωρίς να πει κάτι, Φόρεσε το επανοκαλύμαυχο του, πήρε την ράβδο στα χέρια του και κίνησε να κατέβει τα σκαλιά.

Οι Μητροπολίτες έτρεξαν να πάνε ξωπίσω του, αλλά εκείνος, ύψωσε το χέρι και τους σταμάτησε…

– Αδελφοί, ο Θρόνος πλέον βρίσκεται εν χηρεία, πράξετε το καθήκον σας παρακαλώ. Η Μεγάλη Εκκλησία συνεχίζει την μαρτυρική Της πορεία….
Ακολούθησε τους άξεστους στρατιώτες που κρυφογελούσαν κάτω από τα μουστάκια τους περιμένοντας να δουν το θέαμα… Τον θάνατο του Πατριάρχου!

Στην αυλή των Πατριαρχείων είχαν μαζευτεί μερικές δεκάδες Χριστιανών που έτρεξαν να φιλήσουν το χέρι του Πατριάρχου. Με κλωτσιές και μπουνιές οι στρατιώτες τους απομάκρυναν από κοντά του.

Εκείνος σήκωσε ψηλά το χέρι του, να το δουν οι Χριστιανοί και να πάρουν κουράγιο… Τους ευλόγησε με τον ίδιο τρόπο που τόσα χρόνια τους ευλογούσε ως ποιμενάρχης τους.

Οι Χριστιανοί έκλαιγαν με αναφιλητά. Μαζί του είχαν αφήσει μόνον τον Αρχιδιάκονο και τον Πρωτοσύγκελλο του να τον συνοδέψουν. Κανέναν άλλον!

Επιβιβάστηκαν σε ένα βαρκάκι που τους περίμενε αραγμένο στην προβλήτα κάτω από το Πατριαρχείο. Αντί όμως της Χαλκηδόνος που είχε ορισθεί ως τόπος εξορίας, ο κρατούμενος Πατριάρχης οδηγήθηκε στην φυλακή του σουλτανικού σεραγιού… Κατάλαβε…

Περίμεναν πρώτα να εκλεγεί νέος Πατριάρχης ώστε να τον εκτελέσουν στην συνέχεια. Πίσω στην μεγάλη αίθουσα του Θρόνου, οι Συνοδικοί Μητροπολίτες εκόντες άκοντες, είχαν κινήσει διαδικασία εκλογής νέου Πατριάρχου.

Ο Δέρκων Γρηγόριος αρνήθηκε και την άρνηση του διαδέχθηκαν ο Νικομηδείας και ο Εφέσου.

Οι Τούρκοι, άρχισαν να χάνουν την υπομονή τους. Δεν ήθελε κανείς να γίνει Πατριάρχης! Επενέβει ξανά ο Μέγας Δραγουμάνος. Αν δεν εκλέγετω τελικά κάποιος, αυτό μπορούσε να χαρακτηρισθεί στάση κατά της Υψηλής Πύλης!

Τελικά, βρέθηκε κάποιος να πει το ναι, να διαδεχθεί στο θρόνο έναν ήρωα, ένα μάρτυρα. Ήταν ο Μητροπολίτης Πισιδίας Ευγένειος.

Μετά την εκλογή ο νέος Πατριάρχης έπρεπε να οδηγηθεί στο Σουλτανικό Παλάτι ώστε να υποβάλει τα σέβη του στον Σουλτάνο πριν την ενθρόνιση του η οποία και ορίσθηκε να γίνει αυθημερόν…. Ο νεοεκλεγείς Πατριάρχης οδηγήθηκε ενώπιον του Σουλτάνου, χωρίς ο ίδιος να γνωρίζει πως στα υπόγεια του σεραγιού βρισκόταν φυλακισμένος ο προκάτοχος του.

Ο Σουλτάνος τον καλοδέχθηκε ώστε να δείξει με τον τρόπο αυτό πως σέβεται την θρησκεία των ραγιάδων.

Πριν λήξει η συνάντηση , οι φύλακες έβγαλαν από το κελί του τον Γρηγόριο και τον έβαλαν πάλι στην ίδια βάρκα. Φτάνουν ξανά στην προβλήτα του Φαναρίου. Με το που τον κατεβάζουν από την βάρκα, ο Γρηγόριος γονατίζει μπροστά στο δήμιο που τον συνοδεύει, νομίζοντας πως εκεί θα τον θανάτωναν.

Εξάλλου στο σημείο αυτό είχαν γίνει χιλιάδες εκτελέσεις Ελλήνων. Με μια κλωτσιά ο βάρβαρος άνθρωπος έριξε κάτω το γέροντα Πατριάρχη. Με βρισιές και κλωτσιές τον υποχρέωσαν να σηκωθεί και να τους ακολουθήσει. Έφθασαν μπροστά στην Πύλη των Πατριαρχείων. Από μέσα ακούγονταν ψαλμωδίες…

Ενθρονιζόταν ο νέος Πατριάρχης. Αχ! Μαρτυρικό Φανάρι… Πάνω στην μεσαία Πύλη, είχαν στήσει έναν δοκό. Ο Γρηγόριος κατάλαβε τι του ετοίμαζαν.

Ακολουθούσε την μοίρα των Προκατόχων του. Η θηλιά στον λαιμό του, θα γινόταν κλειδί του παραδείσου στα χέρια του. Επικεφαλής του αποσπάσματος ήταν ο Σατρατζάμ Αλή Πασάς.

Εκείνος που προέστει της εκτελέσεως του Γρηγορίου. Πολλά χρόνια αργότερα, το όνομα του αρχιεκτελεστή Σατρατζάμ Πασά θα το έδιναν στην οδό που περνά ακριβώς μπροστά από το Πατριαρχείο… Για να θυμίζουν στον εκάστοτε Οικουμενικό Πατριάρχη …. Κάθισαν το Γρηγόριο σε ένα σκαμνάκι. Τον άφησαν να κοιτά την αγχόνη που του ετοίμαζαν…

Μόλις τελείωσαν σήκωσαν τον Γρηγόριο και τον οδήγησαν στην μεσαία πύλη των Πατριαρχείων όπου είχαν στήσει την αγχόνη του θανάτου. Τον ανέβασαν επάνω στο σκαμνάκι και ο Σατρατζάμ Αλή Πασάς, απήγγειλε τις κατηγορίες περί αχαριστίας του Πατριάρχου στην Οθωμανική εξουσία και εσχάτου προδοσίας κατ΄αυτής! Μόλις τελείωσε έκανε ένα νεύμα και ο δήμιος κλώτσησε το σκαμνί. Το σώμα το Πατριάρχου τινάχτηκε απότομα και του έφυγε από το κεφάλι του το καλυμμαύχι.

– Βάλτε το ξανά στο κεφάλι του! Φώναξε ο Πασάς. Εμένα μου έδωσαν εντολή Πατριάρχη να κρεμάσω όχι απλό παπά!
Ο δήμιος μάζεψε το καλυμμαύχι για να το φορέσει ξανά στο κεφάλι του Γρηγορίου. Στάθηκε όμως! Ο απαγχονισμένος Πατριάρχης σπάραζε αλλά δεν πέθαινε….

Το ασκητικό σώμα του, ήταν τόσο αδυνατισμένο που δεν είχε το απαραίτητο βάρος ώστε να σπάσει τον τράχηλο, λυτρώνοντας από το μαρτύριο τον Πατριάρχη… Κράτησε λίγα λεπτά αυτό το μαρτύριο ωσότου η ψυχή να βγει και να πετάξει στο Θρόνο του Θεού του Τρισαγίου! Οι μαζεμένοι Τούρκοι άρχισαν να αλαλάζουν θριαμβευτικά. Ο δήμιος πλησίασε το αιωρούμενο σώμα και έθεσε επί της κεφαλής του, το καλυμμαύχι.

Λένε πως ο Ευγένιος που δεν είχε δει τι συνέβαινε την ώρα του ενθρονισμού του, άκουσε τους αλαλαγμούς και βγαίνοντας είδε μπροστά του το αιωρούμενο σώμα του προκατόχου του…

Κάποιοι είπαν πως στους λίγους μήνες που έμεινε στο θρόνο, δεν κοιμήθηκε βράδυ μιας και στο νου του, του έρχονταν συνεχώς η εικόνα του κρεμασμένου σώματος εμπρός από την μεσαία πύλη…. Τρεις μέρες έμεινε κρεμασμένος ο Πατριάρχης, εκεί μπροστά στην μεσαία Πύλη που από την ημέρα εκείνη δεν ξανάνοιξε ποτέ!

Έμεινε για πάντα κλεισμένη για να θυμίζει το χρέος και την θυσία.

Προσπάθησε ο Ευγένιος να πάρει το σώμα, να το κηδέψει όπως έπρεπε.

Η Υψηλή Πύλη, αρνούνταν πεισματικά. Μαζεύτηκαν οι συνοδικοί με τον νέο Πατριάρχη μέσα στην Εκκλησία του Άι Γιώργη και εκεί έκαναν την κηδεία του Μάρτυρα Πατριάρχη. Η κηδεία γινόταν μέσα στο Ναό και το σώμα του ήταν κρεμασμένο στην πόρτα του Πατριαρχείου….

Λέγεται ότι μετά τις τρεις ημέρες, έδωσαν το σώμα σε μερικούς κουρελήδες Εβραίους να το πομπέψουν. Και αυτοί δεν κατάλαβαν πως οι Τούρκοι τους χρησιμοποιούσαν για να θεριέψουν το μίσος μεταξύ Χριστιανών και Εβραίων. Γιατί με την διχόνοια εξουσιάζεις καλύτερα… Πήραν το σώμα και φτάσανε στον Κεράτιο.

Αφού το έβαλαν σε μια βάρκα ανοίχτηκαν και το πέταξαν στην θάλασσα. Βλέποντας πως το σώμα επέπλεε, το μαχαίρωσαν πολλές φορές , να πάρει νερό να βυθισθεί να μην το βρουν ποτέ να το θάψουν. Όμως το λείψανο του Εθνομάρτυρα δεν βυθιζόταν. Έδεσαν μια βαριά πέτρα στο λαιμό του και τότε το λείψανο βυθίσθηκε.

Το σώμα του γέροντα Πατριάρχου το αγκάλιασε η θάλασσα του Κερατίου. Ο πρώτος της Χριστιανοσύνης, αναπαυόταν στα καταγάλανα νερά.

Η είδηση του θανάτου του, σκόρπισε την οδύνη στο δούλον Γένος! Τον θρηνεί με τον δικό του τρόπο το Γένος, μέσα από την πένα του Διονυσίου Σωλομού, στο νησί του οποίου, στην Μονή Στροφάδων , ο Μάρτυρας Πατριάρχης είχε γίνει μοναχός:

λοι κλαῦστε· ἀποθαμένος ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἐκκλησιᾶς·
κλαῦστε, κλαῦστε κρεμασμένος ὡσὰν νἄτανε φονιάς.
Ἔχει ὁλάνοιχτο τὸ στόμα π᾿ ὦρες πρῶτα εἶχε γευθεῖ
τ᾿ Ἅγιον Αἷμα, τ᾿ Ἅγιον Σῶμα· λὲς πὼς θενὰ ξαναβγῇ .

Το αγιασμένο σώμα του αετού της Ρωμιοσύνης, βρίσκονταν στα καταγάλανε νερά, η ψυχή όμως του Εθνομάρτυρα από την Δημητσάνα, πέταγε στα ουράνια, κοντά στους προκατόχους του, Ιωάννη Χρυσόστομο, Γρηγόριο τον Θεολόγο και τόσους άλλους Αγίους που κοσμούν τα συναξάρια της Εκκλησίας μας για να λάβει την θέση του δίπλα τους ,στο Αγιολόγιο της Εκκλησίας αλλά και στο πάνθεον των ηρώων της Πατρίδος….

Ένα πλοίο ετοιμαζόταν να αναχωρήσει από την Πόλη για την Οδησσό. Καπετάνιος ο Κεφαλλονίτης Νικόλαος Σκλάβος. Οι ναύτες ετοιμάζονταν για την αναχώρηση.

Ο καπετάν Νικόλας καθόταν στη γέφυρα και κοίταζε σκεπτικός προς την Πόλη. Μαζί του, είχε στο πλοίο τον Πρωτοσύγκελλο των Πατριαρχείων Αρχιμανδρίτη Σωφρόνιο καθώς και μερικούς ακόμα που βρήκαν την ευκαιρία με την αναχώρηση του πλοίου, να επιβιβασθούν και εκείνοι ώστε να φύγουν από την Πόλη.

Σε κάποια στιγμή ο καπετάνιος άκουσε κάτι να κτυπά στα ύφαλα του πλοίου. Έσκυψε να δει τι ήταν. Ένα μαύρο πράγμα σάλευε. Άνθρωπος! Μονολόγησε ο καπετάν Σκλάβος, Πνιγμένος άνθρωπος…

Έδωσε αμέσως εντολή στους μούτσους να κατέβουν και να μαζέψουν τον πνιγμένο. Κατέβηκαν να ανασύρουν το πτώμα. Μόλις τον ανέβασαν επάνω είδαν πως ο πνιγμένος ήταν παπάς.

Ο καπετάνιος τους είπε να φωνάξουν τον Σωφρόνιο να δει ποιός ήταν ο αποθαμένος να τους το πει και εκείνους. Ειδοποιήθηκε ο Σωφρόνιος που λίγο αργότερα κατέφθασε ασθμαίνοντας.

Μόλις είδε το λείψανο γονάτισε και τα κλάματα του σπάραξαν τις καρδιές των σκληροτράχηλων ναυτικών.

-Ο Πατριάρχης μας! Είναι ο Πατριάρχης μας, μονολογούσε κλαίγοντας ο Σωφρόνιος….

Ο καπετάνιος και οι ναύτες σαστισμένοι παρακολουθούσαν την σκηνή. Ποιος είδε ξανά ναυτικούς δαρμένους από τα κύματα, άφοβους μπροστά στο θάνατο που ‘ρθε η στιγμή να τον περιγελάσουν, να κλαίνε σαν τα μωρά παιδιά μπρος στο τραπέζι που βρισκόταν το σώμα του μάρτυρα Πατριάρχου.

Οι σκληροτράχηλοι ναύτες αυθόρμητα γονάτισαν, μπροστά στον Πατριάρχη όταν ο Σωφρόνιος πήγε κοντά του και του φιλούσε τα χέρια με τα οποία τον είχε χειροτονήσει… Γονάτισαν με έναν βουβό θρήνο μπροστά στον πρώτο της Ορθοδοξίας, τον πρώτο του μαρτυρικού Ελληνικού Γένους.

Απόσωσε ο θρήνος και έπιασε ο Σωφρόνιος να αλλάξει το άγιο λείψανο να του φορέσει καθαρά ράσα, τα δικά του, να τον ετοιμάσει για την ταφή του. Όχι όμως εκεί, στην Βασιλεύουσα Πόλη.

Ο μεγάλος εξόριστος δεν είχε το δικαίωμα να ταφεί στον τόπο που ποίμανε. Ο καπετάνιος, έβαλε μπροστά να φύγουν να φτάσουν στην Οδησσό να θάψουν τον αετό της Ρωμιοσύνης, τον απαγχονισθέντα Οικουμενικό Πατριάρχη Γρηγόριο τον Ε΄. Κάθισε κοντά στο άγιο λείψανο ο Σωφρόνιος και διάβαζε τα ευαγγέλια. Και το πλοίο έγινε Ναός, Πατριαρχικός Ναός όπου τέθηκε σε προσκύνηση το σώμα του πολύπαθου Πατριάρχου.

Τι και αν δεν κατάφεραν οι Χριστιανοί να τον προσκυνήσουν μέσα στον Άι Γιώργη των Πατριαρχείων. Μυστικά κατέβηκαν από τον Ουρανό να τον συντροφέψουν στο ταξείδι για την Οδησσό, οι μακάριες ψυχές των Βυζαντινών Αυτοκρατόρων, των Αγίων Πατριαρχών, Αρχιερέων, Ιερέων, Ιερομονάχων και μοναχών που για αιώνες κράτησαν άσβεστη την φλόγα στο καντήλι το Φαναρίου της Ορθοδοξίας και του Γένους.

————————————

Έφτασε το καράβι στην Οδησσό. Κατέβασαν το άγιο λείψανο και με τιμές το θάψαν στον Ναό της Αγίας Τριάδος. Το Άγιο λείψανο, σαράντα μέρες μετά τον απαγχονισμό δεν είχε υποστεί καμία αλλοίωση. Χιλιάδες άνθρωποι παρευρέθηκαν στην κηδεία του. Ο ίδιος ο Τσάρος ανέλαβε όλα τα έξοδα της κηδείας του.

Ο λόγιος Ιερεύς Κωνσταντίνος Οικονόμος ο εξ’ Οικονόμων ,εκφώνησε τον επικήδειο στον σεπτό Νεκρό.

Ο τάφος του έγινε προσκύνημα εκεί στην Αγία Τριάδα της Οδησσού. Το 1871, το Ελληνικό Έθνος, ζήτησε και κατάφερε την ανακομιδή του Ιερού Λειψάνου και την μεταφορά του στον Μητροπολιτικό Ναό των Αθηνών. Το πλοίο »Βυζάντιο» έφθασε στην 25η Απριλίου 1871 στον Πειραιά και τοποθετήθηκε επάνω στην βασιλική άμαξα για να μεταφερθεί στην Μητρόπολη των Αθηνών, όπου το υποδέχθηκε ο Βασιλεύς της Ελλάδος Γεώργιος ο Α’, με ολόκληρη την Ιεραρχία και χιλιάδες Ελλήνων που με δάκρυα στα μάτια υποδέχθηκαν τον Εθνομάρτυρα. Αν βρεθείς στην Αθήνα, πήγαινε στην Μητρόπολη και στάσου με σεβασμό μπροστά στην Λάρνακα που αναπαύεται ο Γρηγόριος.

Στα προπύλαια του παλαιού Πανεπιστημίου Αθηνών βρίσκεται ο ανδριάντας του Εθνομάρτυρος, τα αποκαλυπτήρια του οποίου έγιναν το 1872. Την ημέρα εκείνη ο ποιητής Αριστοτέλης Βαλαωρίτης εκφώνησε μπροστά στον ανδριάντα ένα συγκλονιστικό ποίημα με τίτλο: » Το σκοινί του Πατριάρχη».

Με αυτό θα τελειώσω τούτο το γραπτό στην μνήμη του μεγάλου Εθνομάρτυρα που συνεχίζει να ζει στις καρδιές όλων όσων αγαπούν την μαρτυρική Πατρίδα και που στην θυσία του Γρηγορίου είδαν τον αγώνα της πολύπαθης αυτής χώρας για λευτεριά να γίνεται πραγματικότητα! Εκείνος ιερουργεί στο επουράνιο θυσιαστήριο , προσευχόμενος για το Φανάρι, την Πόλη, την Δημητσάνα, την Ελλάδα, ο πρώτος της Εκκλησίας, ο αετός της Ρωμιοσύνης….

Πως μας θωρείς ακίνητος; που τρέχει ο λογισμός σου, τα φτερωτά σου τα όνειρα;
Γιατί στο μέτωπό σου να μη φυτρώνουν, γέροντα, τόσες χρυσές αχτίδες,
όσες μας διδ’ η όψη σου παρηγοριές κ’ ελπίδες;
Γιατί στα ουράνια χείλη σου να μη γλυκοχαράζει, πατέρα, ένα χαμόγελο;
Γιατί να μη σπαράζει μέσα στα στήθη σου η καρδιά,
και πως στο βλέφαρό σου ούτ’ ένα δάκρυ επρόβαλε, ούτ’ έλαμψε το φως σου;

Ολόγυρά σου τα βουνά κ’ οι λόγγοι στολισμένοι το λυτρωτή τους χαιρετούν.
Η θάλασσ’ αγριωμένη από μακρά σ’ εγνώρισε και μ’ αφρισμένο στόμα φιλεί,
πατέρα μου γλυκέ, το ελεύθερο το χώμα, που σε κρατεί στα σπλάχνα του.

Θυμάται την ημέρα που, πατέρα μου, σ’ εδέχτηκε.
Θυμάται στο λαιμό σου, το ματωμένο το σχοινί,
και στ’ άγιο πρόσωπό σου τ’ άτιμα τα ραπίσματα,
το βόγγο, τη λαχτάρα, του κόσμου την ποδοβολή.
Θυμάται την αντάρα, την πέτρα που σου εκρέμασαν,
τη γύμνια του νεκρού σου,
το φοβερό το ανέβασμα του καταποντισμού σου.

Το μάρμαρο μένει βουβό και θε να μείνει ακόμα,
ποιος ξέρει ως πότ’ αμίλητο το νεκρικό σου στόμα.
Κοιμάται κι ονειρεύεται και τότε θα ξυπνήσει,
όταν στα δάση, στα βουνά, στα πέλαγα, βροντήσει το φοβερό μας κήρυγμα.
«Χτυπάτε, πολέμαρχοι! Μη λησμονείτε το σχοινί, παιδιά, του πατριάρχη!»

π. Θωμάς Ανδρέου

Αρχιμανδρίτης Οικουμενικού Θρόνου
Πρωτοσύγκελλος Ιεράς Μητρόπολης Ιωαννίνων.

* στην φωτό Η μαρμάρινη σαρκοφάγος μέσα στην οποία αναπαύεται ο Πατριάρχης Γρηγόριος, στον Μητροπολιτικό Ναό των Αθηνών.

Εκκλησία Online
Αποστολή
Αξιολόγηση επισκεπτών 0 (0 ψήφοι)

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.