Του Σεβ. Μητροπολίτη Γουμενίσσης κ. Δημητρίου.

(ἐν ὄψει ἑνός κοινοῦ Θεομητορικοῦ ἑορτασμοῦ)

Πέρασαν 32 χρόνια, ἀπό τότε πού τίμησα γιά πρώτη φορά μιά σπουδαία ἑορταστική ἐπέτειο στή Γουμένισσα. Ἐξομολογοῦμαι ὅτι ἀπό τήν πρώτη στιγμή προσέτρεχα ἱκετευτικά (γιά ὅλο τό πλήρωμα) καί (γιά μένα) ὡς οἰκέτης τῆς Θεομητορικῆς δαψίλειας.

Κάθε χρόνο τήν πρώτη Κυριακή τοῦ Μαρτίου τιμοῦμε χρεωστικῶς καί ὀφειλετικῶς τήν ἐπανεύρεση καί ἐπανενθρόνιση τῆς θαυματουργῆς εἰκόνας τῆς Κυρίας Θεοτόκου, ἡ ὁποία ἐκλάπη γιά νά φυγαδευθεῖ στήν Εὐρώπη κι ἐνῶ εἶχε διχοτομηθεῖ, εὑρέθη θείᾳ προνοίᾳ, προτοῦ ἀναχωρήσει, στήν οἰκία τοῦ ἱερόσυλου τολμητία. Τό γεγονός αὐτό συνέβη τό Μάρτιο τοῦ 1975, ἐπί ἀρχιερατείας τοῦ μακαριστοῦ Μητροπολίτου Πολυανῆς καί Κιλκισίου Ἀμβροσίου.

Δέν λάθεψα, ἐμπιστευόμενος τήν ἱστορία καί τήν εὐλάβεια τῆς ἱστορικῆς Γουμένισσας γιά τό πανάγιο ὄνομα καί τήν πανάγια παρρησία καί ἀρωγή Της.

Πιασμένος ἀπό τίς βεβαιότητες ὅλων γιά τή δική Της μητρική προστασία, συνέθεσα ἕνα ἀπολυτίκιο πού μελωδεῖται τόσα χρόνια: «Μορφήν σου σεβασμίαν, Θεοτόκε Γουμένισσα, τήν ἐνθρονισθεῖσαν ἐνθάδε, κατά χρέος γεραίρομεν· δεινῶν καί γάρ ὀθνείων καί πληγῶν, σεισμοῦ τε λυτρουμένη μητρικῶς, τῷ λαῷ σου χαριτόδωρον ἐφαπλοῖς, Παντάνασσα, τήν σήν σκέπην· δόξα τοῖς θαυμασίοις σου, ἁγνή· δόξα τῇ θείᾳ σκέπῃ σου δόξα τῇ παναλκεῖ σου προμηθείᾳ, ἄχραντε».

Θαυμαστά περιστατικά θά μποροῦσε νά διηγηθεῖ πολλά, ἀπό χρόνων μακρῶν, ἡ εὐλάβεια πολλῶν.

Πόσα ἄλλα συνέβησαν στίς ἐργασίες ἀναστήλωσης! Σώθηκαν ἐργάτες πού –ἄν δέν τούς γλίτωνε ἡ προστασία Της– θά εἶχαν ἀπανθρακωθεῖ, θραύοντας μέ τίς σιδερένιες σκαλωσιές τά καλώδια ὑψηλῆς τάσης στήν ἐξωτερική εἴσοδο. Ὁ διασώστης τῆς ὑπηρεσίας ἔμεινε ἄναυδος ὅταν ζήτησε νά μάθει ποῦ εἶναι τό πτῶμα. Τοῦ δείχθηκε τότε ὁ ἄνθρωπος πού ἦταν σῶος καί ἀβλαβεῖς. Ἀπόρησε τότε καί ἔκανε τό σταυρό του.

Ἔπειτα, κάθε χρόνο ἐρχόταν τά Θεοφάνεια νά βουτήξει στά νερά τοῦ Ἀξιοῦ γιά νά πιάσει τόν τίμιο Σταυρό. Καί ἄλλοι πάλι μόλις πρόφθασαν τό καταπλάκωμα ἀπό τήν ὑποχώρηση τῆς παλαιᾶς ὀροφῆς.

Δέν θά λησμονήσω τόν πυροσβέστη, πού ἀνατολικά τοῦ ναοῦ τῆς Μονῆς τῆς Παναγίας παρασύρθηκε ἀπό τήν ἀπότομη πίεση τῆς μάνικας καί ἔπεσε ἀπό τήν σκεπή τοῦ 2ου ὀρόφου τοῦ σπιτιοῦ πού εἶχε πιάσει φωτιά καί διασώθηκε χωρίς οὐδέν κἄν νά τραυματισθεῖ. Μάρτυς τοῦ περιστατικοῦ ὁ διερχόμενος καθηγητής Νέστορας Βαλκάνης.

Τό σημαντικότερο ἐξ ὅλων, ὅπως ἔχει καταχωρηθεῖ στό ἐπίσημο βιβλίο τῆς ἐκκλησίας, εἶναι ὄχι ἡ ἀνακάλυψη, ἀλλά ἡ ἀποκάλυψη τῆς παρατάσεως ζωῆς τοῦ μακαριστοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν Σεραφείμ κατά 40 μέρες, ὅπως εἰπώθηκε στήν βλέπουσα Μαρία ἀπό τήν Παναγία. Τό Φεβρουάριο τοῦ 1998, πού ἡ κατάσταση τῆς ὑγείας τοῦ μακαριστοῦ Ἀρχιεπισκόπου Σεραφείμ ἐπιδεινώθηκε, ἐρωτηθείς ἀπό τούς δημοσιογράφους ὁ τότε Μητροπολίτης Ἰωαννίνων Θεόκλητος ἀνήγγειλε ὅτι ἐπέκειτο τό τέλος του. Ὄφειλα νά τόν ἐπισκεφθῶ στό Λαϊκό Νοσοκομεῖο καί, ἄν τόν προλάβαινα σέ νηφαλιότητα, νά πάρω τήν εὐχή του.

Τήν Πέμπτη λοιπόν 26.2.1998 κατέβηκα στήν Ἀθήνα καί τό ἀπόγευμα τόν ἐπισκέφθηκα. Πρίν ἀναχωρήσω γιά τήν Ἀθήνα, εἶχα ρυθμίσει ἀξιοχρέως τά τοῦ ἑορτασμοῦ μέ ἀπουσία δική μου.

Συζητήσεως γενομένης μοῦ εἶπε: «Δημήτριε, φρόντισα στή ζωή μου νά εἶμαι ἐπιεικής στούς ἀνθρώπους καί πιστεύω καί ἐλπίζω ὁ Δικαιοκρίτης Κύριος νά μέ κρίνει μέ ἐπιείκεια. Κι ἐσεῖς νά εἶσθε πάντοτε ἐπιεικεῖς σύμφωνα μέ τήν προτροπή τοῦ Ἀποστόλου Παύλου: “τό ἐπιεικές ἡμῶν γνωσθήτω πᾶσιν ἀνθρώποις”…». Ἦταν ἡ τελευταία συμβουλή πού μοῦ ἔδινε.

Τήν ἑπομένη ἐπικοινωνήσαμε μέ τή Μαρία Τσολάκη καί μοῦ ἀπεκάλυψε κάτι βαρυσήμαντο: Γέροντα, εἶδα τήν Παναγία καί μοῦ εἶπε «Τήν Κυριακή (σσ. 1 Μαρτίου 1998) πού γιορτάζω στό σπιτικό μου τήν ἐπανενθρόνιση τῆς εἰκόνας μου, νά πεῖς στό Γέροντά σου νά ἐπιστρέψει καί νά ἔλθει νά μέ τιμήσει στή Γουμένισσα»!

Ἐκεῖνο πού μέ συγκλόνισε γιά τήν θεόθεν προέλευση τῶν προρρήσεων, εἶναι ἡ συνέχεια τῶν λόγων τῆς ἁπλοϊκῆς καί ἀφανοῦς γυναικός. Γέροντα, ἡ Παναγία μοῦ εἶπε ἀκόμη, ὅτι «ὁ Κύριος ἔδωσε παράταση ζωῆς στόν Ἀρχιεπίσκοπο 40 μέρες, ἀπό τότε πού ἦταν γιά νά κλείσει ὁ κύκλος τῆς ἐπίγειας ζωῆς του».

Τήν ρωτάω: Πότε, Παναγία μου, κλείνει ὁ κύκλος τῆς ζωῆς του; «Ἡ ἐπίγεια ζωή του θά τελείωνε ξημερώνοντας Κυριακή 1η Μαρτίου. Ὁ Κύριος ὅμως ἱκανοποίησε τό αἴτημα τοῦ ἁγίου Ραφαήλ καί τοῦ ἔδωσε παράταση ζωῆς 40 μέρες μέχρι καί τήν 9η Ἀπριλίου».

Ἡ Μαρία εἶναι ὀλιγογράμματη, μέ ρώτησε ἄν ὑπάρχει ἡ λέξη “παράταση” καί τί σημαίνει. Τῆς ἐξήγησα σχετικά καί ἀργότερα μάλιστα βρῆκα καί ἐπικαλέστηκα ὁμιλία τοῦ Μεγάλου Βασιλείου γιά τόν ἅγιο μάρτυρα Μάμαντα. Συγκαλεῖ ὅσους εὐεργετήθηκαν μέ θαυμαστά σημεῖα καί μεταξύ αὐτῶν ὅσους ἔλαβαν δι᾽ αὐτοῦ παράταση ζωῆς.

Ὁ ἀοίδιμος Ἀρχιεπίσκοπος Σεραφείμ ἐπέζησε ἀπό τήν Κυριακή 1η Μαρτίου ἄλλες 40 ἡμέρες, ἀκριβῶς ὅπως τό προδήλωσε ἡ Παναγία μας. Εἶχαν περάσει δέκα χρόνια ἀπό τό 1988, ὅταν εἶχαν λεχθεῖ ἀπό τόν ἅγιο Ραφαήλ τά προφητικά καί ἀποκαλυπτικά ἐκεῖνα λόγια γιά τήν ἀκροτελεύτια ἡμέρα τοῦ βίου του. Ἐπαληθεύθηκαν πλήρως στίς 9 Ἀπριλίου τοῦ 1998, τελευταία ἡμέρα τῆς ἐπίγειας ζωῆς του. Μέ τό πού ἔκλεισε ἐκείνη ἡ ἡμέρα, παρέδωσε τήν ψυχή του στά χέρια τοῦ Πανοικτίρμονος θείου Λυτρωτοῦ στίς 2.20΄ μεταμεσονύκτια πρός 10 Ἀπριλίου. (μικρό ἀπόσπασμα ἀπό τό ὑπό ἔκδοση 3ο τόμο τοῦ βιβλίου μου «Ἡ ἀποκάλυψη…»)

… Ἀναμετρήσεις τῆς εὐλαβικῆς πίστης καί ἐλπίδας μέ τήν φθορά.

Μιά πολυμέτωπη φθορά, πού ὅλοι μας τήν εἰσπράττουμε οἰκτρά, καί παρά ταῦτα ὅλοι μας τήν “ἐπιδοτοῦμε”! Καί τήν “ἐπιδοτοῦμε” ἀπό πολύ παλιά, ἀπό τότε πού πρωτογεννήθηκε ἡ ἀνθρωπότητα.

Ἤμασταν οἰκεῖοι τοῦ Πατρός, κι ὅμως προτιμοῦμε διαρκῶς νά μεταναστεύουμε μακράν τοῦ Πατρός· ἐκμεταλλευόμενοι τίς ἐθελοπτωτικές παρατροπές, καταχρώμενοι τά δικά Του δῶρα, πού λέγονται ἀνθρώπινη ὕπαρξη καί ζωή, δημιουργικότητα καί πολιτισμός, εὐεξία καί κοινωνικότητα.

Πάντως, ὅταν συγκρίνουμε τά παλαιότερα ἐδῶ τοπικά θαυμαστά μέ αὐτά πού συνθλίβουν τήν δεινή ἐπέτειο τῶν παρελθουσῶν ἡμερῶν, μέ τήν πολυ-τραγωδία, κατανοοῦμε ἕνα ὁριακό προνόμιο πού μᾶς προσφέρεται κάθε στιγμή: νά προσβλέπουμε στήν παναλκή προστασία τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου γιά τούς βηματισμούς τοῦ βίου μας εἴτε νά Τήν ἐπικαλούμεθα μέ τό στόμα καί τόν νοῦ.

Μέ τήν ὁρμητικότητα τῆς πίστης καί τήν οἰκειότητα τῆς ὁρατῆς ἐγγύτητας.

“Ἐκπροσωπώντας” ὅλους τούς συνανθρώπους μας, πού δέν τολμοῦν ἤ δέν ἔμαθαν νά Τῆς μιλοῦν.

Γι᾽ αὐτό, τόσα χρόνια, προστρέχουμε οἱ περισσότεροι νά κρατήσουμε ὁλοζώντανη τήν κοινωνούμενη εὐαισθησία τῆς εὐλάβειας. Μή λησμονώντας ἐκεῖνα στά ὁποῖα ἐπαναπαύεται, ἐνάντια σέ ὅσα Τήν καταλυποῦν ἀπό τίς τόσες ἀφροσύνες μας.

Ὁ ὅσιος Σιλουανός ὁ Ἀθωνίτης, νέος ἀκόμη στήν πατρίδα του, μέ γλεντοκοπήματα καί παρατροπές, ἐλεήθηκε νά δεῖ ἀποκαλυπτικά πώς κατάπιε ἕνα φίδι καί ταράχτηκε σύντρομος μέ ἀποτροπιασμό. Τότε ἄκουσε τήν πραεία Μητρική φωνή τῆς Παναγίας μας, πού τόν συγκλόνισε καί τόν ἀνακάλεσε σέ μιά σχέση εὐλαβικῆς υἱοπρεποῦς στοργῆς. Γι᾽ αὐτό καί ὁμολογοῦσε ἀργότερα: «Χωρίς τήν εὐσπλαχνία Της ἡ ψυχή <μου> θά εἶχε χαθεῖ ἀπό πολύν καιρό. Ἐκείνη ὅμως εὐδόκησε νά μέ ἐπισκεφθεῖ καί νά μέ νουθετήσει, γιά νά μήν ἁμαρτάνω. Μοῦ εἶπε: “Δέν μ᾽ ἀρέσει νά βλέπω τά ἔργα σου”. Τά λόγια Της ἦταν εὐχάριστα, ἤρεμα, μέ πραότητα, καί συγκίνησαν τήν ψυχή. Πέρασαν πάνω ἀπό σαράντα χρόνια, μά ἡ ψυχή μου δέν μπορεῖ νά λησμονήσει ἐκείνη τή γλυκειά φωνή καί δέν ξέρω πῶς νά εὐχαριστήσω τήν ἀγαθή καί σπλαγχνική Μητέρα τοῦ Θεοῦ» (Ἀρχιμ./ὁσίου Σωφρονίο, “Ἅγιος Σιλουανός ὁ Ἀθωνίτης”).

Κι ἐμεῖς οἱ συνεορταστές, θέλουμε τό σπιτικό Της νά εἶναι καί δικό μας σπιτικό. Τό γλυκύτατο μητρικό Της ὄμμα τό ἀποζητοῦμε συχνά ὁ καθένας μας κι ὅλοι μαζί, σάν ἐπιβεβαίωση δικαίωσης γιά ὅλο τόν κόσμο καί τόν τόπο μας. Καί τό βλέμμα τῆς ἀνθρώπινης συγκατάβασης τοῦ Θεοῦ μας, πού Ἐκείνη Τόν ἐναγκαλίζεται ὡς ἐνανθρωπισμένο βρέφος, τό διεκδικοῦμε καί ἐμεῖς συγχωρητικό καί ἱλαρό γιά τόν τόπο μας καί ὅλον τόν κόσμο.

***

Ὅμως, πρίν προφθάσω νά χαρῶ τήν ἑορταστική καί τήν προσευχητική ἀδολεσχία, μέ τραβᾶ ἡ ἐπικαιρότητα μέ τίς ἀσυλλόγιστες ἐκτροπές της καί τίς περίεργες ἀναμονές της.

Ἀναλογίζομαι ἀπό καιρό καί ἀγωνιῶ, θλίβομαι καί ἀποθλίβομαι.

Πόσο βιαστικά τρέχουν οἱ ἐξελίξεις, σ᾽ αὐτά τά 32 χρόνια!

Εἴχαμε τόσες μεταλλάξεις ἐλπίδων σέ ἀναπάντητα ἐρωτηματικά, σέ καταπλήξεις ἀπόγνωσης!

Κι ἀπό κοντά τά ἐρωτηματικά γιά τίς ἀπρόφθαστες μεταλλάξεις τοῦ κόσμου μας…

Ἡ ἐποχή τῆς 4ης/5ης τεχνολογικῆς ἐπανάστασης (ἀνά τόν κόσμο καί τήν πατρίδα μας) μᾶς προφθαίνει κι ἐμᾶς μέ μιά ἐκρηκτική ρευστότητα διαχείρισης, γιά τίς κοινωνικές γειώσεις.

Πληροφορούμεθα μέν γιά ἀπόπειρες ὁριοθέτησης ἀπό τεχνοκρατικούς ἑταιρειακούς κολοσσούς εἴτε μεγαλοκρατικούς ἤ διεθνικούς θεσμούς. Ὡστόσο, διερωτώμεθα ἄν θά προλαβαίνουν τούς τεχνολογικούς ἐπαναστατικούς εὑρετηριασμούς.

Ἡ παγκόσμια πεμπτο-τεχνολογική ἐπικαιρότητα ἄραγε θά διαπραγματευθεῖ μέ τόν ἄνθρωπο τοῦ σήμερα καί τοῦ αὔριο μόνον γιά τά σίγουρα πολλαπλάσια ὀφέλη της;

Ἤ θά προχωρήσει ἀκάθεκτη σέ πλειστηριακούς συμφυρμούς συστημάτων, ἀνθρώπων, πραγμάτων, δίχως ἄλλα δικαιώματα καί κληρονομιές ἐνιστορίας;

Δέν μᾶς ἀφήνει πολλά περιθώρια αἰσιοδοξίας γιά τέτοιους “διαλόγους” ἡ τρέχουσα ἐπικαιρότητα τῆς παράλληλης ἐξουσιαστικῆς θεσμικῆς ὀλιγαρχίας ἀποφάσεων· φορτισμένη ἀπό διεξαγόμενους πολέμους κρατῶν καί ἀπό διαθεόμενες ἐντάσεις συνασπισμῶν, σέ ἕνα τόσο εὔπρηστο διεθνές οἰκονομικό προσκήνιο.

Δέν μᾶς ἀφήνουν περιθώρια οὔτε οἱ ἐνδοκοινωνικές ἐκρήξεις βίας, οἱ ἐκτινάξεις ἀτομισμῶν καί κοινωνικῶν ἀποδομήσεων προπαντός στίς προηγμένες κοινωνίες, μέ τίς τόσες οἰκτρές καταπατήσεις καί ἀξιοθρήνητες μεταποιήσεις ἐνιστορικῶν φυσικῶν “ὁρίων”.

Ὅλοι καί ὅλα παρωθοῦνται, “ἐντείνονται” καί “διατείνονται”, παρατεντώνονται νά ἐπιβάλουν κάτι μεταβολισμένο καί διαφορετικότερο ἀπό τήν ἀνθρωπιά πού ἀντικρίζουμε στίς πιό ἀθῶες ὄψεις της. Πήραμε “τό ἐπιβάλλον μέρος τῆς οὐσίας” (αὐτό πού μᾶς ἔπλασε και μᾶς ἐδωσε ὁ Πατέρας), καί πασχίζουμε νά φτιάχνουμε διαφορετικότερες ἀνθρωπινότητες, πού νά διατηροῦν ἰχνοστοιχεῖα δικά Του, γιά νά μήν Τόν θυμίζουν παρά ἐλάχιστα ἤ καί καθόλου!

Εἶναι χαρακτηριστικά τά ὅσα διατείνεται ὁ Μέγας Ἀθανάσιος γιά τόν Ἄρειο, ὀνομάζοντάς τον “ἄθεο”. Ὁ χαρακτηρισμός ἀπηχοῦσε ὄχι ἀκριβῶς στό ὅτι δέν πίστευε στό Θεό, ἀλλά διότι πίστευε σέ ἕνα ἀνύπαρκτο θεό καί πού εἶναι θεός τῆς φαντασίας του. Ἡ φαντασιοπληξία του τόν καθιστοῦσε ἄθεο, διότι χρησιμοποιοῦσε τόν στοχασμό, τήν λογική, τήν φαντασία γιά νά περιγράψει καί νά κατασκευάσει τόν Θεό. Ἀντιθέτως, μόνον ὁ καθαρός τῇ καρδίᾳ δέχεται τήν ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ (βλ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου Ἱεροθέου, Ὁ Κύριος τῆς δόξης…, σ. 30).

Μᾶς ξεγελᾶ ἐπίσης ἡ ὑποβολιμαία ψευδαίσθηση τῆς ἰσοθεΐας.

Ὄχι ἡ αἴσθηση καί ἡ διαχείριση τῶν ταλάντων, ἀλλά ἡ ψευδαίσθηση τῆς ἰσοθεΐας.

Ὄχι ἡ χρηστικότητα καί ἡ ἐπιβιωματικότητα μέσα στίς τεράστιες εὐκαιρίες τοῦ συγχρονισμοῦ, ἀλλά μιά ἀπόλυτη διαχείριση ἀλαζονείας, μιά τεχνητή καί προκλητή διάθεση παντοδυναμίας.

Ὁ διεθνικός ὁρίζοντας σταδιακά φιλοδοξεῖ (ὄχι μόνο νά “τεχνητο-απλώνεται”), ἀλλά καί νά “τεχνητο-νοηματίζεται”. Μόνο νά τεχνητο-νοηματίζεται. Νά τεχνητο-μεταβολίζεται.

Ὄχι ἁπλά ἀπό τήν ἄποψη τῶν τεχνητῶν δυνατοτήτων, ἀλλά τοῦ ἀποκλειστικοῦ νοήματος.
Πασχίζουν –πρίν “προλάβει” ὁ οὐρανός νά ἀνασώσει τέλεια τόν ἴδιον κόσμο– νά στηθεῖ μιά νέα τεχνητο-νοημένη Βαβέλ ὡς ἐκσυγχρονισμένη δυνατότητα, ὡς τρέχουσα ἐξέλιξη, ὡς τρέχουσα μεγάλη εὐκαιρία.

Κι ἡ ἀνθρωπότητα; Ὁ ἄνθρωπος;

Οἱ προηγούμενοι ἐνανθρώπινοι αἰῶνες ἐπί αἰώνων φαντασιώθηκαν νά τόν ἀπογειώσουν φιλοσοφικά, ἀστρονομικά, ἐργαστηριακά.

Ἡ ἀρξάμενη ἐποχή, ἡ διάδοχος τόσων τεχνολογικῶν “ἐκρήξεων”, φαντασιώνεται νά τόν ἐπιχειριαστεῖ σάν εὐεργετούμενο τῶν προοπτικῶν της. Ἀδιαφορώντας γιά τό ἐλάχιστο πρόταγμα: γιά τόν ἐξανθρωπισμό τοῦ ἀνθρώπου στά φυσιολογικά του ὅρια (ὄχι στά τεχνητά ἤ στά προκλητά).

Ἡ σύγχυση μεταξύ τῆς φυσικότητας τοῦ “εἶναί” μας καί τῆς τεχνητότητας τοῦ μετανθρωπικοῦ μοντέλου, θά ἀποτελεῖ τήν πιό κρίσιμη σχοινοβασία τῆς πανανθρωπότητος στίς ἀνοικτές ἤ διανοιγόμενες μετα-προόδους πού θα συναντοῦμε μπροστά μας.

***

Ἐδῶ ἀκριβῶς, ἴσως θυμηθοῦμε καί ἀνασύρουμε ἀπό τά ἐσώψυχά μας τόν “κωδικό” τῆς θεολογικῆς μας ὑπαρκτικότητας, τήν ὡραιότητα τῆς ἀρχετυπικῆς μας ἀνθρωπινότητος, τό ἀντίκρισμα τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ στό “εἶναι” μας.

Καί σ᾽ αὐτό τό πανίερο καί συναρπαστικό ἄθλημα τῆς ἐλευθεροβουλίας μας καί τῆς ἀξιοπιστίας μας, πρός τόν Κύριο τῆς ὕπαρξης καί τῆς ζωῆς μας, χρειαζόμαστε τήν πραεία στοργή τῆς Παναγίας μας.

Εἶναι πάντοτε ἕτοιμη νά ἁπλώσει τό χέρι Της κατά τή μεριά μας.

Φροντίστε νά στηριχθεῖτε καί νά κρατιέστε λειτουργικά, εὐλαβικά, μετανοητικά, ἀποφασιστικά ἀπό τό χέρι τῆς “παναγίας, ἀχράντου, ὑπερευλογημένης, ἐνδόξου, δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καί ἀειπαρθένου Μαρίας”.

Κρατηθῆτε ἀπό σήμερα καί παντοτινά ἀπό τό χέρι τῆς Παναγίας μας.

Μπορεῖ νά μᾶς πάει μέ ἀσφάλεια στόν “οἶκο τοῦ Πατέρα μας”.

Εἶναι ἡ οὐσιωδέστερη, ἡ οὐσιοπρεπέστερη ἀνθρωπινή ἐλπίδα μας.

Καί γι᾽ αὐτήν μόνο δικαιούμεθα νά αἰσιοδοξοῦμε.–

Γουμένισσα, Μάρτιος 2024

†Ὁ Γουμενίσσης, Ἀξιουπόλεως & Πολυκάστρου Δημήτριος

Εκκλησία Online
Γράψε το σχόλιό σου

Αφήστε μια απάντηση

Comment moderation is enabled. Your comment may take some time to appear.