ΓΕΡΩΝ ΜΑΞΙΜΟΣ ΙΒΗΡΙΤΗΣ – Εάν ανατρέξωμεν εις την ιστορίαν, θα ίδωμεν ότι η αρμονική σχέσις των δύο θεσμών Εκκλησίας και Πολιτείας ήτο εκείνη η οποία επέτρεψεν επί χίλια και πλέον έτη την άνθησιν της Βυζαντινής αυτοκρατορίας.

Πρόκειται διά μίαν σχέσιν αμοιβαίου σεβασμού, με βάσιν πάντοτε την υπεράσπισιν των θεσμών διά το κοινόν καλόν της Βυζαντινής Κοινωνίας.

Ακόμη και εν καιρώ ανταγωνισμών και επί μέρους συγκρούσεων, προς λύσιν των διαφορών μεταξύ ιστορικών προσώπων, οι ρόλοι εκάστου θεσμού ήσαν καθωρισμένοι και ενίοτε εγένοντο στενώτεροι διά την υπεράσπισιν της μεγάλλης Βυζαντινής αυτοκρατορίας, συμπεριλαμβανομένης και της αφομοιωθείσης Ρωμαικής τοιαύτης.

Αδιάψευστα παραδείγματα αποτελούν π.χ. ο Πατριάρχης ΚΠόλεως Μέγας Φώτιος, όστις εκτός της Πατριαρχικής του ιδιότητος υπήρξεν αυτοκρατορικός σύμβουλος και βασιλικός τοιούτος (= όπως εις την περίπτωσιν του Βασιλέως της Βουλγαρίας Μιχαήλ).

Το ίδιον συνέβη και με τον Τραπεζούντιον Όσιον Αθανάσιον τον Αθωνίτην, όστις πέραν της Μοναχικής του ιδιότητος υπήρξε Γέρων και σύμβουλος του ενδόξου αυτοκράτορος Νικηφόρου Φωκά.

Κατά τα επακολουθήσαντα προεπαναστατικά και μετεπαναστατικά έτη της ιδρύσεως του Νέου Ελληνικού Έθνους <Κράτους, η συμβολή του Ελληνικού Κλήρου ήτο καθοριστική τόσον εις τα πεδία των μαχών, όσον και εις την πνευματικήν συνεισφοράν. Και απ’ ο,τι παρατηρούμεν, ακόμη και εις τας Συνελεύσεις της Τροιζήνος και της Επιδαύρου ο αριθμός των Κληρικών και Μοναχών, οι οποίοι έλαβον μέρος εις αυτάς, δεν ήτο καθόλου ευκαταφρόνητος.

Τρανόν παράδειγμα αποτελεί ο Μινίστρος (= Υπουργός) της Θρησκείας του Έθνους <Κράτους Ανδρούσης Ιωσήφ.

Ως γνωστόν, δύο μήνας μετά την Επανάστασιν του 1821, ότε οι προκριτώτεροι της Πελοποννήσου συνήλθον εις την Ιεράν Μονήν των Καλτεζών (= σύνορα Αρκαδίας και Λακωνίας) προς σύσκεψιν, απεφάσισαν την σύστασιν Πελοποννησιακής Γερουσίας.

Η πρώτη πράξις (= 26 Μαίου 1821) αναφέρει, ότι εξελέγησαν «να συσκέπτωνται, προβλέπωσι και διοικώσι» τα της Πελοποννήσου, μετά του αρχιστρατήγου Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, οι εξής: Βρεσθένης Θεοδώρητος,
Σωτήριος Χαραλάμπης, Α. Κανακάρης, Α. Παπαγιαννόπουλος, Θ. Ρέντης και Ν. Πονηρόπουλος.

Την πρώτην αυτήν πράξιν της πρώτης Γερουσίας υπογράφουν ουχί μόνον λαικοί, αλλά και «ο Επίσκοπος Έλους Άνθιμος, και ο Πρωτοσύγκελλος Αμβρόσιος του αγίου Χριστιανουπόλεως». Καθώς παρατηρούμεν, οι Πρόκριτοι και οι Στρατιωτικοί του 1821 ζητούν και έχουν τον αντιπρόσωπον της Εκκλησίας ουχί μόνον ως
συμπαραστάτην εν ταίς μάχαις, αλλά και σύμβουλον εις τας Συνελεύσεις.

Οι ιστορικοί ευφήμως μνείαν ποιούν του Παλαιών Πατρών Γερμανού (= ως Πληρεξουσίου της εν Επιδαύρω Συνελεύσεως και Προέδρου της Επιτροπής της Συνελεύσεως), του Θεοκλήτου Φαρμακίδου (= ως Πληρεξουσίου εν τη Α ́ Εθνική Συνελεύσει και Μέλους του Αρείου Πάγου), και πολλών άλλων Κληρικών εκ των Πρεσβυτέρων της Ελλάδος κατά την Εθνικήν Αναγγέννησιν.

Οι ίδιοι εν ταίς ημέραις της Εθνικής Παλιγγενεσίας είχον ενεργόν δράσιν εις την Πολιτικήν και παρεκάθηντο μετά των Επισκόπων· ήσαν δε οι εξής: Γρηγόριος Δικαίος, Λεόντιος Καμπάνης, Γρηγόριος Μοίρας, Δημήτριος Κωστόπουλος, Θεόφιλος Καίρης, Άνθιμος Γαζής, Γρηγόριος Κωνσταντάς, και πολλοί άλλοι.

Το 1925 η τότε Διαρκής Ιερά Σύνοδος εζήτει εγγράφως από την Κυβέρνησιν, όπως επανέλθη ο θεσμός, ώστε να συμμετάσχουν εν τη Γερουσία και τρεις αντιπρόσωποι των Πρεσβυτέρων, γεγονός το οποίον εσχολιάσθη εις τον Τύπον (βλ. εφημ. «Νέα Ημέρα», αριθ. φυλ. 3468, 3 Ιανουαρίου 1926).

Η απόφασις της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου ήτο και είναι σύμφωνος προς την Ιστορίαν των σχέσεων της Εκκλησίας και της Πολιτείας. Οι Κληρικοί, όπως προελέχθη, και τούτο είναι γνωστόν τοις πάσιν εκ της Ελληνικής Ιστορίας, ου μόνον κατά τα έτη της δουλείας επρωτοστάτησαν εις την διοίκησιν του δουλεύοντος
Έθνους, αλλά και κατά τα πρώτα έτη της Ελευθερίας ελάμβανον ενεργόν μέρος εις τα της διοικήσεως της Χώρας.

Ου μόνον Βουλευταί εξελέγοντο οι Κληρικοί μας κατά τα πρώτα έτη της Ελευθερίας, αλλά και εν αυτή τη πρώτη ως εφάνη Γερουσία τους ανευρίσκομεν δρώντας ευδοκίμως. Δυστυχώς, κατά την εποχήν της Βαυαροκρατίας εν Ελλάδι τα πράγματα ήλαξαν εις την Χώραν μας, μέσω βιαίων επιτακτικών και καθοριστικών αλλαγών, αι οποίαι έθετον σταδιακώς την Εκκλησίαν εις το περιθώριον, εις σημείον ώστε σήμερον να θεωρήται ότι η Ελληνορθόδοξος Εκκλησία έχει μόνον λόγον διά τα του οίκου της. Το δε χειρότερον να έχη επικρατήση και εις τους κόλπους ακόμη της ιδίας Εκκλησίας, το αφήγημα, ότι: «η Εκκλησία ούτε πολιτεύεται, ούτε αντιπολιτεύεται».

Η ανωτέρω τοποθέτησις ακούεται κατά πρώτην εκτίμησιν ως ορθή χριστιανική, πλην όμως εάν μελετηθή εις βάθος κρύπτει μίαν επικινδυνότητα. Η μη ανάμειξις της Εκκλησίας εις τα Πολιτικά δρώμενα θα ήτο ορθή, μόνον όταν η Πολιτεία ήτο υπερασπιστής των αξιών του Έθνους (= Θρησκείας, Πατρίδος, Οικογενείας).

Εις αντίθετον όμως περίπτωσιν, θα έπρεπε και θα πρέπη να ισχύση το Απομνημονευματικόν λόγιον του Γραμματέως του Θεοδώρου Κολοκοτρώνη και Οπλαρχηγού του 1821 Φωτίου Φωτάκου· ο,τι δηλαδή συνέβη μετά την πτώσιν της Βυζαντινής αυτοκρατορίας: « Έθνους απροστατεύτου (γράφει), ανέλαβε την κηδεμονίαν η Εκκλησία».

Η Εκκλησία, λοιπόν, δικαιούται και της επιβάλλεται, να έχη λόγον και ρόλον και εις τα Πολιτικά δρώμενα, όταν την χρειάζεται η Πατρίς· πολλώ δε μάλλον την σήμερον ημέραν, κατά την οποίαν η ιδία η Πολιτεία φαίνεται να εξυπηρετή ξένα συμφέροντα και να θέτη εις κίνδυνον την ακεραιότητα της Χώρας μας (= περίπτωσις Σοπίων) ή να νομοθετή απανθρώπους και επικινδύνους ήθικώς και όχι μόνον νόμους, οίτινες αντιβαίνουν εις την φυσικήν ζωήν του ανθρώπου και προσβάλλουν εις υπερθετικόν βαθμόν το Ευαγγέλιον του Χριστού.

Και εάν τις αντείπει, ότι ο Κύριος δεν εζήτησεν από την Εκκλησίαν να αναλάβη ρόλον διαχειριστού εξουσίας, δίδεται όμως η απάντησις, ότι εζήτησεν όπως οι Πολιτικοί ηγέται του τόπου και οι πολίται τους οποίους κυβερνούν ζούν συμφώνως με τον Νόμον Του. Άλλως τε, «τέχνη το άρχει εστίν, ουκ αξίωμα μόνον· και τέχνη πασών ανωτέρα».

Η Εκκλησία εις τον Πνευματικόν, Εθνικόν και Κοινωνικόν αυτής αγώνα, δέον να μη συμμεταβάλληται ταίς καιναίς απάταις και κοσμικαίς ανάγκαις και συναλλαγαίς. Έχει την αξίαν να μένη ως θείος οργανισμός αρτιμελής και αμετάβλητος εις τας υπό του χρόνου και τας αντιξόους περιστάσεις επιφερομένας
βλάβας. Έχει όμως καθήκον ιερόν να συνεχίση να προστατεύη και το Έθνος, διότι έδωκε ποτάμια αίματος διά την απελευθέρωσιν αυτού εκ του πολυετούς Οθωμανικού ζυγού.

Πρώτος ο αοίδιμος Εθνοιερομάρτυς Πατριάρχης ΚΠόλεως Άγιος Γρηγόριος ο Ε ́ εταυτίσθη εν ώρα ανάγκης με το Έθνος, και εις την κατάλληλον στιγμήν προσέφερεν οικειοθελώς το ίδιον αυτού αίμα προς εκτίναξιν του Τουρκικού ζυγού.

Το ίδιον έπραξε και ο πολύαθλος Εθνοιερομάρτυς Δράμας-Σμύρνης Χρυσόστομος διά την διάσωσιν του Μικρασιατικού Ελληνισμού. Αμφότεροι εταυτίσθησαν με την Εκκλησίαν και το Έθνος, διά τούτο και εύρον Μαρτυρικόν θάνατον.

Βεβαίως, σήμερον ουδεμία απαίτησις υπάρχει ίνα αναλάβη και πάλιν η Μεγαλή του Χριστού Εκκλησία Εθναρχικόν ρόλον, καθότι πέραν του υφισταμένου κανόνος διά την μη φυλετικήν διάκρισιν, η ιδία ευρίσκεται μεταξύ των Συμπληγάδων λίθων Ανατολής και Δύσεως, και συνεχίζει βεβαίως να διατελή υπό Οθωμανικήν
αιχμαλωσίαν, όπως η Βασιλεύουσα Πόλις και αι λοιπαί αλύτρωτοι Πατρίδες (= Πόντου, Ανατολικής Θράκης και Μικρασίας).

Το νέον όμως Ελληνικόν Έθνος, διάδοχον βλάστημα του Βυζαντίου και του Ελληνορθοδόξου Βυζαντινού Πολιτισμού, έχει Αυτοκέφαλον και Ελευθέραν Εκκλησίαν, πλαισιουμένην με πολλούς αξίους Ιεράρχας, οι οποίοι ήδη θα πρέπη να αρχίσουν να μελετούν το τι θα πρέπη να πράξουν διά την διάσωσιν των όσων μας απέμειναν εις την Ελλάδα.

Δεν πρέπει δε να μας διαφεύγη, ότι κατά την επικράτησιν του αθέου Κομμουνισμού εις την Ρωσίαν, μετά την Μολσεβικικήν Επανάστασιν του 1917, ενώ μεγάλη μερίς Ιεραρχών της Ρωσικής Εκκλησίας εξεπατρίσθη και εδημιούργησε την Εκκλησίαν της Διασποράς, παρέμειναν όμως και Ιεράρχαι εν μέσω λύκων διά να στηρίξουν το δοκιμαζόμενον χριστιανικόν ποίμνιον.

Ωρισμένοι τούτων διετέλεσαν και Μέλη του Ρωσικού Κοινοβουλίου, με ο,τι συνεπάγεται, διά να περισώσουν το κατά δύναμιν εκ της επικρατούσης υλιστικής λαίλαπος. Τρεις μάλιστα Μητροπολίτας εξ αυτών εγνωρίσαμεν και ημείς το 1986 κατά την επίσκεψίν μας εις την Κομμουνιστικήν Ρωσίαν: πρόκειται διά τους
Μητροπολίτας Κιέβου, Μίνσκ και Βολοκολάμσκ.

Η καθ’ ημάς Πολιτεία των νεωτέρων χρόνων, συνεχίζουσα δυστυχώς την ιδίαν σχεδόν Βαυαρικήν γραμμήν ή και την παράλληλον Αγγλοσαξωνικήν τοιαύτην, και εφαρμόζουσα την μέθοδον του τεμαχισμού του σαλαμίου, σκοπόν έχει την εν τέλει καθαίρεσιν των πάντων· ήδη τούτο δηλούται υπό πλείστων Πολιτικών ταγών, λεγόντων: «αλλαγή εις όλα», και «χωρισμός Εκκλησίας<Κράτους· η δε λέξις Έθνος, σπανίως ακούεται παρ’ αυτών, διότι υπάρχει γραμμή της Νέας Τάξεως πραγμάτων διά την διάλυσιν των Εθνών, εις τα οποία ο ίδιος ο Θεός ώρισεν αρχηγούς Αγγέλων προς διαφύλαξιν αυτών, συμφώνως με την Γραφήν.

Όθεν, η Ορθόδοξος Ελλαδική Εκκλησία, εις την οποίαν αποβλέπει σήμερον η δύστυχος Ελλάς, οφείλει να ανασκουμπωθή και να αναλάβη ευθύνας. Να μελετήση πλέον με ποίον τρόπον θα αναλάβη αναγκαίαν μελλοντικήν Πολιτικήν δράσιν, και να παύση να είναι ουραγός των εκάστοτε «μπαρμπέρηδων», οι οποίοι στόχον έχουν την απαξίωσιν των θεσμών και την επιβολήν αντεθνικών, αντιχριστιανικών και ανηθίκων νόμων εις την Πατρίδα μας.

Βεβαίως και εις τούτο εκκρεμεί κίνδυνος, εάν η Εκκλησιαστική εκπροσώπησις εις την Πολιτικήν σκηνήν δεν θα έχη ορθήν γραμμήν ή πεπλανημένην τύπου Θεοκλήτου Φαρμακίδου. Ο Πιττακός ο Μιτυληναίος, εις των επτά σοφών της Ελλάδος, έλεγε πέντε περίπου εκατονταετηρίδας προ Χριστού: «Αρχή άνδρα δείκνυσι» [= το δημόσιον αξίωμα φανεροί τον χαρακτήρα του ανθρώπου < η εξουσία αποκαλύπτει το ποιόν του ανθρώπου], οπότε δίδεται η ευκαιρία εις τους πολίτας να επιλέγουν τους εκάστοτε κυβερνώντας.

Ωρισμένοι προφασίζονται λέγοντες, ότι εις την Ευρώπην απέτυχον παταγωδώς τα ιδρυθέντα Χριστιανικά Κόμματα. Αλλά διατί συνέβη τούτο; Συνέβη διότι δεν επάτουν επί στερεού εδάφους και δεν είχον την δέουσαν εκπροσώπησιν· αλλά που να την εύρουν, αφού η Ευρώπη έχει αποστή πνευματικώς εκ της Ορθοδοξίας και οι
πολίται αυτής κατά μέγα μέρος είναι Ετερόδοξοι.

Το Άγιον Όρος, το Περιβόλιον της Παναγίας, η Ακρόπολις της Ορθοδοξίας, το οποίον επί Τουρκοκρατίας έσωσε τον Εθνισμόν, τα Ελληνικά γράμματα και την Ορθοδοξίαν, οφείλει και τούτο να μη συμμεταβάλληται ταίς καιναίς απάταις και κοσμικαίς ανάγκαις και συναλλαγαίς, αλλά να διατηρήση απαραβίαστον το διέπον νομικόν και πνευματικόν αυτού Καθεστώς.

Συμφώνως με τον Βυζαντινόν αυτοκράτωρα Ιωάννην Καντακουζηνόν: « Ο Άθως κατέστη σοφών ενδιαίτημα, και το κέντρον των Αγίων, πόλις αληθώς ουρανία», (βλ. Ιστορ. Καντακουζηνού, τομ. Α ́, σ. 330, εκδ. Παρισίων). Όθεν, ο Άθως< το Άγιον Όρος πρέπει να παραμείνη και τούτο σταθερόν και αμετάβλητον, διά να έχη ζωήν και να αποτελή εγγύησιν διά την επανασύστασιν του Βυζαντίου, πράγμα το οποίον πιστεύομεν ότι θα γίνη εν καιρώ, συμφώνως με τας παραδοθείσας εις ημάς ιστορικάς Προφητείας.

Το Καθεστώς του Αγίου Όρους και ο τρόπος της εξασκήσεως της διοικήσεως αυτού, έπρεπε ήδη να είχεν αποτελέση πρότυπον και δι’ άλλους. Ως γνωστόν, ο Άθως διοικείται υπό Μοναχών, εκπροσωπουμένων υπό Μοναστηριακών Αντιπροσώπων εις το Κοινοβούλιον της Ιεράς Κοινότητος. Η δε Ιερά Κοινότης είναι «το ιεραρχικώς προιστάμενον διοικητικόν όργανον των κυριάρχων Ιερών Μονών», όπως ορίζεται.

Η Ιερά Κοινότης αποτελεί διαρκές Βουλευτικόν Σώμα ανωτάτης αρχής με εξουσίαν νομοθετικήν, εκτελεστικήν και δικαστικήν. Απαρτίζεται εξ είκοσιν (20) Αντιπροσώπων των ισαρίθμων Ιερών Μονών του Αγίου Όρους και προεδρεύεται υπό του Πρωτεπιστάτου, όστις εισηγείται τα προς συζήτησιν θέματα, δίχως νά ψηφίζη ο ίδιος. Το Ιερόν Σώμα συνεδριάζει Τακτικώς (= δις της Εβδομάδος) και εκτάκτως (= όταν παρουσιάζονται σοβαρά ζητήματα).

Αι Έκτακτοι Συνάξεις: η Διπλή Ιερά Σύναξις (= Δ.Ι.Σ. ή απλώς Διπλή), και η Έκτακτος Διπλή Ιερά Σύναξις (= Ε.Δ.Ι.Σ. ή απλώς Δισενιαύσιος), είναι δύο νομοθετικά κείμενα (= ο Κ.Χ. και το Ν.Δ. του 1926) και εννοούν δύο τύπους Συνάξεων.

Εις την πρώτην περίπτωσιν (= την Ε.Δ.Ι.Σ.) η Σύναξις είναι εικοσαμελής, και εις την δευτέραν (= την Διπλήν Δισενιαύσιον Σύναξιν, Ν.Δ., αρθρ. 6) το Ιερόν Σώμα συγκροτείται υπό των Καθηγουμένων των Μοναστηρίων και συνέρχεται «αυτοδικαίως» δις του έτους: Την Κυριακήν των Μυροφόρων και την 20 Αυγούστου, κατόπιν τυπικής προσκλήσεως της Ιεράς Κοινότητος.

Η «έκτακτος εικοσαμελής σύναξις» θεωρείται από τον Κ.Χ. ( =Καταστατικόν Χάρτην) το «Ανώτατον Νομοθετικόν και δικαστικόν σώμα» (αρθ. 36 και 43), διά τούτο και η συνήθης έκφρασις της Ιεράς Κοινότητος: «παρεπέμφθη (το ζήτημα) εις την αρμοδίαν Ε.Δ.Ι.Σ.». Αύτη ψηφίζει κανονιστικάς διατάξεις, «μη αντικειμένας
προς τον Κ.Χ.».

Όταν αι διατάξεις είναι πνευματικής φύσεως, κοινοποιούνται εις την Μητέρα Εκκλησίαν, το Οικουμενικόν Πατριαρχείον όπου υπάγεται πνευματικώς ο Άθως· και όταν είναι διοικητικής φύσεως κοινοποιούνται εις τον
εκπρόσωπον της Πολιτείας (= Πολιτικήν Διοικητήν), όστις και τας μεταβιβάζει εις το Υπουργείον των Εξωτερικών προς επικύρωσιν.

Αι αποφάσεις της Ιεράς Κοινότητος λαμβάνονται κατά πλειοψηφίαν, και ταεξερχόμενα έγγραφα σφραγίζονται με την μεγάλην τετραμερή Ιεροκοινοτικήν σφραγίδα, υπογραφόμενα με τον επιστολικόν τύπον: «Άπαντες οι εν τη Κοινή συνάξει Αντιπρόσωποι και Προιστάμενοι των είκοσιν Ιερών Μονών του Άθω».

Εις την Ιεράν Κοινότητα τηρούνται από του 1879 Κώδικες Πρακτικών, ενώ ενωρίτερον αύτη εξέδιδε Πράξεις. Εις τον Κώδικα Πρακτικών καταχωρίζονται τα Πρακτικά των Συνεδριών, υπογραφόμενα υπό των Αντιπροσώπων. Εκάστη δε Σύναξις, διά να θεωρηθή εν απαρτία, πρέπει να παρίστανται εις αυτήν δεκατέσσαρες (14) τουλάχιστον Αντιπρόσωποι.

Ιδού, λοιπόν, και εις την Αγιορειτικήν Πολιτείαν, ως συνισταμένην εξ ανθρώπων απομεμακρυσμένων εκ του κόσμου, οίτινες έθεσαν ως όρον του βίου αυτών την υπακοήν, ασκείται επί εκατονταερίδας εύνομος Πολιτική εξουσία υπό των εκάστοτε ιθυνόντων, και μάλιστα λίαν επιτυχής. Κατά ταύτα, πάσα η του Αγίου Όρους νομοθεσία, είναι προιόν του Αγιορειτικού πνεύματος και απαύγασμα της Αγιορειτικής θελήσεως· με μόνην την διαφοράν, ότι αύτη ελάμβανε το χρίσμα και το κύρος της Πολιτείας και της Εκκλησίας (πρβλ. Ιωακείμ Ιβηρίτου, Αγιορειτική Πολιτεία, Θεσσαλονίκη 1921, σελ.7).

Διατί όχι και η Ελλαδική Εκκλησία να μη έχη σχετικόν ρόλον εις τα της Πολιτικής Διοικήσεως εν Ελλάδι, και μάλιστα εις κρισίμους καιρούς; Αλλά διά να επιτευχθή ο σκοπός, χρειάζονται καθαροί νόες ώστε να αποφασίσουν τίνι τρόπω γενέσθαι τούτο.

Ίσως τα γεγονότα προτρέξουν και κοπή μόνος ο ήδη εφθαρμένος εμφάλιος λώρος, μεταξύ Εκκλησίας και Πολιτείας, όπως εγένετο και με την αποτίναξιν του Οθωμανικού ζυγού. Προέτρεξαν τα γεγονότα, και όλοι άκοντες< έκοντες εισήλθον εις τον Αγώνα και ηλευθέρωσαν την Πατρίδα και το δούλον Γένος.

[Άγιον Όρος, Κυριακή του Θωμά 2024]
Εκκλησία Online
Γράψε το σχόλιό σου

Αφήστε μια απάντηση

Comment moderation is enabled. Your comment may take some time to appear.