Ἕνας γενικὸς ὅρος τῆς πίστεως ἐκφράζεται, ἀπὸ τὸν Ἀπόστολο Παῦλο ὅταν μᾶς λέγει «ἔστι δε Πίστις ἐλπιζομένων ὑπόστασις, ἔλεγχος πραγμάτων οὑ βλεπομένων». Ἐρμηνεύοντας αὐτὸ τὸ ἐδάφιο, ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος γράφει περίπου τὰ παρακάτω: «τὸ ἀληθινὸ γνώρισμα τῆς εὐσεβοῦς πίστεως βρίσκεται στὴν ὑπόσχεση τοῦ Θεοῦ ἤ στὴν ἀποκάλυψή Του, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ποτὲ σύμφωνη μὲ τὴν ἀνθρώπινη λογική, εἶναι κάτι τὸ ὁποῖο ἀδυνατεῖ νὰ τὸ συλλάβει τὸ μυαλό μας.

Ἔτσι, ἀφενὸς μὲν ἡ πίστη μᾶς ὡθεῖ στὸ νὰ ἐλπίζουμε σὲ πράγματα πού θεωροῦνται ἀνυπόστατα ἤ ἀπρόσιτα, ἀφετέρου δὲ μᾶς σπρώχνει πρὸς τὴν παντοδυναμία καὶ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ δίνοντας σ’ αὐτὰ ὕπαρξη, ὀντότητα, ζωή, οὐσία».

Ἐπίσης ὁ Μέγας Βασίλειος στὸν «Περί Πίστεως» λόγο του μᾶς λέγει ὅτι «Πίστη εἶναι ἡ χωρὶς ἀμφιβολία ἀποδοχὴ τῶν ὅσων ἀκούσαμε νὰ κηρύττονται μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, καθὼς καὶ ἡ τέλεια βεβαιότης ὅτι αὐτὰ εἶναι ἀληθινά». Αὐτὴ τὴν πίστη ἔδειξε ὁ Ἀβραάμ, περὶ τοῦ ὁποίου μαρτυρεῖ ἡ Ἁγία Γραφὴ στὴν πρὸς Ρωμαίους ἐπιστολὴ τοῦ Ἀποστόλου Παύλου ὅτι, δηλαδὴ δὲν ἀμφιταλαντεύθηκε γιὰ τὴν ἐκπλήρωση τῆς ἐπαγγελίας τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ ἀντίθετα ἡ πίστη του δυνάμωσε καὶ δόξασε τὸν Θεό. Ἦταν τελείως βέβαιος πὼς ὁ Θεὸς ποὺ τοῦ ἔδωσε τὴν ἐπαγγελία ἔχει καὶ τὴ δύναμη νὰ τὴν ἐκπληρώσει.

Τὸ πλέον ἀσάλευτο στήριγμα τῆς ἀληθινῆς χριστιανικῆς πίστεως εἶναι ἡ Παναγία μας, διότι ἐγέννησε τὸν Κύριο ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστό, τὸν θεμελιωτή αὐτῆς τῆς πίστεως. Ἡ ἀταλάντευτη πίστη της πρὸς τὸν Τριαδικὸ Θεὸ ὑπῆρξε τὸ θεμέλιο, ἐπὶ τοῦ ὁποίου στηρίχθηκε ὅλη ἡ ἐν Χριστῶ ζωή της καὶ ὅλες οἱ ἀρετές, ποὺ κοσμοῦν τὴν προσωπικότητά της. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸν ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς ἐπεξηγεῖ ὅτι, «ὁ γάρ θεμέλιος ἡ πίστις ἐστίν, ἥς ἄνευ οὐ δυνατὸν οἰκοδομηθῆναι τι» (PG 95, 880).

Μὲ τὴν ἐνεργοποίηση τῆς ἀπύθμενης καὶ ὁλόθερμης πίστεώς της πρὸς τὸν Θεὸν κατόρθωσε ἡ ταπεινὴ Κόρη τῆς Ναζαρὲτ ἀπὸ τὴν εἴσοδό της στὸ Ναὸ νὰ ἀξιοποιήσει σὲ μέγιστο βαθμὸ τὴν ἔφεση πρὸς τὸ ἀγαθὸ καὶ τὴ δύναμη ποὺ ἔθεσε ὁ Θεὸς στὸν ἄνθρωπο κατὰ τὴ δημιουργία. Μὲ ὄπλα τὴν ἀπόλυτη ἀγάπη πρὸς τὸν Δημιουργό Της, τὴ ταπείνωση, τὴν ὑπακοὴ καὶ τὴ σωφροσύνη ἀγωνίσθηκε ἐνάντια σὲ κάθε κακὸ ἀποκαλύπτοντας τὸν ἀληθινὸ ἄνθρωπο, ὅπως τὸν δημιούργησε ὁ Θεός. Ἡ εἴσοδός της στὸ Ναὸ ἐπηρέασε τὴ ζωὴ καὶ τὸν τρόπο σκέψεως, μὲ τὸν διαρκῆ προσανατολισμὸ τοῦ νοῦ της στὸν Θεό. «Στὸ Ναὸ καὶ στὰ ἅγια τῶν ἁγίων ποὺ κατοικοῦσε», γράφει ὁ Ἰσίδωρος Θεσσαλονίκης στὸ Δεύτερο Λόγο του, «τίποτε τὸ ἀνθρώπινο δὲν ἀποσποῦσε τὴν προσοχή της, ἀλλὰ μόνο τὸν Θεὸ φανταζόταν, μὲ τὸν Θεὸ μιλοῦσε καὶ ἡ καρδιά της ἦταν στραμμένη ἐνώπιον Θεοῦ διὰ παντός».

Διαβάστε τη συνέχεια στο άρθρο: Γ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ: Η προβολὴ της πίστεως στὴ μορφή της Παναγίας Μητέρας μας

Εκκλησία Online
Αποστολή
Αξιολόγηση επισκεπτών 0 (0 ψήφοι)

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.