Περιστατικά από την ταπεινή ζωή του παπα Νικόλα Πλανά. Του π. Ηλία Μάκου. Ο Άγιος Νικόλαος Πλανάς, τον οποίο τιμά η Εκκλησία στις 2 Μαρτίου, ήταν ένας σεμνός παππούλης, περιφρονημένος στην εποχή του, ο οποίος αξιώθηκε, γι' αυτά, που οι σύγχρονοί του θεωρούσαν μειονεκτήματα, να γίνει άγιος, γιατί ο Θεός τα έκρινε ως μεγάλα πλεονεκτήματα.

Είχε ξεριζώσει συστηματικά και επίμονα από μέσα του κάθε ρίζα κακίας και τους συγχωρούσε όλους. Όσο τα πάθη της ψυχής του ελαττώνονταν, τόσο αδυνάτιζαν απέναντί του οι δαίμονες.

Αν και χήρεψε πολύ νωρίς και μεγάλωσε μόνος του το παιδί του, το Γιάννη, πορεύτηκε με πολύ μεγάλη ταπείνωση μέσα στην Εκκλησία. Ένιωθε στην καρδιά του την ουράνια γεύση. Και αυτή την ουράνια γεύση του τη μετέδιδε στους άλλους με την ταπεινότητά του…

Τον πρόσβαλλαν και δεν αντιδρούσε. Κάποιοι μεγαλόσχημοι κληρικοί σε μια αγρυπνία τον περιφρόνησαν και δεν του έδωσαν σημασία. Αυτός όχι μόνο δεν παραπονέθηκε, αλλά και υπομονετικά κάθισε σε μια άκρη.

Δεν ελάμβανε χρήματα από τους πιστούς, παρότι τα είχε μεγάλη ανάγκη. Και όταν πλούσιες κυρίες, όπως οι αείμνηστες Σοφία Τρικούπη και Ζλατάνου, που τον καλούσαν συχνά για αγιασμό του έδιναν, αμέσως τα μοίραζε σε αυτούς, που είχαν ανάγκη. Και κυρίως φρόντιζε για τα ορφανά παιδιά.

Έτρωγε συνήθως χόρτα και ψωμί και που και που έπινε και λίγο γάλα, που του προσέφεραν οι κτηνοτρόφοι της περιοχής. Είχε περιορίσει στο ελάχιστο τις βιοτικές του μέριμνες.

Καθημερινά τελούσε ακολουθίες, επί πενήντα περίπου χρόνια, από το 1884 έως το 1932, που κοιμήθηκε, στους ναούς και του Αγίου Παντελεήμονα, κοντά στον Ιλισό ποταμό και της ακόμη απόμερης τότε εκκλησίας του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου του λεγομένου «Κυνηγού», στη σημερινή οδό Βουλιαγμένης.

Έκανε πολλές αγρυπνίες ή με τις ώρες παράτεινε τις ακολουθίες από το θείο ζήλο του. Αμέτρητα τα ονόματα ζώντων και κεκοιμημένων, που μνημόνευε. Αφηνόταν στη μνημόνευση και ο χρόνος κυλούσε, ώστε μερικές φορές να τελειώνει και στις τρεις το μεσημέρι.

Τις αλησμόνητες στιγμές, που έζησαν μαζί του περιγράφουν οι δύο μεγάλοι λογοτέχνες, αλλά και ιεροψάλτες του, Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης και Αλέξανδρος Μωραϊτίδης. Δεν λείπουν οι μαρτυρίες ότι κατά τη θεία λειτουργία, πολλές φορές αιωρούνταν, δηλαδή ήταν ανυψωμένος από το έδαφος.

Δεν ήταν των λόγων, αλλά μετουσίωνε τις αγαθές σκέψεις του σε πράξεις, σε ζωή ενωμένη με την πηγή της ζωής τον Χριστό. Και ακολουθούσε πάντοτε την σοφή συμβουλή του αγίου Συμεών:

«Τρία πράγματα πρέπει πάντα να ξέρουμε καλά. Τον Θεό, πως είναι ο μόνος Σωτήρας, τον εαυτό μας, πως είναι πολύ ασθενής, και τον διάβολο, πως είναι κρυφός εχθρός μας».

Αλλά και ο ίδιος έλεγε και ξανάλεγε πως πρώτα απ’ όλα έχουμε ανάγκη από μετάνοια, αν θέλουμε να δούμε ημέρες καλύτερες. Μαζί με την μετάνοια έρχεται και η πνευματική ελευθερία του ανθρώπου. Και ο παπα-Νικόλας Πλανάς ήταν πνευματικά ελεύθερος, γιατί η μετάνοιά του ήταν αληθινή.

π Ηλίας Μάκος

Εκκλησία Online
Γράψε το σχόλιό σου

Αφήστε μια απάντηση

Comment moderation is enabled. Your comment may take some time to appear.