Τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Μάνης κ. Χρυσοστόμου Γ'.

Αὐτός ὁ ὑπότιτλος μπορεῖ κάλλιστα νά γραφεῖ κάτω ἀπό τό ὀνοματεπώνυμο τοῦ ἀειμνήστου καθηγητοῦ.

Μέ καταγωγή ἀπό τήν νῆσο Σαντορίνη γεννήθηκε στόν Πειραιᾶ τό 1928 καί ἤδη συνεπληρώθησαν 26 χρόνια ἀπό τήν κοίμησή του στό Πολύδροσο τοῦ Χαλανδρίου τό 1996 (29-11-1996).

Ὁ Μάϊνας δέν ἦταν ἕνας συνήθης τύπος ἀνθρώπου. Ἦταν μία ὡραία ψυχή.

Ἦταν ἕνας ἀπό τούς σπάνιους ἀνθρώπους, πιστός χριστιανός, χαριτωμένη φυσιογνωμία, ἄνθρωπος τοῦ Χριστοῦ καί τῆς Παναγίας, φίλος τῶν ἁγίων.

Ταπεινός, ἁπλός, φιλακόλουθος, ζωγράφος τῆς ποιητικῆς τέχνης. Μέ ἀπαράμιλλη λεπτότητα ψάλλει καί ὑμνεῖ τό Θεό, λατρεύει τόν Χριστό καί τιμᾶ τήν Παναγία.

Τό μυστικό του ἦταν ὅτι ὁ Ἐλ. Μάϊνας πραγματικά ζοῦσε ἐν Χριστῷ καί ἔνοιωθε βαθειά μέσα του ὅ,τι δίδασκε στούς μαθητές του καί ὅ,τι ἔγραφε. Ὅταν εἰσερχόταν στήν τάξη ὑπῆρξε σιγή καί ἀπόλυτος σεβασμός.

Ἐπικρατοῦσε δέ σ’ ὅλους τούς μαθητές ἕνα δέος, γιατί ἤξεραν ὅτι ἔχουν μπροστά τους ἕνα σοβαρό καθηγητή, ἕνα διανοητή, ἕναν ἄνθρωπο πλατειᾶς ἀγάπης, ἕνα ἄριστο παιδαγωγό.

Ὁ γράφων, ὡς μαθητής του, ἔχει ἐμπειρία τῆς στάσεώς του αὐτῆς. Εἶναι ἀκόμη πολύ διδακτικό τό γεγονός τῆς ἀντιμετωπίσεως ἐπί σειράν ἐτῶν τῆς ἀσθενείας του.

Καθ’ ὅλον τό χρονικό διάστημα τῆς δοκιμασίας του, ἐκεῖνος παρέμεινε ἤρεμος, γαλήνιος, μέ ἔντονη αἴσθηση τῆς ἐπισκέψεως τοῦ Θεοῦ μέ τήν ἀσθένειά του.

Κατ’ ἐξοχήν ἄνθρωπος προσευχῆς βυθιζόταν στήν προσευχή, στήν ἱερή ἀδολεσχία, στήν ἐνατένιση τοῦ Ἐσταυρωμένου.

Ἀλλά καί ὡς Κατηχητής διακρινόταν γιά τό θεολογικό του βάθος, τήν διδακτική του ἱκανότητα καί τήν ἀγάπη του, τήν ὄντως οὐσιαστική. Καί πάλιν ὁ γράφων τό λέγει τοῦτο μετά πλήρους γνώσεως ὡς μαθητής του στό Ἀνώτερο Κατηχητικό Σχολεῖο ὅπου εἶχα τήν εὐλογία νά τόν ἔχω Κατηχητή, πνευματικό δάσκαλο.

*

Μά πολύ περισσότερο ἐκεῖνο πού συγκλόνιζε τίς ψυχές καί ἐξακολουθεῖ καί σήμερα νά τέρπει πνευματικά εἶναι ἡ στιχουργία του. Ἄλλοτε δύο γραμμές, ἄλλοτε δέκα καί δεκαπέντε καί ἄλλοτε περισσότερες. Στίχοι βαθειᾶς ἐσωτερικῆς καλλιέργειας, θεολογικοῦ κάλλους, ὑψηλῶν νοημάτων, στίχοι συγκινητικοί, γλαφυροί, μεστοί ὀρθοδόξου πνευματικότητας. Ἰδιαιτέρως τά ποιήματά του πού ἀναφέρονται στό Χριστό ἀποπνέουν ἄρωμα οὐράνιο, εἶναι ὄντως «εὐωδία Χριστοῦ».

Δέν μπορεῖς εὔκολα νά τά κατατάξεις σέ κάποια γνωστή λογοτεχνική «σχολή». Ἔχουν τό δικό τους χρῶμα. Εἶναι ἄλλης ποιότητος στίχοι. Τό ἴδιο καί τό πλούσιο μεταφραστικό του ἔργο ἀπό τήν γαλλική γλῶσσα, ἔχει δώσει κείμενα δυσεύρετα γιά τό ἑλληνικό λόγιο κοινό, τά ὁποῖα τυγχάνουν ἐξαιρετικῶς φιλοσοφικά καί πνευματικά.

Ἀναφέρουμε μερικούς συγγραφεῖς, ἔργα τῶν ὁποίων μετέφρασε στήν ἑλληνική γλῶσσα, ὅπως J. Guitton, G. Bernanos, J. Mejendorff, Ol. Clémment, D. Staniloàé κ.ἄ. Ἀκόμη καί ἡ ἀπόδοση στή νεοελληνική ἀρχαίων κειμένων εἶναι μία προσφορά ἰδιαιτέρας ἀξίας. Μνημονεύουμε, ἐνδεικτικῶς, τήν Θεομητορική ὁμιλία τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ στή σειρά «Ἐπί τάς πηγάς» (1970) καί τόν βίο τῆς Ὁσίας Μελάνης στή σειρά «Ἄνθη τῆς ἐρήμου» (1975).

*

Ἀπό τήν ποιητική καρποφορία του, κατ’ ἀρχήν, ἡ μόνη ἐν ζωῇ τοῦ Ἐλ. Μάϊνα συλλογή εἶναι «Ὁ Ἐρημίτης» ἔκδ. Δόμος 1987.

Ἔπειτα ἔχουμε τό 1999 πάλι ἀπό τίς ἐκδόσεις «Δόμος», τίς συλλογές μέ τούς τίτλους «Τό γένος τῶν μελισσῶν» καί «Τά τραγούδια τοῦ Δασκάλου». Ἐπίσης ἀπό τίς ἐκδόσεις «Ἀκρίτας» ἔχουμε τό βιβλίο «Τά ποιήματα», ὅπου δημοσιεύονται κατ’ ἐπιλογήν καί ἐπιμέλεια τῆς Καίτης Χιωτέλλη πολλά ποιήματά του.

*

Παρακάτω παραθέτουμε δύο μικρές ἑνότητες ποιημάτων του κατά ἰδική μας ἐπιλογή. Τήν πρώτη τήν ὀνομάζουμε, «Λειτουργικά». Καί ἰδού:

Πῦρ καταναλίσκον

Ἔπεσε ὁ ἥλιος μέσα στό ποτήρι

κι ὁ ἱερέας ἔκθαμβος ψελλίζει,

-Ἱλάσθητί μοι!, ὅπως τό ἀγγίζει

στό στόμα νά τό φέρη, νά τό γείρη,

καί νά δεχθῆ ὠκεανό φωτιᾶς.

Ὀπτασία

-Ἅγιος ὁ Θεός, ὁ Παντοκράτωρ! – Ὡσανά!,

τά χερουβείμ στό μπύρινο ἅρμα κράζουν, πού περνᾶ.

Στόν οὐρανό τά μάτια στρέφουν, μά διστάζουν.

Τροχοί, φτερά, βουή, φωτιά μέ μιᾶς μεριάζουν,

καί πρίν νά ἰδοῦν τά μάτια, ἦσαν ὅλα πιά σβυστά!

Ὁμολογία

Τό ψάρι ξέρει πότε πρέπει νά μιλήσει.

Τήν ὥρα ὅμως πού ὁμολογεῖ, σπαράζει

κι’ ἄφωνος μελίζεται τό σῶμα Του: Ι.Χ.Θ.Υ.Σ.

Νοερά προσευχή

Μέλισσα γαντζώθηκε στήν πτυχή τοῦ βράχου,

μέ καρδιᾶς κτυπήματα τόν σφυροκοπᾶ.

Κλαίει, λέει ἐλέησον, ἄνοιξε νά μπῶ…

Τό χέρι Σου στό χέρι μου

Τό χέρι Σου στό χέρι μου κρατῶ καί προχωρῶ

στούς δρόμους τῆς ζωῆς τά μάτια μου κλειστά.

Μά φράχτης ξύλινος μοῦ βρέθηκε μπροστά.

Τά χέρια μου ἁπλώνω κάποιο πέρασμα νά βρῶ

καί ψηλαφῶ γνωστό στό ξύλο σχῆμα: τόν Σταυρό!

Ἐλέησόν με.

Ἐλέησόν με ὁ Θεός, ψελλίζω

ἀπό συνήθεια λόγια πού δέν νοιώθω.

Μά νά ριγήσω προσπαθῶ στόν πόθο

κι’ ὁ ὑποκριτής τήν ὥρα πού Σ’ ἀγγίζω,

Χωρίς κατάνυξι καμμιά, δακρύζω.

Ψυχή Κιθαρωδός

Ψαλτήρι θεουργό τό σῶμα προσεγγίζει

στήν ἁγία Τράπεζα˙ μέ δέος γονατίζει

κι’ ἐναρμονίζει τίς ἑφτάδιπλες χορδές.

Εἶν’ ἡ ψυχή μικρός Δαβίδ, πού κιθαρίζει,

κι’ εἶναι τό Πνεῦμα πού συνθέτει τίς ὠδές.

*

Ἡ δεύτερη ἑνότητα ἀναφέρεται σέ ἀειμνήστους ἱερεῖς, οἱ ὁποῖοι ἦσαν γνωστοί καί φίλοι τοῦ ποιητοῦ. Τήν ἑνότητα αὐτή ἀποκαλοῦμε «Ἱερατικά». Ἰδού τά ποιήματα:

Ἀποδημία

(Γιά τόν π. Πολύκαρπο Ἀνδρώνη, Ἱεροκήρυκα (†1981)

Γέροντα σ’ ἀπέκλεισε ἀπ’ τή ζωή ὁ πόνος

κι ὁ χρόνος ὅλο στένευε σέ κύκλους τή σιωπή.

Τά πάθη πού σοῦ ξομολογηθήκαμε θηρία

εἰσῆλθαν στή ψυχή σου κατατρύχοντα τό νοῦ.

Ἡ ἁμαρτία μας στό σκήνωμά σου ἐξανθίζει

ποικίλματα πού ἥλων ἀσπαζόμαστε πληγές.

Θανάτου νέκρωση γιορτάζουμε μέ τή θανή σου

τό μόνο δάκρυ ἀφήνει ὁ πεῦκος κόμπο ρετσινιοῦ.

Ἐμεῖς τόν οὐρανό κοιτᾶμε καί δυό περιστέρια:

Ἐσένα καί τόν ἄγγελο ψηλά πού σ’ ὁδηγεῖ.

Οἱ ἀναστημένοι

(Γιά τόν π. Χρήστο Ἀηδονίδη (†1989), Ἐφημέριο Ἱ. Ναοῦ Ἁγ. Ἀθανασίου Πολυδρόσου καί Σισμανόγλειου Νοσοκομείου)

Εἶδα κι ἐγώ τόν Ἀναστημένο

στό πρόσωπο ἐκείνων πού Τόν εἶδαν.

Οἱ φλόγες τῶν λαμπάδων χαϊδεύουν

τά γένεια, τά μαλλιά τους δέν τά καίγουν.

Κάτι σάν κρύσταλλο ἀπό αἰθέρα

τούς κύκλωσε ἡ θεία Παρουσία

μή πονηρόν τι αὐτούς βλάψει

πού περπατοῦσαν πάνω στούς σκορπιούς.

Μᾶς γνώριζαν πρίν μᾶς ἰδοῦν

μᾶς ἀγαποῦσαν πρίν νά μᾶς γνωρίσουν

οἱ Χριστοφόροι μᾶς διαπερνοῦσαν

σ’ ἀκρογιαλιές χαρᾶς τῆς ἄλλης ὄχθης.

Ἐκεῖ, στή Βασιλεία τοῦ Πατρός

καί τοῦ Υἱοῦ καί Πνεύματος Ἁγίου

πού ζοῦσαν συμπολῖτες τῶν Ἁγίων

μέ μάτια πού ἀναβλύζανε τό φῶς.

Καρδιά βωμός

(Γιά τόν π. Νικόδημο Μπανταλούκα (†1997) (Ἡγούμενος Ἱ. Μονῆς Σαγματᾶ)

Ἄξιος ὅποιου ἡ καρδιά

προσφέρεται βωμός

ὅταν κατέρχεται σάν ἥλιος

τ’ Ἅγιο Πνεῦμα,

κι’ ὁ ἄρτος Σῶμα γίνεται

κι’ ὁ οἶνος Αἷμα

καί τό δικό του σῶμα

διάφανο, τό χέρι φῶς, σάν ἡλιαχτίδα τρέμει,

τῶν Ἁγίων λειτουργός.

Ὁ Λειτουργός

(Γιά τόν π. Ἠλία Μαστρογιαννόπουλο (†2020)

Τά πήλινά σου δάκτυλα

τόν ἄνθρακα προσψαύουν

καθώς ἡ φλόγα τῆς θυσίας στό βωμό ἀνάβει

καί φλέγεται ἡ καρδιά σου

πρίν φλογίσει τίς καρδιές μας.

Ὀσμή εὐωδίας διαχύνεται ὀπτοῦ ἰχθύος

πού μεταφέρει τίς πνοές

ἀπ’ τήν Τιβεριάδα

καί ζοῦμε τίς στιγμές τῆς παρουσίας τοῦ Ραββί.

Ρήματα ζωῆς μᾶς ἑρμηνεύεις τίς Γραφές

κι οἱ ὀφθαλμοί μας δέν κρατοῦνται

πιά νά μή Τόν δοῦν

στή διδαχή καί φανερά στό μελισμό τοῦ Ἄρτου.

Ἄς εἶναι αἰωνία του ἡ μνήμη. Καί ὁ Θεός, εἴθε ν’ ἀναδείξει καί ἄλλους χριστιανούς ποιητές.

Εκκλησία Online

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.