ΘΑ ΔΙΑΔΕΧΘΕΙ ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΕΣ ΤΗΣ ΤΟΠΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ.

Την Τρίτη 28 Δεκεμβρίου πρόκειται να συνεδριάσει – εκτός απροόπτου – η Ιερά Επαρχιακή Σύνοδος της Εκκλησίας της Κρήτης, προκειμένου να εκλέξει το λεγόμενο «Τριπρόσωπο», εκ του οποίου η Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου θα ψηφίσει τον νέο Αρχιεπίσκοπο Κρήτης μέσα στο πρώτο δεκαήμερο του νέου χρόνου.

Άλλωστε, τα χρονικά περιθώρια είναι συγκεκριμένα. Από την ανακήρυξη της θέσεως σε «χηρεία» το μεν τριπρόσωπο θα πρέπει να έχει εκλεγεί εντός 30 ημερών και ο νέος Αρχιεπίσκοπος εντός 40 ημερών. Η εφημερίδα μας αυτά τα είχε γράψει και σε προηγούμενα ρεπορτάζ της, δίδοντας σαφείς ημερομηνίες και στοιχεία για το πώς θα διεξαχθούν οι σχετικές αρχαιρεσίες.

Γενικότερα, οι επόμενοι μήνες θα έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την Εκκλησία της Κρήτης. Αφενός η ίδια η εκλογή του νέου Αρχιεπισκόπου συγκεντρώνει όλα τα «βλέμματα» καθώς πρόκειται για ένα ιστορικό γεγονός. Το παρασκήνιο παρουσιάζει τεράστιο ενδιαφέρον με ονόματα να «σβήνουν» και να «ξαναγράφονται» ή να «γράφονται» και να «σβήνονται» από μέρα σε μέρα, διαμορφώνοντας ένα πεδίο «πλούσιας παραφιλολογίας» για τον «εκλεκτό» ενός εκάστου.

Μάλιστα, έντονο σχολιασμό προκάλεσε ρεπορτάζ  που υποστήριξε πως «ξέρει τον νέο Αρχιεπίσκοπο». Ο αρθογράφος επικαλείται πηγές από τα «ορεινά της Κρήτης» και υποστήριξε μάλιστα, τα εξής:

«Για τον αντικαταστάτη του και τις ιδιαιτερότητες της Εκκλησίας της Κρήτης, πληροφορούμαι πως συζήτησαν εκτενώς ο Πρωθυπουργός Κ. Μητσοτάκης με τον Οικουμενικό Πατριάρχη κ. Βαρθολομαίο. Ο Πατριάρχης του αποκάλυψε, λένε οι πηγές μου, και το πρόσωπο που υποστηρίζει ως τον καταλληλότερο για να διαδεχθεί τον κ. Ειρηναίο.

Θα σεβαστώ τις διαδικασίες εκλογής και δεν θα σας τον αποκαλύψω για να μην τον «κάψουμε». Στις εκλογικές διαδικασίες δεν ανακατευόμαστε. Απ’ όσα λέγονται στα ορεινά της Κρήτης, πάντως το συγκεκριμένο πρόσωπο θεωρείται μετριοπαθής και υποψήφιος που μπορεί να συνενώσει τα διεστώτα.»

ΑΧΡΩΜΟΣ ΚΑΙ ΑΟΣΜΟΣ..(;)

Το καλύτερο, όμως, που διαβάσαμε, ήταν τα χαρακτηριστικά που προσέδιδε ο ίδιος αρθρογράφος στον κατά τις πληροφορίες του νέο αρχιεπίσκοπο: «Λίγο άχρωμος και άοσμος και «συμβιβαστικός», μου τον περιέγραψαν πάντως οι Κρητικοί παπάδες. Ίσως πρόκειται για την ενδεδειγμένη λύση για να μαζευτούν οι ψήφοι. Γιατί με τέτοια πόλωση και παρασκήνιο αν δεν καταλήξουν σε έναν μετριοπαθή, η επιλογή διαδόχου στην Αρχιεπισκοπή Κρήτης μπορεί να τραβήξει χρόνια.»

ΟΛΑ ΕΙΝΑΙ ΡΕΥΣΤΑ

Στην πραγματικότητα τα πάντα αυτή τη χρονική συγκυρία είναι ρευστά. Ουδείς αμφισβητεί πως υπάρχουν θεμιτές φιλοδοξίες και προφανώς έντονο παρασκήνιο για αυτή την εκλογή. Συμβαίνει, ό,τι συνέβαινε πάντα στις εκλογές Αρχιεπισκόπου με διαφοροποιημένο πεδίο αυτό της συγκρότησης του Τριπροσώπου, αφού για πρώτη φορά θα εκλεγεί από την τοπική Σύνοδο των Ιεραρχών και όχι από την κυβέρνηση όπως γινόταν σε όλες τις περιπτώσεις που προέκυψαν στο παρελθόν, με τελευταίες την διαδοχή του 1978 και του 2006.

Φαβορί συνεχίζουν να θεωρούνται ο Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου κ. Ευγένιος, ο Κισσάμου και Σελίνου κ. Αμφιλόχιος και ο Αρκαλοχωριου, Καστελίου και Βιάνου κ. Ανδρέας. Οι καλά γνωρίζοντες περί των εκκλησιαστικών ζητημάτων, ορθώς υποστηρίζουν, πως μόνο εφόσον εκλεγεί το τριπρόσωπο θα μπορέσουμε να κάνουμε μια ασφαλή πρόβλεψη. Και το λένε αυτό, γιατί δεν θα είναι έκπληξη, αν ένα ή και παραπάνω από τα προαναφερθέντα ονόματα, δεν συμπεριληφθούν τελικά στο τριπρόσωπο ψηφοδέλτιο. Ουκ ολίγοι αμφισβητούν την έκβαση της ψηφοφορίας για τον Μητροπολίτη κ. Ανδρέα και αντιστοίχως ουκ ολίγοι, βλέπουν ακόμα μεγαλύτερες ανατροπές.

Υπάρχουν κύκλοι που θεωρούν πως ο Αρχιεπίσκοπος θα είναι ένα άλλο πρόσωπο και «κοιτάζουν» στα δυτικά της Κρήτης, αλλά όχι στην περιοχή της… εσπερίας. Τα ανατολικά και τα νότια της Κρήτης έχουν πάντως βγει από το «κάδρο» της διαδοχής προς το παρόν.

Στο Οικουμενικό Πατριαρχείο δε, τηρείται σιγή ιχθύος. Υπάρχουν πληροφορίες που θέλουν μεγαλόσχημο Κρήτα Αρχιερέα που υπηρετεί στην Κωνσταντινούπολη, να προσπαθεί να επηρεάσει υπέρ συγκεκριμένου Μητροπολίτη του νησιού μας. Ωστόσο, το τελευταίο χρονικό διάστημα σε άλλη Μητρόπολη τον είδαμε επανειλημμένως και αυτό δεν έμεινε ασχολίαστο, κυρίως, για την τύχη άλλου Επισκόπου, που πιθανόν να διαδεχθεί τον νέο Αρχιεπίσκοπο στην θέση που σήμερα κατέχει ως Μητροπολίτης. Είτε δυτικά, είτε ανατολικά του Ηγουμενικού θρόνου που σήμερα κατέχει, ο Δορυλαίου Δαμασκηνός βρίσκεται στο προσκήνιο για προαγωγή και μάλιστα όχι με δική του υπαιτιότητα ή οποιαδήποτε έκφραση συγκεκριμένης διάθεσης.

Το βέβαιο είναι πως θα έχομε νέο Αρχιεπίσκοπο και αμέσως μετά ένα νέο Μητροπολίτη.

«Κοντός ψαλμός αλληλούια» έλεγαν οι παλαιότεροι, οι οποίοι στις περιπτώσεις των επισκοπικών εκλογών εν γένει, υποστήριζαν επίσης, πως «η νύχτα βγάζει επίσκοπο και η αυγή δεσπότη».

Προς τούτο και τίποτα από όσα ακούγονται δεν είναι τυχαίο αλλά και τίποτα δεν μπορεί να θεωρηθεί βέβαιο.

ΟΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΙ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΙ ΚΡΗΤΗΣ

Ο ιστορικός κατάλογος της Εκκλησίας της Κρήτης περιλαμβάνει συνολικά 76 ονόματα που ανέβηκαν στον κορυφαίο θρόνο του νησιού μας. Έως το 1967 είχαν τον τίτλο του Μητροπολίτη και έκτοτε του Αρχιεπισκόπου. Παρουσιάζουμε παρακάτω τους Μητροπολίτες και τους Αρχιεπισκόπους μετά την απελευθέρωση της Κρήτης από τους Τούρκους.

ΕΥΜΕΝΙΟΣ Β’ Ο ΞΗΡΟΥΔΑΚΗΣ (1898 – 1920)

Γεννήθηκε στη Κωνσταντινούπολη το 1850, (κατ΄ άλλους το 1845) διατηρώντας καταγωγή από τα Σφακιά της Κρήτης, με το κοσμικό όνομα Νικόλαος. Όταν ολοκλήρωσε τις σπουδές του στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης διορίστηκε δάσκαλος στα Σφακιά και αργότερα σχολάρχης στα Χανιά. Το 1880 επέστρεψε στη Κωνσταντινούπολη όπου και ανέλαβε καθηγητής στη Σχολή της Χάλκης. Το 1886 επί πατριαρχίας Ιωακείμ Γ΄ του Μεγαλοπρεπούς, χειροτονήθηκε επίσκοπος όπου και ανέλαβε την ιερά επισκοπή Λάμπης και Σφακίων. Σημαντικότερο έργο του στη περίοδο εκείνη ήταν η δημιουργία της Ιεράς Σχολής του Αγίου Πνεύματος. Τη θέση αυτή του επισκόπου διατήρησε μέχρι το 1898 όπου και εκλέχθηκε μητροπολίτης Κρήτης ως Ευμένιος Β΄, διαδεχόμενος τον θανόντα Τιμόθεο Καστρινογιαννάκη.

Την εκλογή όμως αυτή δεν την αναγνώρισε ο τότε σύμβουλος της Δικαιοσύνης της Κρήτης Ελευθέριος Βενιζέλος που διατηρούσε και την πλειοψηφία του Εκτελεστικού στην ύπαιθρο, με το αιτιολογικό αφενός ότι η ανάδειξή του Ευμένιου έγινε από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, επί πατριαρχίας Κωνσταντίνου Ε΄, και όχι από τον κρητικό λαό και αφετέρου ότι η ενθρόνιση – εγκατάστασή του θα συνοδεύονταν από φιρμάνι του Σουλτάνου, κατά την περίοδο που η Κρήτη τελούσε υπό κηδεμονία των Μεγάλων Δυνάμεων και όδευε σε αυτονομία.

Παρότι όμως δεν ακολούθησε σχετικό φιρμάνι, (που μπορεί να εκδόθηκε όπως προβλέπονταν και στη συνέχεια ν΄ ανακλήθηκε), ο Ε. Βενιζέλος συνέχιζε να επιμένει στη μη αναγνώριση της εκλογής του Ευμένιου Β΄ με συνέπεια οι σχέσεις των δύο ανδρών να ψυχραθούν με ότι σήμαινε αυτό για το χριστεπώνυμο πλήρωμα της τοπικής εκκλησίας.

Τελικά ο Ε. Βενιζέλος προφανώς κατόπιν πιέσεων αναγνώρισε τον μητροπολίτη Κρήτης Ευμένιο Β, δύο χρόνια μετά την εκλογή του, το 1900.[1]

Αργότερα όταν εκδηλώθηκε το κίνημα της Εθνικής Άμυνας, το 1916, ο Ευμένιος Β΄ στράφηκε ενάντια προς αυτή, κατηγορώντας τη για ωμή παραβίαση συνταγματικών και χρηστών ηθών που θα οδηγούσαν τη Χώρα στη καταστροφή. Συνέπεια αυτού ήταν η κυβέρνηση του Βενιζέλου να διατάξει τη σύλληψη, την καθαίρεσή του, καθ΄ όλα παράνομη, και τον εκτοπισμό του στη Χίο, όπου και απέθανε από θλίψη τρία χρόνια μετά, στις 1 Απριλίου του 1920.

ΤΙΤΟΣ Β’ Ο ΖΩΓΡΑΦΙΔΗΣ (1922 – 1933)

Ο Τίτος Ζωγραφίδης (1859-1933) υπήρξε ιεράρχης στην Επισκοπή Πέτρας της Κρήτης (1889-1922) και στη συνέχεια στη Μητρόπολη Κρήτης, σε μια εποχή έντονων εθνικών, πολιτικών και εκκλησιαστικών διεργασιών, στις οποίες είχε καταλυτική δράση.

Γεννήθηκε στη Γαλίφα Ηρακλείου Κρήτης στις 23 Δεκεμβρίου 1859. Ήταν γιος του παπα-Σγουράφου Γεωργίου Ρουσσάκη και ονομαζόταν Λεωνίδας. Παρακολούθησε τα μαθήματα κατώτερων και ανώτερων σχολείων που λειτουργούσαν τότε στην Επισκοπή και στην ιστορική Μονή Αγκαράθου, όπου το 1878 έγινε μοναχός με το όνομα Τίτος.

Χειροτονήθηκε διάκονος από τον τότε Μητροπολίτη Κρήτης Τιμόθεο Α΄ τον Καστρινογιαννάκη. Η Χριστιανική Δημογεροντία Ηρακλείου έστειλε το 1879 ως υπότροφο τον Τίτο Ζωγραφίδη στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης. Αποφοίτησε το 1885 με βαθμό “παμψηφεί άριστα” και γύρισε στην Κρήτη. Ανέλαβε συντονιστής – επιθεωρητής των χριστιανικών ελληνικών δημοτικών σχολείων και Σχολάρχης της Ελληνικής Σχολής στο Χριστό Επισκοπής Πεδιάδος. Σ’ αυτήν δίδαξε τέσσερα χρόνια μέχρι το 1889. Το 1889, εκλέχθηκε επίσκοπος Πέτρας από την Επαρχιακή Ιερά Σύνοδο Κρήτης. Χειροτονήθηκε επίσκοπος στις 23 Δεκεμβρίου 1889, στα 30ά του γενέθλια, και εγκαταστάθηκε στην έδρα του, τη Νεάπολη Μεραμβέλλου.

Την επισκοπή Πέτρας εποίμανε 33 χρόνια, κατά τα οποία ανέπτυξε πνευματική, κοινωνική και εθνική δράση με τις διοικητικές και θεολογικές του ικανότητες. Μερίμνησε να ιδρυθούν σχολεία και μαζί με το κήρυγμα του συνέβαλε να εξυψωθεί το πνευματικό επίπεδο των Χριστιανών της περιοχής του. Παράλληλα, βοήθησε ενεργά στην απελευθέρωση της Κρήτης από τους Τούρκους, συμμετέχοντας στην επανάσταση του 1896-1897, συνεργαζόμενος με τους οπλαρχηγούς με συμβουλές, ιδέες, επαφές, συγκέντρωση εφοδίων, αλλά ακόμη και με όπλα, οδηγώντας σώμα επαναστατών στη μάχη κατά της Σπιναλόγκας.

Μετά την ανακήρυξη της αυτονομίας της Κρήτης το 1898, συνέβαλε στην οργάνωση της Εκκλησίας της Νήσου με τη λύση του μητροπολιτικού ζητήματος και την σύνταξη καταστατικού χάρτη, αλλά και στους μετέπειτα εθνικούς αγώνες αποκατάστασης των υποδούλων Ελλήνων και ισχυροποίησης του ελληνικού κράτους. Το 1914-1915 ήταν μέλος της Νομοπαρασκευστικής Επιτροπής για την Εκκλησιαστική Νομοθεσία με σπουδαία συνεισφορά. Το 1918 προτάθηκε να γίνει Μητροπολίτης Αθηνών και Πάσης Ελλάδος, ενώ την περίοδο 1917-1920 ήταν τοποτηρητής της Μητροπόλεως Κρήτης. Αργότερα, το 1922, η Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου τον εξέλεξε Μητροπολίτη Κρήτης και Πρόεδρο της Ιεράς Επαρχιακής Συνόδου της Εκκλησίας Κρήτης. Η ενθρόνισή του, ως Τίτος Β’, έγινε το Σάββατο 8 Οκτωβρίου 1922 .

Από τα σπουδαιότερα γεγονότα της αρχιερατείας του ήταν η απόδοση στη λατρεία των ορθοδόξων χριστιανών του ιστορικού ναού του Αγίου Τίτου Ηρακλείου. Υπήρξε πολυγραφότατος και ιδιαίτερα ενεργός στα εθνικά ζητήματα.

ΤΙΜΟΘΕΟΣ Β’ Ο ΒΕΝΕΡΗΣ (1934 – 1941)

Υπήρξε ένας από τους πιο μορφωμένους και γλωσσομαθείς ιεράρχες της Κρήτης, με πλούσιο συγγραφικό έργο, με πλούσια δράση και καθοριστική συμβολή στην ενίσχυση της Εκκλησίας της Κρήτης, όμως πέθανε περιφρονημένος και μόνος, καθώς χαρακτηρίστηκε γερμανόφιλος, αν και ποτέ δεν αποδείχθηκε.

Γεννήθηκε στο Ηράκλειο το 1876, όπου τέλειωσε τις εγκύκλιες σπουδές του και στη συνέχεια αναχώρησε για σπουδές στη Ρωσία, τις οποίες όμως εγκατέλειψε για να συνεχίσει στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης από όπου αποφοίτησε με άριστα. Στη συνέχεια, διορίστηκε από την Πολιτεία στο γυμνάσιο Χανίων και στη συνέχεια του Ηρακλείου και ανέπτυξε λαμπρή και σπάνια για κληρικό πνευματική δράση με κηρύγματα, διαλέξεις, δημοσιεύματα σε επιστημονικά περιοδικά και στον Τύπο της εποχής. Το 1916 εξελέγη μητροπολίτης Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου. Επί των ημερών του, αναγέρθηκε το κτίριο του Παρθεναγωγείου για το οποίο διετέθη 1,5 εκατομμύριο δραχμές, ποσό που χορήγησε το μοναστηριακό ταμείο Ρεθύμνης. Την ίδια περίοδο, συνέχισε το πλούσιο συγγραφικό του έργο και τις μεταφράσεις ξένων κειμένων. Μεταξύ των έργων του, είναι και ο ιστορικός τόμος «Το Αρκάδι δια των αιώνων».

Το 1934 εξελέγη μητροπολίτης Κρήτης με απόφαση του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Θεωρείται ο αναδιοργανωτής της Εκκλησίας της Κρήτης και από τους κύριους υπαίτιους που δεν υπάχθηκαν οι επισκοπές (σημερινές Μητροπόλεις) στην Εκκλησία της Ελλάδας. Ο Τιμόθεος Βενέρης, χαρακτηρίστηκε γερμανόφιλος και χωρίς να απολογηθεί απομακρύνθηκε από τη θέση του και μόνασε στην Μονή Αγκαράθου, όπου ένα πρωί βρέθηκε πεθαμένος στο κελί του. Οι σύγχρονοι ιστορικοί αμφισβητούν πως ήταν γερμανόφιλος και θεωρείται θύμα σκευωριών. Για το λόγο αυτό η Εκκλησία της Κρήτης τον τίμησε δεόντως το 2016 ενώ πρόσφατα στην Μονή Αρκαδίου ιδρύθηκε μικρή έκθεση με προσωπικά του κειμήλια.

ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ Ε’ Ο ΜΑΡΚΑΚΗΣ (1941 – 1950)

Ο Βασίλειος Μαρκάκης γεννήθηκε στο χωριό Κεραμέ Αγίου Βασιλείου Ρεθύμνης Κρήτης το έτος 1870. Νέος εκάρη Μοναχός και ακολούθως σπούδασε Θεολογία στην Θεολογική Σχολή της Χάλκης και Νομικά στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο των Αθηνών. Στη συνέχεια δίδαξε στην Σχολή του Αγίου Πνεύματος Κισσού. Το έτος 1902, ο Βασίλειος, μόλις σε ηλικία 32 ετών, εξελέγη Επίσκοπος Αρκαδίας. Την Επισκοπή αυτήν ποίμανε έως το 1941, οπότε εξελέγη Μητροπολίτης Κρήτης. Υπηρέτησε ως Μητροπολίτης Κρήτης με το όνομα Βασίλειος Ε΄, από το 1941 έως το 1950. Κατά την διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου (1940-1944) ο Βασίλειος βοηθούσε όλους όσους είχαν ανάγκη, επίσης εργάσθηκε πατριωτικά και υπεστήριξε την Εθνική Αντίσταση. Εξ αιτίας της πατριωτικής του δραστηριότητας συνελήφθη από τους Γερμανούς στις 26 Μαρτίου 1942 και στη συνέχεια υποχρεώθηκε από αυτούς να εξορισθεί και να ζει εκτός της Κρήτης. Εκείνος διέμενε στην Αθήνα από το 1942 έως το 1945. Μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου ο Βασίλειος επέστρεψε στην Μητρόπολή του, στην Κρήτη, στην οποίαν παρέμεινε μέχρι του θανάτου του.

Ο Βασίλειος ήταν διανοούμενος και αγαπούσε πολύ την μελέτη και την επιστημονική έρευνα. Ως Μητροπολίτης Κρήτης ο Βασίλειος Ε΄ διακρίθηκε, τόσο για το ποιμαντικό και φιλανθρωπικό έργο του, όσο και για την πατριωτική και γενικότερα την εθνική του δράση. Εκοιμήθη το έτος 1950 σε ηλικία 80 ετών.

ΕΥΓΕΝΙΟΣ Α’ Ο ΨΑΛΙΔΑΚΗΣ (1950 – 1978)

Ο κατά κόσμον Ευάγγελος Ψαλιδάκης γεννήθηκε στο χωριό ΒουλισμένηΜεραμβέλου του Λασιθίου στις 11 Σεπτεμβρίου 1912. Αποφοίτησε από τη Θεολογική Σχολή της Χάλκης το 1935. Στις 24 Μαρτίου 1935 εκάρη μοναχός στην Ιερά Μονή Αγίας Τριάδος Χάλκης και εγγράφηκε στην Ιερά Μονή Αγίου Γεωργίου Επανωσήφη. Διάκονος χειροτονήθηκε στις 25 Μαρτίου 1935 από τον Σχολάρχη της Θεολογικής Σχολής Χάλκης Επίσκοπο Μιλήτου Αιμιλιανό και Πρεσβύτερος στις 11 Νοεμβρίου 1936 από τον Μητροπολίτη Κρήτης Τιμόθεο. Την ίδια ημέρα έλαβε το οφίκιο του Αρχιμανδρίτη. Υπηρέτησε ως Γενικός Αρχιερατικός Επίτροπος της Μητροπόλεως Κρήτης. Στις 20 Ιανουαρίου 1946 χειροτονήθηκε στον Ιερό Ναό Αγίου Μηνά Ηρακλείου Επίσκοπος Αρκαδίας. Στις 23 Μαΐου 1950 εξελέγη Μητροπολίτης Κρήτης. Στις 28 Φεβρουαρίου 1967 προήχθη σε Αρχιεπίσκοπο. Εκοιμήθη στο Λονδίνο στις 7 Φεβρουαρίου 1978. Ενταφιάστηκε στο Κοιμητήριο Αγίου Κωνσταντίνου στο Ηράκλειο.

Ο Ευγένιος Ψαλιδάκης, κατατάσσεται ανάμεσα στους πιο φωτισμένους ιεράρχες της Εκκλησίας της Κρήτης, με πλούσια εκκλησιαστική και εθνική δράση, πιστός στις παραδόσεις του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Επί των ημερών του, αναβαθμίστηκε η Μητρόπολη Κρήτης σε Αρχιεπισκοπή και οι επίσκοποι σε μητροπολίτες και πήρε την τελική του μορφή ο Καταστατικός Χάρτης της Εκκλησίας της Κρήτης, που ισχύει με μικρές τροποποιήσεις μέχρι σήμερα. Εγκαινίασε εκατοντάδες εκκλησίες, πέτυχε τον «επαναπατρισμό» της Τιμίας Κάρας του Αποστόλου Τίτου στο Ηράκλειο, ίδρυσε φιλανθρωπικά ιδρύματα και το Φιλόπτωχο Ταμείο και μερίμνησε για τη μόρφωση του κλήρου και τη μισθοδοσία του από το κράτος.

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του, δέχτηκε βάναυση επίθεση από δημοσιεύματα στον Τύπο αλλά πιο βάναυσο ήταν το γεγονός ότι εγκαταλείφθηκε από τους πάντες χωρίς μια κουβέντα παρηγοριάς, όπως αναφέρουν οι βιογράφοι του. Πέθανε πάμφτωχος στην Αγγλία, μία εβδομάδα μετά τη μετάβαση του εκεί για νοσηλεία.

ΤΙΜΟΘΕΟΣ Γ’ Ο ΠΑΠΟΥΤΣΑΚΗΣ (1978 -2006)

Ο Αρχιεπίσκοπος Κρήτης Τιμόθεος, κατά κόσμον Μιχαήλ Παπουτσάκη, γεννήθηκε στις 25 Μαρτίου 1915 στοΓαβαλομούρι Κισάμου Χανίων. Τέταρτο από τα πέντε παιδιά της οικογένειας του, έμεινε ορφανός από πατέρα σε πολύ μικρή ηλικία. Τις εγκύκλιες σπουδές ολοκλήρωσε στα Χανιά. Σπούδασε στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, ενώ παράλληλα εργαζόταν για να μπορεί να επιζήσει. Συμμετέχει ως στρατιώτης στο Αλβανικό μέτωπο το 1940 και 1941.

Την 7η Οκτωβρίου 1942 κείρεται μοναχός και χειροτονείται διάκονος στην Ιερά Πατριαρχική και Σταυροπηγιακή Μονή Κυρίας των Αγγέλων Γουβερνέτου Χανίων. Ιερομόναχος θα χειροτονηθεί την 21η Νοεμβρίου του ίδιου έτους από τον Επίσκοπο Κυδωνίας και Αποκορώνου κυρό Αγαθάγγελο. Επίσης διετέλεσε Ηγουμενοσύμβουλος της ως άνω Ιεράς Μονής. Προσέφερε τις υπηρεσίες του ως ιεροκήρυκας και εφημέριος του Ιερού Ναού Αγίου Ιωάννη Προδρόμου Χανίων κατά την διάρκεια της Γερμανικής Κατοχής, ενώ υπήρξε το δεξί χέρι του τοπικού Επισκόπου. Μετά τον πόλεμο έφυγε για μεταπτυχιακές σπουδές στην Λίλλη και το Παρίσι με υποτροφία της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος. Επιστρέφοντας από το εξωτερικό, υπηρέτησε ως Προϊστάμενος στον Ιερό Ναό Χρυσοσπηλαιωτίσσης Αθηνών, υποδιευθυντής και πνευματικός του Θεολογικού Οικοτροφείου της Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδας και καθηγητής της Ριζαρείου Εκκλησιαστικής Σχολής Αθηνών.

Το 1956 και ενώ σχεδίαζε την ίδρυση μοναστηριακής αδελφότητας στο Λεκανοπέδιο Αττικής, εξελέγη από την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας Κρήτης Επίσκοπος Γορτύνης και Αρκαδίας. Εκεί κατέγραψεπολυσχεδές κοινωνικό, φιλανθρωπικό και πνμευματικό του έργο με κέντρο τοπροσκύνημα της Παναγίας Καλυβιανής. Εκτός από την Μονή, ίδρυσε Ορφανοτροφείο, Γηροκομείο, Οικοκυρική Σχολή, Τυπογραφείο, Ίδρυμα Παιδικής Υγείας, Ίδρυμα Παιδικής Προστασίας, Ίδρυμα Εργαζομένων Νεανίδων, Σχολή Κοπτικής και Ραπτικής, Δημοτικό Σχολείο, Οικοτροφείο Αρρένων, Οικοτροφεία θηλέων, Εργαστήριο Υφαντικής και Εργαστήριο Πλεκτικής. Επίσης ίδρυσε στην Μητρόπολη του Σχολή Βυζαντινής Μουσικής και Αγιογραφίας, Ιεροραφείο, Χριστιανική Εστία και Πνευματικό Κέντρο.Για τα έργα του αυτά, τα οποία από πολλούς χαρακτηρίστηκαν ως “Νέα Βασιλειάδα” βραβεύτηκε από την Ακαδημία Αθηνών.

Το 1978 εξελέγη Αρχιεπίσκοπος Κρήτης. Στο Ηράκλειο αναδιοργάνωσε και επέκτεινε την δραστηριότητα των πολλών Ιδρυμάτων που είχε ιδρύσει ο προκάτοχος του Αρχιεπίσκοπος Ευγένιος συνεχίζοντας και με την ίδρυση νέων.Μεταξύ αυτών η Ανωτέρα Εκκλησιαστική Σχολή Κρήτης, το Επικοινωνιακό και Μορφωτικό Ίδρυμα της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κρήτης και ο Ραδιοφωνικός Σταθμός της Ιεράς Αρχιεπισκοπής. Ίδρυσε ακόμα τα Ιερά Ησυχαστήρια: Αγίας Ειρήνης Χρυσοβαλάντου Ηρακλείου, Αγίων Θεοδώρων Ηρακλείου, Αγίων Πάντων Λουτρακίου, Εισοδίων Θεοτόκου Ροδιάς, Γενέσιον Θεοτόκου Παντανάσσης, Γενέσιον Θεοτόκου Σγουροκεφαλίου και Αγίας Φωτεινής Ελληνοπεραμάτων. Πολλοί κάνουν λόγο για έναν σύγχρονο Άγιο, τον “Πατέρα” των ορφανών της Καλυβιανής, του οποίου το όνομα συνδέεται με την θαυμαστή ανακάλυψη του τάφου και των λειψάνων του μυροβλήτη Οσίου Χαραλάμπη που έζησε πλησίον της ΠαναγίαςΚαλυβιανής κατά τον 18ο αιώνα.

Υπήρξε πολυγραφώτατος, τρανός ρήτορας, γνωστός για τον αντιαιρετκό του αγώνα, ασκητικός στον βίο και την μορφή. Απεβίωσε από ανακοπή καρδιάς την 25η Ιουλίου 2006 στο Ηράκλειο σε ηλικία 91 ετών. Τάφηκε στο Ιερό Ησυχαστήριο Αγίας Φωτεινής της Σαμαρείτιδος στα Ελληνοπεράματα Ηρακλείου, του οποίου ιδρυτής και κτήτορας υπήρξε.

ΕΙΡΗΝΑΙΟΣ Α’ Ο ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ ( 2006 – 2021)

Γεννήθηκε στις 9 Αυγούστου 1933 στα Μιξόρρουμα Αγίου Βασιλείου. Τις εγκύκλιες σπουδές του πραγματοποίησε αρχικά στο Γυμνάσιο Αρρένων Ρεθύμνης και στη συνέχεια φοίτησε στην Εκκλησιαστική Σχολή Κρήτης. Σπούδασε στην Ιερά Θεολογική Σχολή της Χάλκης, από την οποία αποφοίτησε το 1957, αφού υπέβαλε διατριβή με τίτλο «Ο Ιωάννης Χρυσόστομος και το κοινωνικόν πρόβλημα». Χειροτονήθηκε διάκονος στις 22 Νοεμβρίου 1956, λαμβάνοντας το όνομα Ειρηναίος.

Κατόπιν σπούδασε με υποτροφία του Οικουμενικού Πατριαρχείου στο Κολλέγιο του Αγίου Βονιφατίου στο Warminster της Αγγλίας. Εκεί, χειροτονήθηκε πρεσβύτερος στις 22 Δεκεμβρίου 1957 και διετέλεσε εφημέριος στον Ιερό Ναό Αποστόλων Πέτρου και Παύλου στο Μπρίστολ ως το 1960 που επέστρεψε στην Κρήτη, όπου διορίστηκε Πρωτοσύγκελος της Ιεράς Μητροπόλεως Κυδωνίας και Αποκορώνου και Σχολάρχης της Εκκλησιαστικής Σχολής Κρήτης.

Τον Φεβρουάριο του 1975 εξελέγη από την Ιερά Επαρχιακή Σύνοδο της Εκκλησίας Κρήτης παμψηφεί Μητροπολίτης Κυδωνίας και Αποκορώνου, όπου άφησε πλούσια παρακαταθήκη και έργο. Ίδρυσε τη Σχολή Βυζαντινής Μουσικής και δημιούργησε τις κατασκηνώσεις της Ιεράς Μητροπόλεως με την ονομασία «Απόστολος Παύλος». Θεμελίωσε και ανακαίνισε εκ βάθρων δεκάδες Ιερών Ναών που σήμερα κοσμούν όλη την Μητρόπολη Κυδωνίας και Αποκορώνου. Επίσης ανακαίνισε το Επισκοπείο, το οποίο παρέλαβε ερειπωμένο και σχεδόν γκρεμισμένο, όπως ακριβώς ήταν μετά από τον βομβαρδισμό των Γερμανών στα Χανιά. Παράλληλα ίδρυσε και έκτισε το Πνευματικό Κέντρο της Ιεράς Μητροπόλεως με πολυσχιδή δραστηριότητα και εγκαθίδρυσε μοναχικές αδελφότητες στα εγκαταλελειμμένα μοναστήρια της Επαρχίας του, όπως η αδελφότητα της Ιεράς Μονής Ζωοδόχου Πηγής Χρυσοπηγής Χανίων. Παράλληλα ανακαίνισε τις ιστορικές Ιερές Μονές Αγίας Τριάδος Τζαγκαρόλων, Αγίου Γεωργίου Καρυδίου και Αγίου Γεωργίου Χαρωδιάς, ενώ εγκαθίδρυσε αδελφότητα αγιορείτων πατέρων στην ιστορική Ιερά Μονή Κυρίας των Αγγέλων Γουβερνέτου.

Η Αγία και Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου τον εξέλεξε παμψηφεί Αρχιεπίσκοπο της Εκκλησίας της Κρήτης στις 30 Αυγούστου 2006 στο ΦανάριΟ Αρχιεπίσκοπος Ειρηναίος ως Πρόεδρος της Ιεράς Επαρχιακής Συνόδου της Εκκλησίας Κρήτης ίδρυσε πέντε Ειδικές Συνοδικές Επιτροπές για ένα φάσμα θεμάτων και προβλημάτων της σύγχρονης ζωής: Επιτροπή επί των Ευρωπαϊκών Προγραμμάτων, Επιτροπή επί του Θρησκευτικού Τουρισμού, Επιτροπή επί της Εκκλησιαστικής Φιλανθρωπίας, Επιτροπή επί των Ιερών Ακολουθιών και Επιτροπή επί της Εξωτερικής Ιεραποστολής. Επίσης με πρωτοβουλία του έχει συσταθεί η Μη Κυβερνητική Οργάνωση της Εκκλησίας Κρήτης (Μ.Κ.Ο.) «Φιλοξενία». Υπήρξε βασικός υποστηρικτής και εμψυχωτής του Νεανικού Επιμορφωτικού Ομίλου Σύρου.

Κατετάγη στην τάξη των εφησυχαζόντων Αρχιερέων στις 2 Δεκεμβρίου τρέχοντος έτους καθώς αρρώστησε βαριά από το καλοκαίρι του 2020 με αναπνευστική ανεπάρκεια και δεν μπόρεσε να επανέλθει στα καθήκοντα του.

Εκκλησία Online

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.