Γράφει ο Αρχιμ. του Οικουμενικού Θρόνου π. Μελχισεδέκ Αμπελικάκης.

«Τὴν ἐν πρεσβείαις ἀκοίμητον Θεοτόκον, καὶ προστασίαις ἀμετάθετον ἐλπίδα, τάφος καὶ νέκρωσις οὐκ ἐκράτησεν, ὡς γὰρ ζωῆς Μητέρα, πρὸς τὴν ζωὴν μετέστησεν, ὁ μήτραν οἰκήσας ἀειπάρθενον»

Κάθε χρόνο στις 15 Αυγούστου εορτάζεται μία πολύ σημαντική Ορθόδοξη Χριστιανική θεομητορική εορτή, που είναι αφιερωμένη στην Υπεραγία Θεοτόκο. Πρόκειται για την Κοίμηση της Παναγίας, η οποία σε μία κοινωνία που φοβάται τον θάνατο, έρχεται να υπενθυμίσει σε όλους το τεράστιο μεγαλείο που αποτελεί για τον ίδιο τον άνθρωπο η επίγεια κοίμησή του.

Τι είναι η «μετάσταση» της Θεοτόκου

Ό,τι συνέβη με τον Χριστό, ο οποίος πέθανε και αναστήθηκε, το ίδιο θα συμβεί και με κάθε άνθρωπο. Προς το παρόν, βέβαια, γευόμαστε μόνο το θάνατο. Βλέπουμε την κυριαρχία του πάνω σε όλη τη δημιουργία. Αυτό που προσδοκούμε είναι η κοινή ανάσταση, η ζωοποίηση των νεκρών σωμάτων και η ένδυση των φθαρτών με την αφθαρσία. Αυτό που αναμένουμε εμείς να συμβεί, όταν έλθει ο Χριστός κατά τη Δευτέρα Παρουσία Του, σύμφωνα με την παράδοση της Εκκλησίας μας, συνέβη ήδη στην Θεοτόκο.

Η Μητέρα του Χριστού τρεις ημέρες μετά την Κοίμηση και την Ταφή της από τους Μαθητές και τους πρώτους Αποστολικούς Πατέρες, «μετέστη» στους ουρανούς. Η δε «μετάσταση» της Θεοτόκου είναι ταυτόχρονα ανάσταση και ανάληψη. Δηλαδή, το νεκρό της σώμα συνδέθηκε πάλι με την ψυχή της και «ανελήφθη» από τον Υιό της στον ουρανό. Δεν ήταν δυνατόν αυτή που γέννησε τον νικητή του θανάτου να κατέχεται από τον θάνατο.

Χωρίς να ξέρουμε τι ακριβώς συνέβη στο σώμα της Παναγίας πέραν της μεταστάσεώς του στον ουρανό και της αφθαρτοποιήσεώς του, προτιμούμε να μείνουμε χωρίς προσθήκες και επεξηγήσεις στον όρο «μετάσταση» που μας παρέδωσαν οι Άγιοι Πατέρες, κατά τον λόγο της Αγίας Γραφής στην προς Κορινθίους Α΄ Επιστολή του Αποσστόλου Παύλου 15:22-23: «ὥσπερ γὰρ ἐν τῷ Ἀδὰμ πάντες ἀποθνήσκουσιν, οὕτω καὶ ἐν τῷ Χριστῷ πάντες ζωοποιηθήσονται· ἕκαστος δὲ ἐν τῷ ἰδίῳ τάγματι· ἀπαρχὴ Χριστός, ἔπειτα οἱ Χριστοῦ ἐν τῇ παρουσίᾳ αὐτοῦ».

Η ζωοποίηση των σωμάτων, ακόμα, δεν έχει συμβεί πέραν του Χριστού, αφού δεν έχει συμβεί ακόμα η Δευτέρα Παρουσία. Για αυτό δεν μπορούμε να μιλάμε για «ανάσταση», αλλά απλώς για «μετάσταση». Άλλωστε, οι ψυχές των αγίων, ακόμα και χωρίς το σώμα τους, δεν κατέχονται εκ του θανάτου κατά τον λόγο της Αγίας Γραφής στο κατά Ιωάννην άγιο Ευαγγέλιο 11:24-26 «λέγει αὐτῷ Μάρθα· οἶδα ὅτι ἀναστήσεται ἐν τῇ ἀναστάσει ἐν τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ. εἶπεν αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· ἐγώ εἰμι ἡ ἀνάστασις καὶ ἡ ζωή· ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, κἂν ἀποθάνῃ, ζήσεται· καὶ πᾶς ὁ ζῶν καὶ πιστεύων εἰς ἐμὲ οὐ μὴ ἀποθάνῃ εἰς τὸν αἰῶνα». Άλλο πράγμα, λοιπόν, είναι η μετάσταση και η διαφύλαξη του σώματος της Παναγίας από τη φθορά, και άλλο η ανάσταση. Και ακόμα και αν χρησιμοποιήσουμε τη λέξη «συνανίσταται» για το σώμα της Παναγίας, όπως ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς (PG 151,465), είναι προφανές ότι δεν πρόκειται ακριβώς για τη γενική ανάσταση που θα συμβεί κατά τη Δευτέρα Παρουσία, αλλά για κάτι που μοιάζει με αυτήν.

Ίσως είναι περιττό σαν κατακλείδα και σφράγισμα της δογματικής αυτής διδασκαλίας της Εκκλησίας μας για την πνευματικότητα και τον αφθαρτοποίηση του σώματος κατά την ανάσταση, να αναφέρει κανείς το ερχόμενο, τόσο εύκολα, στη μνήμη εδάφιο του κατά Ματθαίον αγίου Ευαγγελίου, όπου η παραπάνω αλήθεια, για πρώτη φορά αλλά και τόσο σαφώς, κηρύττεται από τον ίδιο τον Κύριο στην απάντηση που έδωσε στους νομικούς που τον πείραζαν με το παράδειγμα της γυναίκας των επτά αδελφών. Της αναστάσεως αυτής, που θα είναι καθολική και παγκοσμία, η Παναγία -σαλπίζει, ο Άγιος Ανδρέας ο Κρήτης- είναι η απαρχή: «Απαρχή του εν Χριστώ θεωθέντος αδαμιαίου φυράματος».

Συνεχίζει και μας λέει ο Άγιος Ανδρέας: «Εκείνη που ουράνωσε το χώμα, ξεντύθηκε κατόπιν το χώμα». Έγινε πια στην πραγματικότητα «το άνθος της αφθαρσίας», που δεν μπορούσε να είναι «φυτεμένο» -έστω κι αν είχε βλαστήσει στη γη- παρά στο αιώνιο περιβόλι των ουρανών. Μετάσταση, λοιπόν, σημαίνει ολόσωμη άνοδο στον παράδεισο, αλλά άνοδο που πρέπει να την εννοήσουμε έξω από τη σαρκική ουσία, έξω από τη φθαρτή κι εφήμερη ύλη. Το ίδιο συνέβη, το παραδέχεται, και για τον Ηλία και τον Ενώχ, για τους οποίους γράφει ότι ανελήφθησαν «έξω σαρκός γενόμενοι».

Η Κοίμηση της Θεοτόκου

Για την Κοίμηση της Θεοτόκου δεν υπάρχουν πληροφορίες από την Καινή Διαθήκη. Γι’ αυτήν μαθαίνουμε από τις διηγήσεις σημαντικών εκκλησιαστικών ανδρών, όπως των Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, Διονυσίου του Αρεοπαγίτη, Μόδεστου Ιεροσολύμων, Ανδρέου Κρήτης, όπως προαναφέραμε, Γερμανού Κωνσταντινουπόλεως, Ιωάννη Δαμασκηνού κ.ά., καθώς και από τα σχετικά τροπάρια της εκκλησιαστικής υμνολογίας. Στα κείμενα αυτά διασώζεται η «αρχαία και αληθεστάτη» παράδοση της Εκκλησίας γι’ αυτό το Θεομητορικό γεγονός.

Έτσι, λοιπόν, κατά την εκκλησιαστική παράδοση, η μητέρα του Ιησού Χριστού, Μαρία (η Θεοτόκος και Παναγία), πληροφορήθηκε από έναν άγγελο τρεις ημέρες, νωρίτερα, για τον επικείμενο θάνατό της και άρχισε να προετοιμάζεται κατάλληλα. Προσεύχεται στο Όρος των Ελαιών και δίνει τα υπάρχοντά της σε δύο γειτόνισσές της χήρες. Επειδή κατά την ημέρα της Κοίμησής της δεν ήταν όλοι οι Απόστολοι στα Ιεροσόλυμα, καθώς κήρυτταν «απανταχού γης», μία νεφέλη τους άρπαξε και τους έφερε κοντά της. Ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός λέγει τα εξής: «Ελάτε όλοι νοερά να συνεκδημήσουμε μ’ εκείνη η οποία έχει συνεκδημήσει. Ελάτε όλοι να φύγουμε μαζί μ’ εκείνη η οποία έφυγε από τον κόσμον αυτόν».

Όπως λέμε στους Χαιρετισμούς: «Ξένον τόκον ιδόντες ξενωθώμεν του κόσμου», δηλαδή, αφού είδαμε έναν παράξενον τόκον, τον Ιησούν Χριστόν, που Τον εγέννησε η Θεοτόκος, ότι δηλαδή είναι ο Εμμανουήλ, «μαζί μας ο Θεός», ας αποξενωθούμε από τον κόσμο, από τον αμαρτωλόν κόσμον, από την αμαρτίαν. Για να μπορέσουμε να βρεθούμε με τον τόκον της Υπεραγίας Θεοτόκου.

Η Θεοτόκος, υπηρέτησε το έργο του Θεού, το μέγα σχέδιο του Θεού, υπηρέτησε το «σεσιγημένον μυστήριον χρόνοις αιωνίοις» κατά έναν θαυμαστόν τρόπον, και έγινεν η Κυρία των Ουρανών.

Χαίρονται, λοιπόν, οι θνητοί άνθρωποι, γιατί τώρα έχουν πρέσβειρα και μεσίτρια προς τον φιλάνθρωπο Θεό, την αειπάρθενο Μητέρα Του. Μαζί όμως με τον ουρανό ευφραίνεται και η γη «επί τη ενδόξω Κοιμήσει» της Θεοτόκου. Μαζί με τους αγγέλους αγάλλονται και πανηγυρίζουν και οι γηγενείς, γιατί αισθάνονται ένα δικό τους άνθρωπο να παρίσταται ως Βασίλισσα στον ουρανό «εν ιματισμώ διαχρύσω περιβεβλημένη, πεποικιλμένη».

Πέρα και πάνω από τις διαφορές των Χριστιανών ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση, η Παναγία στέκει για τους πιστούς ουράνιο τόξο που «ενώνει τα διεστώτα». Όλο αυτό το άρρητο μυστήριο που εκτείνεται όχι μονάχα στη ζωή, αλλά και στην Κοίμηση της Θεοτόκου, η Εκκλησία το συμπύκνωσε υμνολογικά στο απολυτίκιο της Κοιμήσεως Της: «Ἐν τῇ Γεννήσει τὴν παρθενίαν ἐφύλαξας, ἐν τῇ Κοιμήσει τὸν κόσμον οὐ κατέλιπες Θεοτόκε· μετέστης πρὸς τὴν ζωήν, μήτηρ ὑπάρχουσα τῆς ζωῆς, καὶ ταῖς πρεσβείαις ταῖς σαῖς λυτρουμένη, ἐκ θανάτου τὰς ψυχὰς ἡμῶν».

Η Αγία μας Εκκλησία αποκαλεί τη Μάνα Παναγιά ως το γλυκασμό των αγγέλων, τη χαρά των θλιμμένων και την προστάτιδα των χριστιανών. Ως χρυσοπλοκώτατον πύργον και δωδεκάτειχον πόλιν, ως ηλιοστάλακτον θρόνον και καθέδραν του Βασιλέως. Ωστόσο, όπως και να την αποκαλέσει, για τον ανθρώπινο νου παραμένει ένα ακατανόητο θαύμα που γαλουχεί το Δεσπότη Χριστό, που αποτελεί τη γέφυρα μεταξύ γης κι ουρανού‧ την ατελείωτη ελπίδα και το αιώνιο στήριγμα κάθε χριστιανού.

Η Θεοτόκος Μαρία έγινε Μητέρα του Ιησού Χριστού είναι όμως και δική μας Μητέρα, γιατί όταν κοινωνούμε το σώμα και το αίμα του Κυρίου γινόμαστε αδέλφια του Χριστού, άρα και παιδιά της Υπεραγίας Θεοτόκου. Έτσι ως και δική μας Μητέρα, πρεσβεύει όλους εμάς που σεβόμεθα και επικαλούμεθα το άγιο όνομά Της.

«Καὶ σὲ μεσίτριαν ἔχω, πρὸς τὸν φιλάνθρωπον Θεόν, μή μου ἐλέγξῃς τὰς πράξεις, ἐνώπιον τῶν Ἀγγέλων, παρακαλῶ σε, Παρθένε, βοήθησόν μοι ἐν τάχει».

Εκκλησία Online

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.