Στούς ἁγίους καί καλλίνικους Δέκα Μάρτυρες, ὅταν σέ καιρό βίαιου χειμώνα γύρισε ἀπό θαλασσινό ταξίδι καί σχεδίασε αὐτό τόν λόγο. 1. Ποθούσατε, ἄραγε, τήν ἐπάνοδό μου, φίλοι καί άδελφοί καί παιδιά μου; Ἐγώ ἔνιωθα ἄλλους νά προσεύχονται νά μέ δοῦν πάλι σ᾽ αύτή τήν καθέδρα καί νά βρεθῶ μαζί σας τή λαμπρή αὐτή ἡμέρα τῶν ἑορτῶν, αὐτῆς τῶν Μαρτύρων καί αὐτῆς τοῦ Χριστοῦ, τοῦ μεγάλου καί μοναδικοῦ καί πρώτου κυρίαρχου τοῦ παντός, πού προεξάρχει στή λαμπροφορία αὐτή, καί ἄλλους νά ρωτοῦν νά μάθουν σχετικά καί νά λένε αὐτά περίπου: «Ποῦ εἶναι ὁ πατέρας; Ποῦ εἶναι ὁ ποιμένας; Ποῦ εἶναι αὐτός ποῦ μᾶς κάνει λαμπρότερες τίς ἑορτές καί πού μέ τήν παρουσία του φαιδρύνει τίς μνῆμες τῶν Ἁγίων καί πού ἰδιαίτερα μᾶς τρέφει μέ τούς λόγους του, ἀναπτύσσοντας τίς Ἱερές Βίβλους, καί πού σχεδόν φωνάζει: «Παιδιά μου, εἶναι ἡ τελευταία ὥρα καί πρέπει νά πλησιάσουμε μέ ἐπίγνωση τό Θεό καί τόσο περισσότερο νά τόν ἐγγίσουμε, ὅσο μάλιστα βλέπουμε τήν ἡμέρα νά προσεγγίζει, ὅπως φωνάζει ἡ θεία σάλπιγγα, ὁ Παῦλος ὁ θεηγόρος». Ποῦ, λοιπόν, εἶναι αὐτός πού μᾶς ἐξηγεῖ τά θεῖα καί ἱερα γράμματα καί κάνει ἐντονότερο τόν τόνο τῆς προθυμίας μας μέ τό δικό του παράδειγμα;

Μήπως, ἄραγε, ἔχοντας φύγει μακριά ἀπό τήν πατρίδα, χάθηκε; Μήπως κάποιος πόθος τοῦ θύμισε τή φιλοστοργία πρός τό ποίμνιό του, καί ό πόθος αὐτός νίκησε τίς δυσκολίες τοῦ δρόμου καί τοῦ θύμισε τήν ἐπιστροφή; Ἤ, τέλος, κάποια θεία δύναμη τόν ξανάφερε καί μάλιστα στούς Ἁγίους, τούς ὁποίους μέ πολλή φροντίδα καί θερμή προθυμία πάντοτε τιμᾶ; Καί νά, τώρα μέ περισσότερο ζῆλο, ἀπό ὅσο τοῦ ἐπιτρέπουν οἱ δυνάμεις του, φρόντισε καί ἔσπευσε στήν πνευματική αὐτή πανήγυρη. Καί πολύ εὔλογα, γιατί συνέβη νά ἔχει μαζί του τήν ἱερή λάρνακα τῶν σεβασμίων λειψάνων τους, πού τήν περιφέρει παντοῦ, ὅπου πηγαίνει, ἐπειδή αὐτή κάνει πολύ εὔκολους τούς δρόμους του καί ἔχοντάς την ὥς συνταξιδιώτη πορεύεται μέ ἀσφάλεια». Αὐτά νομίζω ὅτι πολλοί διαλογίζονταν, ὅταν ἐγώ ἀπουσίαζα, γιατί σάν εὐγνώμονα παιδιά ἔτσι συμπεριφέρονται πρός φιλόστοργο πατέρα, καί αὐτός ἦταν ὁ πόθος τους, νά μέ δοῦν μέ τά ἴδια τους τά μάτια νά εἶμαι σωματικά παρών καί νά ἀκούσουν τή φωνή μου νά τούς διδάσκω. Αὐτό, λοιπόν, τό βλέπετε τώρα νά γίνεται. Βρίσκομαι, λοιπόν, ἐγώ ὁ ἴδιος ἀνάμεσά σας μέ τόν ζωντανό λόγο, ἀγκαλιάζοντας αὐτή ἐδῶ τήν ἱερή σύναξη καί σάν δῶρο ἀπό την ἀπουσία μου προσφέρω αὐτό τόν λόγο καί σέ σᾶς καί στούς Μάρτυρες τοῦ Χριστοῦ. Καί δεχθεῖτε τον σάν νά μήν ἦρθε ἀπό μακρινό ταξίδι, καί ἐκεῖνα, μέ τά ὁποῖα θά εὐχαριστοῦνταν οἱ Μάρτυρες νά προσφέρω, ἀποδεχθεῖτε τα μέ πραότητα, γιά νά φύγετε χαρούμενοι ἀπό τήν ἑορτή, στολισμένοι μέ ἄνθη καί ἔχοντας δρέψει ἀπό ἐδῶ πλούσιους καρπούς.

2. Λοιπόν, ἔφθασε γιά μᾶς σήμερα ἡ ἑορτή καί ἡ πανήγυρη τῶν Ἁγίων, συγκαλώντας φιλόφρονα ὅλη τήν πατροπαράδοτη ὁμήγυρη καί ἄς παρευρίσκεται μαζί μου ὅλος ὁ φιλομάρτυρας λαός τῆς Κρήτης, χαίροντας πνευματικά μέ τούς Δέκα Μάρτυρες καί προσφέροντας τήν ἑορτή αὐτή σάν προοίμιο στή Γέννηση τοῦ Χριστοῦ, σάν νά εἶναι πολύτιμα δῶρα πού προσφέρονται στό Χριστό, πού γεννήθηκε, καί ἀνώτερα στό περιεχόμενο ἀπό ἐκεῖνα τῶν Μάγων, καθόσον ἐκεῖνα τότε ἦταν ὑλικά, ἐνῶ τά τωρινά πνευματικά καί ἀξια τῆς μεγαλωσύνης τοῦ Ἰησοῦ. Φανερά ἄς εἶναι τά δῶρα αὐτά πίστη ὀρθή καί δραστήρια ἐλπίδα γιά τά ἐπηγγελμένα ἀγαθά πού περιμένουν τούς ἄξιους καί πάλι ἡ ἀγάπη ἡ μεγαλόφωνη καί φλογερή τῆς γνήσιας οἰκείωσης μέ τόν Θεό καί τῆς ἀνάβασης, πού ἀπό αὐτά τίποτε δέ γνωρίζει νά συνεισφέρει ὁ χρυσός καί ἡ σμύρνα καί ὁ λίβανος σ᾽ αὐτούς πού βλέπουν αὐτά τά πράγματα μέ τίς αἰσθήσεις. Βλέπετε μέ ποιά δῶρα σεμνύνεται ἡ γενέθλια πανήγυρη τοῦ Δεσπότη; Βλέπετε τό ἐγκώμιο τῶν Μαρτύρων σέ πόσο μεγάλο ὕψος μᾶς ἀνέβασε; ἑπομένως δέν δεχθήκατε μέ θερμή διάθεση τά ὅσα εἰπώθηκαν καί δέν αἰσθανθήκατε πάρα πολύ μεγάλη εὐγνωμοσύνη πρός τούς Ἀθλητές, πού μέ τήν πανήγυρή τους μᾶς προετοίμασαν γιά τή Γέννηση τοῦ Χριστοῦ, ἔτσι σάν νά ἄνοιξαν μέ τήν ὁλοφώτεινη παρουσία τους τά πρόθυρα τῆς Βασιλικῆς ἑορτῆς; Λοιπόν ἄς προεξάρχει ἀπό τίς ἄλλες μαρτυρικές ἑορτές ἡ σημερινή πανήγυρη, ἀφοῦ ἀποτελεί προοίμιο τῆς Δεσποτικῆς Θεοφάνειας, ἄν καί ὄχι σύμφωνα μέ τή χρονική σειρά τῶν γεγονότων, ἀλλά σύμφωνα μέ τό μήνα τοῦ ἐκκλη- σιαστικοῦ ἔτους, πού χρονικά ἑορτάζουμε τή φήμη τῶν Μαρτύρων πρίν ἀπό τή Γέννηση τοῦ Χριστοῦ.

3. Ἀλλά εἶναι καιρός νά ξεπληρώσουμε στούς Μάρτυρες τό χρέος καί νά δείξουμε καθαρά μέ τόν λόγο καί ποἶοι ἦταν αὐτοί καί ἀπό ποῦ καταγόταν ὁ καθένας καί ποιά κλήση ἔλαβε καί ἀπό ποιό μέρος τῆς περιοχῆς συνέβαινε νά προέρχονται καί πῶς συγκεντρώθηκαν στόν ἴδιο τόπο. Μπορεῖ, λοιπόν, ὅποιος θέλει νά πάρει στά χέρια του τίς συγγραφές, πού ἔχουν γραφεῖ γι᾽ αὐτούς καί νά μάθει λεπτομερῶς ἀπό αῦτές τό ὄνομά τους καί τή ζωή τους, τή θέση καί τήν πατρίδα καί τό γένος καί ὅλα ὅσα παρουσιάζουν τήν ἄριστη καταγωγή τῶν Ἀνδρῶν, γιά τά ὁποῖα καί ὁ σεβασμός ὑπῆρχε σ᾽ αὐτούς καί ἡ σταθερή καί ἀκλόνητη πίστη. Δέ νομίζω ὅτι πρέπει νά προσθέσω στά ἐγκώμια, γιατί ἡ ὁμιλία μου αῦτή δέν ἔχει συνταxθεῖ γιά νά ἐξιστορήσει τά σχετικά μέ τή ζωή τους. Εἶναι γνωστές οἱ δύο συγγραφές, πού ὑπάρχουν καί πού κάπως διε- ξοδικότερα ἀναφέρουν τά καθέκαστα. Αὐτά, λοιπόν, πού τώρα εἶναι εὔλογο νά εἰπωθοῦν, αὐτά θά λεχθοῦν.

4. Οἱ Μάρτυρες, λοιπόν, αὐτοί μιά ἐπίγεια πατρίδα εἶχαν, τήν Κρήτη, ἀλλά δέν προέρχονταν ὅλοι, θά ἔλεγε κανείς, ἀπό τήν ἴδια περιοχή. Προέρχονταν ἀπό διαφορετικές πόλεις, ἀλλά ὅλοι σέ μιά πατρίδα πολιτογραφήθηκαν, στήν ἐπουράνια πόλη, γιατί ἐκεῖ ἦταν γι᾽ αὐτούς ἡ πατρίδα. Ἧταν Δέκα, ἀλλά στήν πραγματικότητα ἀποτελοῦσαν Ἕναν καί ἀπάρτιζαν τόν τέλειο ἀριθμό, ἦταν ὅμιλος ἅγιος, σύνολο ἱερό, ἄνθρωποι ἁγιασμένοι, ἄνδρες πού ζοῦσαν τήν ἴδια ζωή καί πού ἐπάνω τους εἰκόνιζαν τό κάλλος τῆς ἀρετῆς, ἰσότιμοι ὡς πρός τήν ἀξία, μέ τόν ἴδιο ζῆλο στή διάθεση, μέ τήν ἴδια ἀνδρεία καί στάση ἀπέναντι στούς τυράννους, ὁπλισμένοι μέ μιά πανοπλία τῆς πίστεως, xωρίς νά ἔχουν τίποτε τό κοσμικό ἐπάνω τους, ἄνθρωποι πού πρόσφεραν τά πάντα στόν Θεό, τούς ἑαυτούς καί τά σώματα καί ὅσα ὁδηγοῦν στήν οὐράνια κατάσταση. Μονάχα αὐτοί ἐκεῖνο τόν καιρό, μονάχα αὐτοί σέ ὅλη τους τήν πατρίδα ἀσκήθηκαν στούς κόπους τῆς ἀρετῆς καί ὅλοι γι᾽ αυτούς μιλοῦσαν, γιατί ἦταν σταθεροί καί ἰσχυρότεροι ἀπό τό διαμάντι, ἔχοντας γυμνασμένα τά αἰσθητήρια τῆς ψυχῆς σέ κάθε εἶδος ἀρετῆς, ὥστε νά ξεχωρίζουν τό καλό ἀπό τό κακό. Καί γιατί πρέπει νά ἀπορεῖ κανείς, ἐάν, ὅταν ἐπρόκειτο μέ τή θέλησή τους νά βαδίσουν στήν ἄθληση, καταπολέμησαν ἐκ τῶν προτέρων τά πάθη τῆς σάρκας καί παρατάχθηκαν ἀπό πρίν ἐναντίον τῶν δαιμόνων, πού κρυφά σκέπτονταν τό κακό μας; Ἀναδείχτηκαν ἀνώτεροι ἀπό αῦτούς καί τούς νίκησαν στή δυσκολοπολέμητη μάχη, πού προηγουμένως τυραννοῦσε τόν φυσικό νόμο. Ἔτσι οἱ ὁπλίτες τῆς εὐσεβείας προετοιμάστηκαν γιά τή μεγάλη χριστιανική μάχη. Ἔτσι προπαρασκευάζονταν καί ὁπλίζονταν ἐναντίον τῶν ἀόρατων πνευμάτων, σάν νά ἔμπαιναν μέ νεανική ὁρμή σ᾽ ἕνα ἀθλητικό ἀγώνα πάλης. Ἐννοῶ τόν ἀγώνα ἐναντίον τοῦ ἄρχοντα τοῦ ἀέρα τοῦ σκότους αὐτοῦ, ἐπειδή, ὅπως λέει ὁ θεῖος Ἀπόστολος, «ὁ ἀγώνας γι᾽ αὐτούς δέν ἦταν πρός αἷμα καί σάρκα, ἀλλά πρός τίς ἀρχές, τίς ἐξουσίες, τούς κοσμοκράτορες τοῦ σκοτεινοῦ αῦτοῦ κόσμου, μέ τά πονηρά πνεύματα στούς οὐρανούς». Ἔτσι, λοιπόν, ἀφοῦ πρίν οἱ γενναῖοι ἀσκήθηκαν, μέ προπονητή στή, σύμφωνα μέ τήν ἀρετή, τελειότητα τοῦ Θεοῦ τή σοφία, τή διδάσκαλο ὅλων, ἦταν ἕτοιμοι καί πρός αὐτή πλέον τήν πάλη.

5. Ἐνῶ, λοιπόν, μέ αὐτόν τόν τρόπο ζοῦσαν καί ἦταν γεμάτοι πάθος γιά τούς ἀγῶνες τῆς ἀρετῆς, ἔφθασε καί γι᾽ αὐτούς ἡ ὥρα τῆς πάλης, πού τούς καλοῦσε, ὅπως ἀκριβῶς τούς ἀθλητές, στό στάδιο τῆς ἀρετῆς. Ἀμέσως, λοιπόν, οἱ ἀήττητοι, ἀφοῦ ὁπλίστηκαν, ἀκριβῶς σάν ἐμπειροπόλεμοι, μέ τά ὅπλα τῆς ἐκστρατείας τους καί ἀφοῦ ἀποτίναξαν τόν ἐσωτερικό φόβο, ρίχτηκαν μέ θάρρος ἐναντίον τῆς ἐχθρικῆς παράταξης, καί σάν νά ἀντιμετώπιζαν κάποιο θήραμα παρότρυνε ὁ ἕνας τόν ἄλλο καί ἔλεγαν: «Ἄς μποῦμε στόν ἀγώνα, ἄς βαδίσουμε ἀνυποχώρητα στόν θάνατο γιά τό Χριστό, γιά νά ζήσουμε μαζί μέ τό Χριστό καί συμβασιλεύσουμε καί νά ἀπολαύσουμε τά βραβεῖα Του, ὅταν θά βασιλεύσουμε μαζί Του». Ἔτσι, λοιπόν, ἄναψε μέσα τους ὁ πυρσός τῆς προθυμίας, ἔτσι πρίν ἀπό τήν πάλη ἐτοίμασαν τούς ἑαυτούς τους γιά τήν πάλη καί προχώρησαν μέ γενναίο φρόνημα πρός αὐτή πλέον τήν ἄθληση. Ὅταν, λοιπόν, ἀνακοινώθηκε τό ἀσεβές καί ἄθεο διάταγμα αὐτοῦ πού τότε ἀσκοῦσε τήν ἐξουσία στή Ρωμαϊκή αὐτοκρατορία, δηλαδή ὅσοι εἶχαν τό μεγάλο ὄνομα τοῦ χριστιανοῦ ὅλοι νά συλλαμβάνονται ὅπου καί ἄν βρίσκονται καί νά ὁδηγοῦνται στά δικαστήρια τῶν διωκτῶν, καί στή συνέχεια, πρῶτα – πρῶτα ὁ καθένας ἀπό τούς προσαγόμενους νά δελεάζεται μέ τήν πειθώ καί τό καλόπιασμα καί τά ἀπατηλά λόγια. Ἄλλους νά προσπαθοῦν νά τούς παρασύρουν μέ ὑποσχέσεις διαφόρων πραγμάτων, ἄλλους μέ πολλά χρήματα, ἄλλους μέ ἀξιώματα, γιατί αὐτά εἶναι τά ἀσεβῆ ἐφευρήματα γιά τήν ἐξαπάτηση τῶν ἀφελεστέρων, καί ὅσους ἀρνοῦνταν νά συμμορφωθοῦν στήν αὐτοκρατορική διαταγή, νά τούς τρομοκρατοῦν μέ ἀπειλές, ἀκόμα, χωρίς καμιά λύπηση, καί μέ ἀνίατα βασανιστήρια, ἔστω καί ἄν αὐτοί συνέβαινε νά κατέχουν τήν ὁποιαδήποτε ἐξέχουσα θέση. Ἐνῶ, λοιπόν, σκοτάδι εἶχε περιχυθεῖ καί νυκτερινή τρικυμία παντοῦ καί γιά τούς χριστιανούς τά πράγματα βρίσκονταν στήν κόψη τοῦ ξυραφιοῦ, ὥστε τίποτε ἄλλο νά μήν ὀνειρεύονται παρά τόν θάνατο, τότε, λοιπόν, αὐτοί οἱ γενναιόφρονες παρουσιάστηκαν ἀπό τίς πατρίδες τους σάν φωτεινά ἀστέρια, πού προέρχονταν ἀπό κάποιο ἄλλο στερέωμα, καί ἀποκαλώντας τούς ἑαυτούς τούς χριστιανούς καί περιφρονώντας ὁλοφάνερα τά μισητά μολύσματα τῆς εἰδωλολατρικῆς μανίας, ἔλεγαν: «Ἄνδρες, ποιά μεγάλη πλάνη χύθηκε γύρω σας; Γιατί ὑψώθηκε τόσο πολύ ἡ φλόγα τῆς ἀσέβειας καί κατατρώγει τό ἔδαφος τῆς Κρήτης; Γιατί ἀκολουθεῖτε τό σκοτάδι καί Φεύγετε ἀπό τό φῶς; Γιατί ἀγνοεῖτε τόν πραγματικό Θεό καί προσκυνεῖτε τούς ἀνύπαρκτους θεούς; Γιατί περιφρονεῖτε τό Δημιουργό καί θεοποιεῖτε τό κτίσμα; Δέ βλέπετε τόν οὐρανό καί τίς ὀμορφιές του, τή γῆ καί τή θάλασσα καί αὐτόν τόν ἀέρα, πόσο ἄρτια ἔχουν κατασκευαστεῖ; Ποιός διοργάνωσε τόν ἐναρμόνιο αὐτό κόσμο; Ποιός ἀριστοτέχνης τόν τεχνούργησε τόσο μεγαλόπρεπα; Μήπως προσκυνεῖτε ὡς θεούς τούς δαίμονες, τῶν ὁποίων τά εἴδωλα ἔχετε ὑψώσει; Mάθετε, λοιπόν, κάποτε, ἔστω καί ἀργά, τήν ἀλήθεια καί ἀφῆστε τό ψέμα. Ἀληθινός Θεός εἶναι Αὐτός πού δημιούργησε τά πάντα. Εἶναι Θεός ζωντανός καί ἐνεργός, πού καθοδηγεῖ τά πάντα καί ὅλα τά συγκρατεῖ. Αὐτόν ἐμεῖς προσκυνοῦμε καί ἔχουμε τήν ἀξίωση καί σεῖς νά Τόν προσκυνεῖτε. Εἶναι Αὐτός πού, ἐξαιτίας τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος στό πρόσωπο τοῦ Ἀδάμ, ἀθέτησε τήν ἐντολή τοῦ Θεοῦ, ἔστειλε τόν μονογενή Του Υἱό γιά νά ἀνακαλέσει τό ἀνθρώπινο γένος στή σωτηρία, ἀφοῦ ντύθηκε ὅλη τή Φύση τοῦ φταίχτη, ἐκτός ἀπό τήν ἁμαρτία μονάχα, γιά νά τή σώσει ὅλη, τόν Υἱό Του, πού, ἐξαιτίας τῆς ὑπερβολικῆς φιλανθρωπίας, ὑπέμεινε θεληματικά τόν ἐπονείδιστο θάνατο γιά ὅλους, προκειμένου μέ τά δικά Του παθήματα νά ἐξαφανίσει τά δικά μας πάθη καί μέ τό δικό Του θάνατο νά νεκρώσει τόν θάνατο».

6. Τέτοια λοιπόν, κατά τή σύντομη παρουσία τους, εἶπαν οἱ Ἀθλητές τῆς εὐσέβειας στόν λαό, πού συνέβη νά παρευρίσκεται. Ἀλλά ὁ ὄχλος, ὄντας ἀπειθής καί προσκολλημένος μέ περισσότερο πάθος στήν εἰδωλολατρική δεισιδαιμονία, ἔκλεισε τά αὐτιά του καί μεγάλη κίνηση καί ταραχή γέμιζε τό πᾶν καί θόρυβος ἀνεξήγητος στόν κόσμο, σάν νά εἶχαν ἐπιτεθεῖ ἐχθροί στήν πόλη: Ὅλοι τους γιά ἕνα προσπαθοῦσαν, πῶς δηλαδή νά γκρεμίσουν τόν πύργο τῆς πίστεως, πού εἶχαν καλά οἰκοδομήσει οἱ Μάρτυρες. Ἀλλά οἱ στρατιώτες τοῦ Χριστοῦ οὔτε ἐξαιτίας τοῦ θράσους ἐκείνων ἐγκατέλειψαν τίποτε ἀπό τήν πίστη τους οὔτε δείλιασαν ὤστε νά χάσουν τήν τόλμη τους. Μακριά ἀπό τή βλασφημία. Καί αὐτοί λοιπόν ἔτσι ἦταν. Οἱ εἰδωλολάτρες ὅμως, σάν νά ἐπρόκειτο νά ἁρπάξουν λάφυρα, ὅρμησαν ἐναντίον τῶν ἀλησμόνητων Ἀλητῶν καί, ἀφοῦ τούς κύκλωσαν, τούς διαπόμπευαν σέ ὅλη τήν πόλη, κραυγάζοντας, τραγουδώντας, θορυβώντας, πετώντας τους χῶμα καί πέτρες – καί τί ἀπό ὅσα προξενοῦν λύπη δέν ἔκαναν, ὅπως εἶναι εὔλογο νά κάνουν τέτοιοι ἄνθρωποι – γιατί ἀγαπάει ὁ κόσμος αὐτός, πού εἶναι ἀσυγκράτητος ὄχλος, τήν ὁρμή νά ἐπιτίθεται ἐναντίον τῶν εὐσεβῶν ὅμοια μέ αὐτούς πού εἶναι λυσσασμένοι σάν τούς ἴδιους. Ἔτσι, λοιπόν, πέρασε ὁ πρῶτος ἄθλος τῶν Ἁγίων. Φυλακή τούς διαδέxθηκε ἀμέσως καί σιδερένια δεσμά σέ ὅλο τό σῶμα καί καθημερινές διαπομπεύσεις καί προσαγωγές καί ἡ προσταγή τοῦ ἄρχοντα, πού διέταζε νά βασανίζουν τούς Ἁγίους καί μ᾽ ἕνα λόγο νά ἐπιτρέπεται στόν καθένα νά κάνει ἐναντίον τους ὅ, τι θέλει.

7. Αὐτά γίνονταν γιά ἀρκετές ἡμέρες. Τήν ὁρισμένη ὅμως ἡμέρα, κατά τήν ὁποία ἔπρεπε νά γίνει ἡ προσαγωγή τῶν φυλακισμένων καί ἐνῶ εἶχαν ἐτοιμαστεῖ ὅλα, ἀνέβηκε στό βῆμα ὁ ἀνθύπατος τῆς χώρας καί διέταξε νά προσαχθοῦν οἱ Ἅγιοι γιά νά δικαστοῦν γιά ὅσα κατηγοροῦνται. Οἱ Μάρτυρες τοῦ Χριστοῦ, ὅταν ὁδηγήθηκαν στή μέση καί στάθηκαν μπροστά στό βῆμα τοῦ δικαστῆ – ὁ Πλατίμαιος ἦταν ὁ ἀρχηγός τῆς ἀσεβέστατης αὐτῆς πυρακτωμένης συγκέντρωσης – οὔτε ἀπό τόν ὄγκο τῶν ἐξουσιαστῶν ἐξεπλάγησαν οὔτε ὑποχώρησαν στίς ἀπειλές. Πρός αὐτούς ἐκεῖνος, δείχνοντας κάπως ἠπιότερο πρόσωπο, εἶπε: «Γιά ποιό λόγο δέν ὑπακούετε στίς διαταγές τοῦ αὐτοκράτορα; Ἀπό σεβασμό σ᾽ ἐκεῖνον καί φόβο πρέπει νά θυσιάσετε στούς θεούς, πού ἐμεῖς σεβόμαστε. Δέν ἔχετε τή διάθεση νά θυσιάσετε, μολονότι εἶστε ἄνδρες, πού φθάσατε σέ τόσο μεγάλο ὕψος ἀρετῆς καί πού εἶστε γνωστοί ἀπό καιρό γιά τήν καλή συμπεριφορά σας, πού ἔχετε διδαχθεῖ ἔμπρακτα περισσότερο ἀπό τούς ἄλλους νά τιμᾶτε τούς Θεούς. Ἀλλά πειστεῖτε σ᾽ αὐτά, πού θά σᾶς πῶ. Θά σᾶς συμβούλευα, λοιπόν, ἄνδρες, νά ὑπακούσετε στή βασιλική διαταγή καί νά θυσιάσετε μαζί μας καί νά προσφέρετε σπονδές στούς θεούς, τούς ὁποίους ἐμεῖς καί γνωρίζουμε καί τιμοῦμε, καί ἔτσι θά ἀπολαύσετε κατόπιν τή δική μας φροντίδα, πού θά σᾶς προσφέρουμε τά πάντα, καθώς καί τίς βασιλικές ὑποσχέσεις, τίς ὁποῖες μέ χαρά ἀπολαμβάνουν αὐτοί πού προτιμοῦν νά τιμοῦν τούς θεούς καί περιφρονοῦν τή θρησκεία τῶν χριστιανῶν, ἐπειδή τίποτε δέν μπορεῖ νά προσφέρει σ᾽ αὐτούς πού τήν ἀκολουθοῦν, ἐκτός ἀπό τόν θάνατο καί τά τιμωρητικά βασανιστήρια». Ἀπάντησαν οἱ Μάρτυρες: «Καί τί μεγάλο δέν μᾶς χαρίζει τό μεγάλο καί σεβάσμιο ὄνομα τοῦ Χριστοῦ! Καί ποιό ἀπό αὐτά, πού σεῖς θεωρεῖτε ὅτι εἶναι ἔνδοξα καί προσοδοφόρα, δέν ἀποδεικνύεται εὐκαταφρόνητο ἀπό τούς δούλους τοῦ Θεοῦ; Ἐμείς δέν θά ὑποκύψουμε οὔτε σ᾽ αὐτά, τά ὁποῖα φιλότιμα πρίν ἀπό λίγο μᾶς ὑποσχέθηκες καί τά ὁποῖα ξέρουν νά κολακεύουν τίς αἰσθήσεις, οὔτε θά ὑποτάξουμε τό ἀνδρικό μας φρόνημα στίς ἀπειλές σας. Ἐμεῖς δέν εἴμαστε τόσο εὔκολοι καί εὐμετάβολοι στό νοῦ, ὥστε νά θελχθοῦμε ἀπό τά γήινα καί ἄθλια, πού βλέπουμε, καί νά προδώσουμε τήν ἀρχή τῆς σωτηρίας μας. Δέν μᾶς ὑπόσχεσαι τόσο ἀγαθά, ὅσο μᾶς τά στερεῖς. Εἶναι ματαιοπονία νά προσπαθεῖς νά στρέψεις τόν νοῦ μας στά παροδικά πράγματα καί νά περιφρονήσουμε τά μέλλοντα. Τά πρῶτα ἔχουν πρόσκαιρη τήν ἀπόλαυση, ἐνῶ τά δεύτερα τήν αἰώνια ἀπόλαυση, πού δέν τελειώνει ποτέ. Ἄν τά λόγια μας αὐτά σοῦ φαίνονται, ἀνοησία καί ὁ εἰδωλολατρικός σου ζῆλος σέ ἔχει κάνει νά ὀργίζεσαι, προσπάθησε νά μάθεις ἔμπρακτα τή δύναμη αὐτῶν πού σοῦ λέμε».

8. Αὐτοί, λοιπόν, αὐτά εἶπαν. Ὁ δικαστής, μόλις τά ἄκουσε, ἄλλαξε ἀμέσως τό πρόσωπο καί τήν ὑποκριτική προηγούμενη στάση, πού εἶχε δείξει ἀπέναντι στούς Ἁγίους, καί ἀποκάλυψε τήν ἀληθινή ἐσωτερική του διάθεση, γιατί δέν εἶναι δυνατόν τό θηρίο νά καλύπτεται ὡς τό τέλος μέ τήν προσωπίδα τῆς δῆθεν καλωσύνης, πού ἐλέγχει τόν ἀπότομο χαρακτήρα του. Ἐπειδή εἶχε κυριευθεῖ ἀπό μανία, σηκώθηκε ἀμέσως ἀπό τή θέση του καί διέταξε νά φέρουν μπροστά στά μάτια των Ἁγίων κάθε εἶδος βασανιστικῶν ὀργάνων, νομίζοντας πώς μέ αὐτό τόν τρόπο θά τρομοκρατήσει αὐτούς, πού ἦταν ὁπλισμένοι σάν πύργοι μέ τήν πανοπλία τῆς εὔθραυστης εὐσέβειας καί πίστης πρός τόν Θεό. Καθόλου διαφορετικά, παρά ἔτσι εἶχαν συνηθίσει οἱ ἀσεβεῖς νά ἐπιτίθενται ἐναντίον τῶν εὐσεβῶν, χωρίς νά μποροῦν ἤ νά θέλουν, γιά νά μιλήσουμε ἀκριβέστερα, οἱ τρισάθλιοι νά δοῦν καθαρά μέ τό μάτι τῆς ψυχῆς ὅτι δέν ἔχουν τή δύναμη νά ὑποτάξουν αὐτούς, πού εἶναι ὁπλισμένοι μέ τήν ἀκαταμάχητη δύναμη τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά οὔτε ὁ Χριστός θέλει νά εἶναι εὐάλωτοι αὐτοί, πού μιά καί καλή ἔγιναν δικοί Του καί φέρουν κατά κάποιο τρόπο σάν εἰκόνα ἐπάνω τους τόν σταυρό Του, μέ τόν ὁποῖο, ἀφοῦ σταυρώθηκε ἑκούσια, ἔτρεψε σέ φυγή ὅλες τίς ἀντίθετες δυνάμεις. Εὔλογα μπορεῖ κανείς νά θαυμάσει τό θαρραλέο καί ἀκαταγώνιστο μπροστά στίς ἀπειλές φρόνημα, πού εἶχαν ἀπέναντι στά ὄργανα τοῦ τύραννου δικαστῆ. Εἶχαν τοποθετήσει μπροστά τους κάθε εἶδος βασανιστικῶν ὀργάνων, πού μόνο μέ τό νά τά δοῦν ὅσοι ὁδηγοῦνταν στό στάδιο, τρομοκρατοῦνταν. Καί θά τά δείξει αὐτά προχωρώντας ὁ λόγος, ὅπως ἐπίσης καί πόση ὑπῆρξε ἡ καρτε- ρία τῶν Ἁγίων στά βασανιστήρια, πού ὑπέφεραν, καί ἡ ἀκλόνητη σταθερότητα στίς ἐρωτήσεις. Μποροῦσε, λοιπόν, νά δεῖ κανείς μπροστά τους τά φοβερά σύνεργα τῆς ἀδυσώπητης κακίας, μέ τά ὁποῖα ἐξόπλισε τούς διῶκτες τῶν Ἁγίων ὁ ἀρχηγός τῆς πονηρίας ἐxθρός διάβολος. Καί αὐτά ἦταν ξυστῆρες πού ἔσχιζαν τά σώματα, σιδερένιοι κόφτες καί μαχαίρια καί σοῦβλες καί κοφτερά ἐργαλεία καί τηγάνια, στρεβλωτῆρες τῶν ἀρθρώσεων καί καταπέλτες, μεγάλοι καί μικροί τροχοί, καμπῦλα ραβδιά καί ἰκριώματα, λάκκοι καί ρόπαλα, κρεβάτια σιδερένια καί ὑποδήματα μέ σιδερένια καρφιά καί φωτιά καί ἄσφαλτος καί πίσσα καί θειάφι καί στουπί ἀναμμένο. Παραλείπω νά πῶ τά ἀγριότατα φόβητρα τῶν θηρίων, τῶν λιονταριῶν μαζί μέ τίς ἀρκουδες καί τίς λεοπαρδάλεις, πού κανένα τους δέν ἔλειπε ἀπό τά χέρια τῶν δημίων, πού παραδίδουν σέ βορά τά σώματα τῶν Ἀθλητῶν καί γενικά ὅσα ὄργανα τρομάζουν τόν ἄνθρωπο. Τίποτε ἀπό αὐτά δέν φόβισε οὔτε ἔκανε νά λιποψυχήσουν τούς γενναίους ἐκείνους καί μεγαλόφρονες καί πραγματικά ἀριστεῖς τοῦ ἀγώνα γιά τόν Χριστό. Ἦταν, λοιπόν, ρωμαλέο καί θαρραλέο καί πέρα γιά πέρα ἀτρόμητο τό φρόνημά τους καί ὅλα αὐτά τά θεωροῦσαν σάν φόβητρα μικρῶν παιδιῶν. Θεωροῦσαν τά φόβητρα τῶν ἀνόσιων σάν «βέλη νηπίων», πού λέει ὁ Δαβίδ, καί πιό ἀδύνατα καί πιό σαθρά ἀπό τά λεπτά νήματα τῆς ἀράχνης. Καί γιατί ὅλα αὐτά καί τά ὅμοιά τους νά μήν τά θεωροῦν, μέ νεανικό φρόνημα, παρά ἔτσι οἱ γενναῖοι καί μεγαλόφρονες, πού οὔτε ἐξεπλάγησαν ἀπό κανένα ἀπό αὐτά πού βρίσκονταν μπροστά τους οὔτε ὑποχώρησαν στήν ἀπειλή τῶν βασανιστῶν;

Ἀλλά οὔτε καί ὅταν τούς ἔβλεπαν βλοσυρούς καί νά μεταχειρίζονται τά χειρότερα τιμωρητικά ὄργανα τό στέρεο φρόνημά τους κάμπτονταν, ἀλλά ἀκριβῶς σάν ἄθραυστες καί ἀρραγέστατες θαλασσινές προβλῆτες ἀπέκρου- σαν τά κύματα τῶν βασάνων, φροντίζοντας μονάχα γιά ἕνα πράγμα, δηλαδή νά διασώσουν τίς ψυχές τους σάν πλοῖα μέσα στά λιμάνια τῆς οὐράνιας δόξας, χωρίς νά χάσουν τίποτε ἀπό αὐτά, πού μετέφεραν, καί παράλληλα νά φθάσουν κωπηλατώντας στόν ὅρμο τοῦ θεϊκου θελήματος καί ν᾽ ἀναπαυθοῦν ἐκεῖ αἰώνια. Γιατί ποῦ ἀλλοῦ, παρά σ᾽ ἐκείνη τήν ἀνταπόδοση ἀπέβλεπαν οἱ γενναιόφρονες; Ἤεραν καλά ἐκείνα, πού διδάxθηκαν ἀπό τόν λόγο τοῦ Παύλου, πού λέει ὅτι «τά παθήματα του παρόντος καιροῦ δέν ἔχουν καμιά ἀξία, συγκρινόμενα μέ τή δόξα, πού μέλλει ν᾽ ἀποκαλυφθεῖ σέ μας». Καί αὐτό ἦταν σ᾽ αὐτούς τό ἀγώνισμα, δηλαδή νά φθάσουν στό βραβείο τῆς οὐράνιας κλήσης, τό ὁποῖο ξέρει νά χαρίζει μονάχα ἡ ὑπομονή στά δεινά καί ἡ περιφρόνηση τῶν προσκαίρων, ἔστω κι ἄν αὐτά εἶναι τερπνά καί θέλγουν τήν αἴσθηση. Ὅταν, λοιπόν, σύμφωνα μέ τή διαταγή, τοποθετήθηκε μπροστά τους καθένα ἀπό τά τιμωρητικά ὄργανα, τούς εἶπε ὁ πικρός ἐκεῖνος τύραννος: «Τί λέτε; Ποιός ἀπό σᾶς ἔχει τόσο μεγάλο θάρρος; Πῶς ἡ τόλμη καί ἡ ἔπαρση τῶν λόγων σας παρέσυραν ὥστε νά περιφρονήσετε τίς βασιλικές διαταγές καί νά μήν στρέψετε τόν νοῦ σας στίς τιμές, πού ἀπολαμβάνουν ὅσοι πειθαρχοῦν σ᾽ αὐτές, καί πῶς ἀδιαφορήσατε γιά τήν ὀργισμένη τιμωρία γιά ὅσους ἀπειθοῦν; Ἀλλά, ἄν θέλετε νά ξεφύγετε ἀπό τήν ἀναπόφευκτη τιμωρία καί νά ἀποτρέψετε τήν ποινή, πού θά σᾶς ἐπιβάλει τό δικαστήριο, μέ χαρούμενη διάθεση ἐλᾶτε μαζί μας στούς ἱερούς βωμούς τῶν θεῶv καί θυσιᾶστε καί δεῖξτε τή σώφρονα εὐσέβεια πρός αὐτούς». Ἀπάντησαν σ᾽ αὐτόν οἱ γενναίοι: «Ἀλλά δέν εἶναι θεοί τά ξόανα, πού ἐσεῖς σέβεστε, ἀκόμα κι ἄν καταλάβαιναν τίς θυσίες, πού τούς προσφέρονται. Ἀλλά πῶς θά μποροῦσαν νά αἰσθανθοῦν, ὅταν xθές ἦταν σαθρά ξύλα καί κατάλληλα γιά ἄναμμα φωτιᾶς, ἔστω καί ἄν στήν ἐξωτερική ἐπιφάνεια ἔχουν σχῆμα ἀνδριάντα καί διακηρύσσονται ἀπό σᾶς δῆθεν θεοί; Αὐτά δέν αἰσθάνονται οὔτε κἄν ὅπως τά ζῶα, γιατί εἶναι ἄψυχα καί ἑπομένως ποιός σεβασμός θά μποροῦσε νά προσφερθεῖ σ᾽ αὐτά; Στά ζῶα ὑπάρχει κάποια ζωτική ἔμφυτη δύναμη, ἀκόμα καί πνοή καί κίνηση τοῦ σώματος καί αἰσθητήρια ὄργανα, ἑνῶ σ᾽ αὐτά καμιά καθόλου ἔμφυτη κίνηση δέν ὑπάρχει. Πῶς θά μποροῦσαν νά κινηθοῦν, ὅταν δέν ὑπάρχει αὐτό πού τά θέτει σέ κίνηση; Κάθε τί πού κινείται ὁπωσδήποτε κάποια δύναμη τό κινεῖ, ἐνῶ σ᾽ αὐτά σαφῶς δέν ὑπάρχει φυσική κίνηση, οὔτε αἴσθηση. Τά φυτά δέν ἔχουν στερηθεῖ τή φυσική τους αὔξηση καί τό καθέν ἀπό αὐτά ἀναπτύσσεται καί φθείρεται. Φυτρώνει δηλαδή καί βλασταίνει καί μέ τόν καιρό μεγαλώνει καί κάνει καρπό ὥριμο γιά τροφή καί γλυκύτατο καί εὐχάριστο ὅχι μόνο στήν ὅραση, ἀλλά καί στήν ὄσφρηση, ἀλλά δέν ἔχει οὔτε ἀκοή οὔτε φωνή, ὅπως κάποια ἀπό τά ἔντομα. Καί αὐτό εἶναι πολύ φυσικό. Στά εἴδωλα ἡ τιμή καί ἡ ὕβρη εἶναι τό ἴδιο πράγμα καί τίποτε δέν ἀντιλαμβάνονται οὔτε εὐχάριστο οὔτε λυπηρό, οὔτε τή φωτιά, πού τά λιώνει, τήν καταλαβαίνουν οὔτε καί τό σίδερο, πού τά καλύπτει, ἄν εἶναι κατασκευασμένα ἀπό πέτρα ἤ ξύλο. Πῶς, λοιπόν, ἐσεῖς λέτε νά προ- σφέρουμε θυσία σ᾽ αύτά, πού τίποτε ἀπολύτως δέν μποροῦν νά δοῦν ἀπό ὅσα τούς προσφέρονται; Οὔτε βέβαια καί νά δεχθοῦν κάτι.»

9. Ὀργίστηκε ἀπό αὐτά ὁ τύραννος καί, ἀφοῦ κοίταξε τούς Ἁγίους μέ βλέμμα βλοσυρό καί φοβερό καί μαζί μέ τό πρόσωπο σκλήρυνε καί τή φωνή, καί στή συνέχεια κραύγασε πολύ, διέταξε νά γυμνώσουν τούς Μάρτυρες. Ἡ διαταγή πρίν καλά – καλά νά ἀκουστεῖ ἔγινε πράξη – γιατί τίποτε δέν μποροῦσε νά τόν ἐμποδίσει νά κάνει αὐτά – καί ἀμέσως οἱ σταθεροί στήν πίστη τους Ἅγιοι στάθηκαν μπροστά στό δικαστήριο, χωρίς τά ἐνδύματά τους καί μαζί χωρίς καί τό χοϊκό φρόνημα. Δέν μποροῦσε νά γίνει διαφορετικά, παρά ἔτσι, ἀφοῦ Αὐτοί, πού εἶχαν ἑτοιμαστεῖ γιά τούς μαρτυρικούς ἀγῶνες ἀπέναντι στήν τόση ὑπερηφάνεια τοῦ σκληροῦ διώκτη, βιάζονταν ν᾽ ἀντιπαράξουν τή δική τους δύναμη. Ἐπειδή τούς ἔσπρωχναν ν᾽ ἀγγίξουν τίς θυσίες καί τίς σπονδές καί τά αἵματα πού ἦταν ἐπάνω στους βωμούς καί νά πάρουν μέρος σ᾽ αὐτές τίς λατρευτικές ἐκδηλώσεις, οἱ ἱεροί αὐτοί Ἄνδρες πολύ εὔκολα καί ὅπως ἔπρεπε ἤλεγχαν τόν ἀνθύπατο καί τόν καταφρονοῦσαν. Τοῦ ἔλεγαν: «Δέν θά μᾶς πείσεις νά ὑποχωρήσουμε μέ τή θέλησή μας στίς δικές σου διαταγές, γιατί τά ξόανα πού ἐσεῖς σέβεστε, δέν εἶναι θεοί, ἀλλά λίθοι καί χαλκός καί ξύλα. Τά ἴδια ἐπιχειρήματα θά χρησιμοποιήσουμε πάλι. Μήπως αὐτά δέν εἶναι ἔργα ἀγροίκων καί ξυλουργῶν καί λιθοξόων καί ἐφευρήματα ἀνθρώπινης τέχνης, μέ τά ὁποῖα ἐξομοίωσαν καί τούς θεούς τους καί τούς δαίμονες αὐτοί πού ἀνόητα τά κατασκεύασαν καί αὐτοί πού ἀπόθεσαν σ᾽ αὐτά τήν πίστη τους;» Τά λόγια αὐτά ἐξερέθισαν περισσότερο τόν διώκτη, ὁ ὁποῖος ὁργίστηκε περισσότερο καί, ἀποκαλύπτοντας ἀμέσως πόση θηριωδία εἶχε μέσα στήν ψυχή, διέταξε τούς δημίους νά τούς βασανίσουν σκληρά, ἄλλο, ἀφοῦ τόν δέσουν σέ πάσαλο, νά τόν γδέρνουν μέ σιδερένια νύχια, ἄλλο, ἀφοῦ τόν δέσουν μέ σκοινιά, νά τόν μαστιγώνουν ἀλύπητα, ἕνῶ ἀπό κάτω φωτιά νά τοῦ φλογίζει τά σπλάχνα, καί ἄλλον μέ ἄλλο τρόπο. Μέ τήν ἐπινόηση αὐτῶν τῶν βασανιστηρίων ἐπιχειροῦσαν τήν ἄρνηση τῶν Μαρτύρων, ἀλλά γιά νά μιλήσουμε ἁπλά, ἡ ἀσεβής αὐτή ὠμότητα δυνάμωνε τό χριστιανικό τους φρόνημα. Ἔβλεπε, λοιπόν, κανείς ἐκείνη τήν ἡμέρα ἡ χώρα νά κατέχεται ἀπό σκοτασμό καί σύγχυση, ὁ οὐρανός νά συννεφιάζει καί ἡ πόλη νά σκοτεινιάζει, οταν οἱ ἐπιφανεῖς Δέκα Ἄνδρες ὁδηγήθηκαν σέ δίκη καί ἡ πίστη τους ἦταν ζηλευτή καί ἔνδοξο τό τέλος τους. Οἱ σταθερότατοι Μάρτυρες τοῦ Χριστοῦ, ἀντιμετωπίζοντας τά δεινά οὔτε λιγόστεψαν τήν προθυμία οὔτε ἐξαιτίας τῶν βασανιστηρίων εἶχαν χαλαρότερο τό φρόνημα, ἀλλά σάν ζωντανοί ἀδάμαντες, ὁπλισμένοι μέ τήν ἀκαταμάχητη θεία δύναμη, τά προηγούμενα βασανιστήρια τίποτε δέν τά θεωροῦσαν, ἐνῶ τά μελλοντικά τά νόμιζαν ὡς δῶρα τοῦ Βασιλέα. Καί τί δέν ἔλεγαν καί τί δέν ὑπέφεραν, ὅσα εἶναι φυσικό νά λένε καί νά ὑποφέρουν oἱ Ἀθλητές. Ὁ ἕνας ἔλεγε ὅτι «ψυχρή μου εἶναι ἡ φωτιά», ἐξαιτίας τῆς ἀλλοίωσής της, ὁ ἄλλος ἔλεγε γλυκά τά καρφιά καί πληγώνουν ἄλλου τό σῶμα», τρίτος ἔλεγε «τί κι ἄν γίνω τροφή τῶν θηρίων καί γίνει τάφος μου ἡ κοιλιά τους; Μετά ἀπό λίγο, ἔστω καί ἄν τώρα δέν ταφῶ στήν γῆ καί δέν καταστραφεῖ τό σῶμα μου στόν τάφο, δέν θά γίνω τροφή τῶν σκωλήκων;» Καί ἐνῶ αὐτό ἔλεγε ὁ ἕνας καί ἐκεῖνο ὁ ἄλλος καί ἄλλο ἄλλος καί ἐπειδή ὁ καθένας περίμενε γιά τόν ἑαυτό του νά πάθει τά χειρότερα, δέν εἶχαν ἀνάγκη ἀπό κανένα φάρμακο παρηγοριᾶς, πού νά τούς ἔκανε νά μήν ὑποφέρουν, μέ ἀποτέλεσμα ὁ τύραννος νά ἐκπλαγεῖ καί νά θαυμάσει τήν τόσο μεγάλη καρτερία τῶν Ἀθλητῶν, νά σταματήσει τόν θυμό καί νά μήν ξέρει τί νά κάνει, ἀφου ὁ ἀνόσιος κανένα ἀπό τά βασανιστήρια δέν παρέλειψε γιά νά βασανίσει τούς Μάρτυρες. Ἀφοῦ σκέφτηκε τότε, ἀποφάσισε νά θανατωθοῦν μέ ξίφος, ὄχι γιατί ἔμενε ἀχρησιμοποίητο κάποιο ἀπό τά βασανιστήρια, ἀλλά γιατί κανένα ἀπό αὐτά πού δοκίμασαν δέν τούς ἔθλιψε. Γι᾽ αὐτό πλέον καί τά ἐγκατέλειψε, ἀφοῦ πιά δέν εἶχε κανένα νεότερο γιά νά τιμωρήσει τούς ἀνίκητους Μάρτυρες. Ὅταν ἔφθασαν στό σκάμμα καί περίμεναν τό στεφάνι τοῦ μαρτυρίου, πού πλεκόταν γι᾽ αὐτούς μέ τό ξίφος, δέν εῖναι δυνατόν μέ κανένα λόγο νά περιγράψει κανείς τήν ἱλαρότητα τῶν Ἀθλητῶν. Σάν νά καλοῦνταν ὅλοι μαζί γιά μεγάλες ἀμοιβές, ὁ ἕνας προλάβαινε τόν ἄλλο καί ἔσκυβε τό κεφάλι του στό ξίφος, καί ὅλοι τους ἔψαλλαν μέ μιά φωνή τόν ὕμνο ἐκεῖνο καί ἐκεῖνη τή μακάρια ὠδή: «Ἄς γίνει, λοιπόν, Κύριε, ἡ θυσία μας εὐπρόσδεκτη ἐνώπιόν Σου, σήμερα, καί ἄς γίνουμε δεκτοί σάν σέ ὁλοκαύτωμα κριαριῶν καί ταύρων καί σάν μυριάδες παχιῶν αρνιῶν. ‘Οσφράνσου τήν ὀσμή τῆς εὐωδίας τῆς θυσίας μας αὐτῆς καί ἄς ἀνέβουν δεκτές στό θυσιαστήριό Σου οἱ ψυχές μας, μέ τίς ὁποῖες ἀγωνιστήκαμε, καί σάν σφάγια Σου προσφέραμε τά σώματά μας. Ἄς γίνει, Κύριε, τό αἷμα τῶν δούλων Σου καθαρτικό της πατρίδας μας καί ἡ σφαγή ἐμᾶς τῶν Δέκα λύτρο αὐτῶν πού πιστεύουν σέ Σένα. Μέ τή ροή τῶν αἱμάτων μας, ἄς πάψει νά ρέει τό αἷμα τῶν χριστιανῶν καί ἄς παραλύσουν τά χέρια τῶν βαρβάρων, ὥστε νά μήν πλησιάζουν μέ τό ξίφος γιά νά σφάξουν τούς εὐθεῖς στήν καρδιά, ἀλλά «ἡ ρομφαία τους ἄς μπεῖ στήν καρδιά τους καί τά τόξα τους ἄς συντριβοῦν». Σέ εὐχαριστοῦμε, Κύριε, γιατί μᾶς ἀξίωσες νά φθάσουμε σ᾽ αὐτή τήν ὥρα. Ἔτσι ἄς γίνει ἡ θυσία μας ἐνώπιόν Σου σήμερα, γιατί «δέν ὑπάρχει ντροπή σ᾽ αὐτούς πού πιστεύουν σέ Σένα». Πόθησαν πολύ οἱ ψυχές μας τή σωτηρία Σου, Κύριε. Μᾶς γνώρισες ὁδούς ζωῆς καί μᾶς «κράτησες μέ τό δεξί χέρι» καί τόν θάνατο γιά Σένα δέν τόν θεωροῦμε θάνατο, ἀλλά «ποτήριο σωτηρίας». Αὐτά καί ἄλλα ὅμοιά τους ἀφοῦ προσευχήθηκε ὁ καθένας ἀπό τούς Μάρτυρες, πρόθυμα ἔκλιναν τόν αὐχένα στή σφαγή. Γι᾽ αὐτό καί ὑπηρξε τιμημένος ὁ θάνατός τους «ἐνώπιον τοῦ Κυρίου», σύμφωνα μέ τόν ψαλμωδό Δαβίδ, καί αὐτό ὑπῆρξε γι᾽ αὐτούς τό τέλος τῆς ἄθλησης, τό νά ταχθοῦν δηλαδή μαζί μέ τόν Χριστό καί τήν ἀγγελική ὁμήγυρη, καί ἀκόμα νά συγκατοικήσουν καί νά συναυλίζονται μέ ὅλους τούς ἁγίους, μαζί μέ τόν Πέτρο καί τόν Παυλο καί ὅλους ὅσους ἀκολούθησαν τό πολίτευμά τους. Ἕτσι, ἀφοῦ ἔληξε ὁ δρόμος, ἀναπαύθηκαν σ᾽ αὐτό πού ἀγαποῦσαν ἀληθινά, περιμένοντας τήν ἀμοιβή ἐκείνη, σύμφωνα μέ τήν ὁποία πλέκονται τά στεφάνια τῆς δικαιοσύνης, πού θά δώσει ὁ Κύριος, ὁ δίκαιος Κριτής, καί σ᾽ αὐτούς καί σέ ὅλους ὅσους ἀγάπησαν τήν ἐμφάνισή Του στή γῆ.

10. Αὐτοί εἶναι τά ἔμψυχα λιμάνια τοῦ ἐδάφους τῆς Κρήτης. Αὐτοί ἔχουν γίνει πύργοι τῆς πατρίδας μας θεμελιωμένοι ἀπό τό Θεό, φύλακες ἀσφαλεῖς, ὑπερασπιστές ὅσων προσφεύγουν σ᾽ αὐτούς, ἀντιλήπτορες τῶν προσευχομένων, βοηθοί αὐτῶν πού ἔχουν ἀνάγκη, φυγαδευτές τῶν παθῶν, προστάτες ἀπό ἀσθένειες, παρηγορητές τῶν ἀσθενῶν, τῶν πλανωμένων ὁδηγοί, αὐτῶν πού ἐπιστρέφουν χειραγωγοί, διορθωτές αὐτῶν πού ἁμαρτάνουν, συμπαραστάτες αὐτῶν που ἐπιτυγχάνουν, ἀντίπαλοι τῶν ἐχθρῶν, τῶν βαρβάρων πολέμιοι, τῶν πιστῶν ἀσφάλεια, δόξα τῶν πόλεων, τῶν λαῶν εὐφροσύνη, γιατί «ὅταν ἐγκωμιάζονται δίκαιοι, εὐφραίνονται λαοί». Αὐτῶν τούς ἀγῶνες θαύμασαν ὅσοι ἔχουν γίνει πρωτεργάτες τοῦ διωγμοῦ τῆς ἐποχῆς τοῦ Δεκίου, πού ἄκουσαν τήν καρτερία τους ἤ, γιά νά ποῦμε καλύτερα, θαύμασαν τήν ἀντοχή καί τή σταθερότητα, πού ἔδειξαν μέ τήν ἄθλησή τους μέσα στά βασανιστήρια οἱ Ἅγιοι. Αὐτῶν τά ἱερά καί σεβάσμια λείψανα, ὅπως ἀκριβῶς τόν πατρικό πλοῦτο, ἡ Κρήτη ἔλαβε ὡς κληρονομιά καί θησαυρούς ἀσύλητους πραγματικά προσπόρισε στόν ἑαυτό της τίς θεραπεῖες ἀπό τά παντοειδῆ πάθη, οἱ ὁποῖες πλούσιες καθημερινά ἀναβλύζουν ἀπό αὐτούς. Μολονότι αὐτές οἱ θεραπείες ἀντλοῦνται διαρκῶς ἀπό ὅλους, μένουν αἰώνια ἀνεξάντλητες. Εὔλογα, λοιπόν, ἡ μητρόπολή μας σεμνύνεται μέ τό μέγεθος τῆς καλῆς αὐτῆς κληρονομιᾶς τους. Περισσότερο γι᾽ αὐτή καυχιέται, παρά ὅσο οἱ γήινοι γιά τά ἀφιερώματα τῆς ἀγορᾶς. Ἀπό αὐτούς λαμπρύνεται καί ἀπό τό μεγάλο αὐτό ἀπόκτημα προβάλλει τήν καύχησή της καί χαίρεται ἔτσι τέτοια καί τόση χαρά, ἀφοῦ πῆρε ἀπό τόν Θεό ὡς δῶρο τέτοια δόξα, μέ τήν ὁποία ὅχι μόνον εἶναι ἡ πιό φημισμένη ἀπό πολλές μητροπόλεις, ἀλλά καί τήν πιό ἄθραυστη καί ἀκατανίκητη ἀπό ὅλους μαζί τούς ἐξωτερικούς ἐχθρούς, πού κάνουν ἐπιδρομές ἐναντίον της, φύλαξη καί ἀσφάλεια. Γιά τούς Μάρτυρες αὐτούς ἀγάλλονται μαζί καί οἱ ἀπόγονοι τῶν Κρητῶν. Μέ αὐτούς κι ἐμεῖς νά πανηγυρίσουμε σήμερα, μᾶλλον ας γιορτάσουμε τήν ἄθλησή τους καί, ψάλλοντας ὅλοι μας ἀθλητικά ἄσματα, ἄς χαροῦμε πατριωτικά. Αὐτούς ἅς μιμηθοῦμε. Σ᾽ αὐτούς ἅς ἀναθέσουμε τή ζωή μας. Αὐτούς ἄς ἐπαινέσουμε. Ἄς ποῦμε στούς Ἀθλητές τοῦ Χριστοῦ, ἄς ποῦμε: «Σεῖς εἶστε τό φῶς τοῦ κόσμου. Σεῖς τό ἁλάτι τῆς γῆς. Σεῖς τά ἀρνιά τῆς οὐράνιας μάνδρας. Σεῖς οἱ λύχνοι, πού ἀντιφεγγίζετε τό φῶς του Πρώτου Φωτός. Σεῖς ὑποστηρίζετε τήν πατρίδα, σεῖς φροντίζετε γιά τή γῆ πού σᾶς γέννησε. Ἄν εἴμαστε ὑγιεῖς, ἀπό σᾶς τό πήραμε αὐτό. Ἄν χαιρόμαστε, αὐτό εἶναι καρπός τῶν δικῶν σας προσευχῶν. Ἄν μᾶς συμβεῖ κάτι τό ἀπρόσμενο, μέ τίς δικές σας βοήθειες ἀποκρούουμε εὐκολότατα τίς φθορές. Καί ποιό ἀπό ὅσα εἶναι καλύτερα δέν τό ἔχουμε πάρει ἀπό σᾶς; Ποιό ἀπό τά λυπηρά μᾶς ἀπείλησε καί δέν διώχνεται ὁλοφάνερα μέ τή δική σας βοήθεια; Ἡ μεγάλη καύχηση γιά τήν ἄθλησή σας ὁδήγησε τή γῆ, πού σας γέννησε καί σᾶς ἔθρεψε, σ᾽ αὐτό τό σημείο τῆς δόξας, γιατί ἀπό σᾶς ἔγινε ξακουστή καί περιβόητη σέ ὅλη τή γῆ. Ἀλλά γιατί πρέπει νά μιλῶ γιά τά μέτρια; Χάρη σέ σᾶς βασιλεῖς ὑψώνουν τρόπαια, χάρη σέ σᾶς στρατηγοί καί στρατάρχες γίνονται ἀνδρειότεροι καί νικοῦν γενναία τούς ἀντίπαλους καί φέρνουν πλῆθος λάφυρα στό αὐτοκρατορικό κράτος. Χάρη σέ σᾶς τά ὅπλα τῶν βαρβάρων κυριεύονται καί στίς ναυμαχίες τά πλοῖα τῶν ἀπογόνων τῆς Ἄγαρ βυθίζονται στή θάλασσα καί ὡς σανίδες ἐπιπλέουν στό πέλαγος.

11. Ἀλλά καί τώρα εἴθε νά σταθεῖτε θερμότερα ἀνάμεσά μας καί ἀντί γιά μᾶς σηκῶστε ψηλά τή φωνή καί ἰσχυρότερα παρακαλέστε τόν Ὕψιστο νά σταματήσει τόν πόλεμο, πού κρυφά καί φανερά ἑτοιμάζεται ἐναντίον μας, καί νά τρέψει σέ φυγή αὐτούς πού καυχῶνται ὅτι θά μᾶς ὑποτάξουν καί νά συντρίψει γρήγορα τόν ὑπερήφανό τους βραχίονα. Ἀλλ᾽, ὦ Δεκάδα Ἁγία καί πανευτυχής, ὦ φάλαγγα πού ἔχεις στό μέσο σου στρατάρχη τόν ἀθλοθέτη Χριστό, ὦ τριπλή τριάδα πού συμπληρώνεσαι μέ μιά μονάδα, αὐτή, γιά χάρη μας, τή μεγάλη βοήθεια γιά πάντα ζητῆστε ἀπό τόν στεφανίτη Χριστό, αὐτά γιά χάρη μας εἴθε νά μεσιτεύσετε πρός Αὐτόν, πού ἔχει τή δύναμη νά μᾶς προφυλάσσει καί νά μᾶς σώζει ἀπό τόν θάνατο. Κανένα δέ θεωροῦμε καλύτερο ἀπό ὅσα ζητοῦμε, καί μάλιστα τώρα, πού μέ περισσότερη μανία ἐναντίον τοῦ Χριστοῦ φρύαξαν καί φρυάττουν τά ἄτιμα γεννήματα τῆς Ἄγαρ. Eἴθε ν᾽ ἀντισταθεῖ σ᾽ αὐτά ὁ Κύριος, εἴθε νά τούς ἐξολοθρεύσει, εἴθε γρήγορα νά τούς θερίσει σύρριζα μέ τό σταυρικό δόρυ τῶν συναυτοκρατόρων καί βασιλέων, πού τά κεφάλια τους ὁ ἴδιος ὁ Κύριος στεφάνωσε καί τούς στόλισε μέ βασιλική δόξα καί τιμές. Eἴθε Αὐτός πού τούς ἔχρισε βασιλεῖς νά τούς δώσει, μέ τίς δικές μας δεήσεις, τήν ἐξουσία ὅλης τῆς γῆς καί της θάλασσας, προκειμένου, ζώντας ζωή ἤρεμη καί ἥσυχη, μέ κάθε εὐσέβεια καί σεμνότητα ὡς τό τέλος, νά ἀξιωθοῦουμε νά βρεθοῦμε μαζί μέ τόν ἴδιο τόν Χριστό καί Θεό καί Σωτήρα τῶν ψυχῶν μας, μέ τόν Ὁποῖο καί διά του Ὁποίου καί στόν Ὁποῖο δόξα, τιμή, δύναμη καί μεγαλοπρέπεια στόν παμβασιλέα καί ἄναρχο Πατέρα καί στό Ἅγιο καί ἀγαθό καί ζωαρχικό Πνεῦμα Του.

Νεοελληνική ἀπόδοση: Σοφοκλῆς Γ. Δημητρακόπουλος, Καθηγητής. Ἀπό τό βιβλίο: «Οἱ Ἁγ. Δέκα Μάρτυρες οἱ ἐν Κρήτῃ 250 μ. Χ.» τοῦ Ἀρχιμ. Χρυσοστόμου Παπαδάκη.

Εκκλησία Online
Αποστολή
Αξιολόγηση επισκεπτών 0 (0 ψήφοι)

Προσθήκη σχολίου

Το email είναι ήδη εγγεγραμμένο στην ιστοσελίδα. Παρακαλώ συνδεθείτε ή ξαναπροσπαθήστε.

Δώσατε λάθος όνομα ή κωδικό

Sorry, you must be logged in to post a comment.